Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper

Άλκη Ζέη: Σήμερα δεν είναι η εποχή των μεγάλων του πολιτισμού - Συνέντευξη στο Documento

Τη σχέση ζωής με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, τις αποφάσεις και τις επιλογές της καταθέτει η συγγραφέας Άλκη Ζέη μιλώντας στο Documento. Βρέθηκε οργανωμένη στην ΕΠΟΝ κατά την Αντίσταση, θυμάται την Απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο και αγγίζει τη σχέση της με την Αριστερά. Σήμερα, όπως λέει μιλώντας για τα βιβλία και τους ανθρώπους τους, «υπάρχουν πολλοί και καλοί άνθρωποι του πολιτισμού, αλλά όχι μεγάλοι». Δεν είναι η εποχή τους...

Φωτογραφίες: Φώτης Γ. Πλέγας, Προσωπικό αρχείο Αλκης Ζέη

Θα ήθελα να μιλήσουμε για τα γεγονότα που έχετε βιώσει...

Το πρώτο που θυμάμαι είναι η δικτατορία του Μεταξά. Τα παιδιά της ηλικίας μου δεν είχαν πολυκαταλάβει τι είναι δικτατορία. Εγώ όμως είχα θεία τη Διδώ Σωτηρίου και μέσα στο σπίτι μου γίνονταν πολιτικές συζητήσεις. Το σχολείο που πήγαινα έκανε προπαγάνδα υπέρ του Μεταξά. Η αδερφή μου και η φίλη μου η Ζωρζ Σαρρή ξιπάστηκαν που έκαναν γιορτές, τις έβαζαν να απαγγέλλουν, τις έδωσαν και χρυσά αστέρια. Εγώ ήμουν πολύ σταθερή, ήμουν βενιζελική από πάντα και αυτό δεν μου κόλλαγε καθόλου. Εχω και μια φωτογραφία που χαιρετάνε όλες κι εγώ είμαι με το χέρι κάτω σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Πώς βιώσατε την κατοχή;

Δεν μπορώ να πω ότι πεινάσαμε ιδιαίτερα γιατί η μητέρα μου ό,τι είχε και δεν είχε, από τα κοσμήματα έως και το πιάνο της, τα ξεπούλησε για να παίρνει τρόφιμα από τη μαύρη αγορά. Πηγαίναμε στο σχολείο και περνούσαμε πάνω από πτώματα στον δρόμο. Ομως αρχίσαμε να οργανωνόμαστε στην Αντίσταση και αυτό μας έδινε φτερά, είχαμε ένα όραμα. Το πρώτο σύνθημα μας δεν ήταν «Ελευθερία» αλλά «Συσσίτιο» και μάλιστα γράφαμε στους τοίχους: «Μπακάλη και συσσίτιο». Αυτό είχε σκεφτεί η οργάνωση. Πρώτα να φάμε και ύστερα να γράψουμε τα συνθήματα περί ελευθερίας. Σήμερα οι οργανώσεις δεν είναι τόσο σοφές όσο τότε.

Κάποια στιγμή ενταχθήκατε στην ΕΠΟΝ…

Ναι, και ήταν μια περίοδος από την οποία θυμάμαι πολλά και ωραία πράγματα. Τις εκδρομές που κάναμε μακριά από την Αθήνα για να μπορούμε να συζητάμε ελεύθερα, αλλά και που ήταν αφορμή για να φλερτάρουμε και να διασκεδάσουμε, και τα ολονύχτια πάρτι. Επαιζε πάντα ένα ραδιόφωνο ώστε εάν ακούγαμε βήματα στις σκάλες, κάναμε ότι χορεύαμε. Ή κάποιο παιδί έπαιζε πιάνο όλη νύχτα. Αυτό το παιδί ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής ποιες ήταν οι «οάσεις» σας;

Η γνωριμία μου με τον άντρα μου, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου. Ηταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Πίστευε στον Αγώνα και στο θέατρο και ήταν άνθρωπος ευθύς, έλεγε αυτό που σκεφτόταν, νοιαζόταν, καταλάβαινε και άκουγε πολύ τον άλλον. Τελικά έζησα πενήντα υπέροχα χρόνια κοντά του. Η όαση όλων μας ήταν η παρέα μας: o Γκάτσος, ο Χατζιδάκις, ο Αξελός, ο Καραγιώργης και τόσοι άλλοι. Το κουκλοθέατρο μου, ο «Κλούβιος», ήταν και αυτό μια ανάσα για εμένα. Και βέβαια το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν που δημιουργήθηκε το 1942 μέσα στην πείνα, μέσα στην κακουχία.

Μεγάλες μορφές του πολιτισμού. Σήμερα υπάρχουν αντίστοιχοι;

Υπάρχουν πολλοί και καλοί άνθρωποι του πολιτισμού, αλλά όχι μεγάλοι. Σήμερα δεν είναι η εποχή των μεγάλων.

Και μετά ήρθαν η Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά.

Ηταν υπέροχη η μέρα της Απελευθέρωσης. Η Αθήνα ήταν ένα απέραντο χωράφι που έτρεχε όλος ο κόσμος στον δρόμο. Από την άλλη, θα ήθελα να διαγράψω από τη ζωή μου την 3η Δεκεμβρίου του ’44. Θυμάμαι, κατευθυνόμασταν με τον Αδωνι Κύρου σε μια συγκέντρωση της ΕΠΟΝ και χασομερήσαμε λίγο επειδή από την Κατοχή είχε μια σφαίρα στο πόδι και ζήτησε να το ξεκουράσει λίγο. Τότε είδαμε παιδιά να τρέχουν και ανάμεσά τους μια φίλη μου από την πλάτη της οποίας προεξείχε ένα σίδερο. Είχε φάει ένα κομμάτι όλμο χωρίς να το έχει καταλάβει και της φωνάζανε όλοι μην το βγάλει γιατί θα αιμορραγούσε. Και βλέπω ένα φορείο που μετέφεραν τη Ζωρζ Σαρρή και κρεμόταν το χέρι και το πόδι της. Τελικά τον Δεκέμβριο του 1944, με εντολή του κόμματος, πήγαμε με τον άντρα μου στη Λάρισα, που ήταν τότε μια «λασπούπολις». Αλλά, σκέφτομαι τώρα, πού πηγαίναμε και εμείς! Εντολή να φύγουμε, να αφήσουμε την Αθήνα, να πάμε πού; Να εγκατασταθούμε στη Λάρισα, να γίνει ελεύθερη η Ελλάδα εκεί; Τι νόημα είχε όλη αυτή η εκστρατεία που κάναμε;

Και μετά τη Λάρισα;

Ο άντρας μου είχε πάρει υποτροφία να πάει στη Γαλλία με το Ματαρόα το 1945, αλλά το κόμμα του έδωσε εντολή να μη φύγει και να κάνει το θέατρο. Και έτσι δημιουργήθηκαν οι Ενωμένοι Καλλιτέχνες και έκανε θέατρο ως το καλοκαίρι του 1947. Τότε τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν πολύ, να τους μαζεύουν, και τον κάλεσαν ως έφεδρο αξιωματικό, δηλαδή έπρεπε να πολεμήσει εναντίον των συντρόφων του. Τότε το κόμμα αποφάσισε να τον στείλει στο βουνό.

Πώς φτάσαμε στο δεύτερο αντάρτικο;

Ημασταν έτοιμοι για εκλογές. Και ενώ ο Καραγιώργης, ο διευθυντής του Ριζοσπάστη, έγραφε στο άρθρο της Κυριακής «Πάμε για εκλογές», παίρνοντας την εφημερίδα το πρωί είδε το άρθρο του αλλαγμένο να γράφει «Αποχή». Ηταν ένα από τα μεγάλα λάθη του κόμματος, γιατί όπως έλεγε ο Ηλίας Ηλιού: «Δέκα αριστερούς βουλευτές να είχαμε στη Βουλή δεν θα έβγαινε στην παρανομία το ΚΚΕ και δεν θα πετσοκόβονταν τόσοι άνθρωποι στη Μακρόνησο και με τις εκτελέσεις».

Το 1948 ο άντρας σας φεύγει στη Σοβιετική Ενωση και εσείς εξορίζεστε στη Χίο.

Εγώ έμεινα έναν χρόνο στη Χίο. Ημασταν κλεισμένες σε στρατόπεδο και δεν μας άφηναν να βγούμε από το κτίριο παρά μόνο δυο φορές την ημέρα, σαν φυλακισμένες. Ομως ήμασταν μια μεγάλη παρέα και κάναμε πράγματα δημιουργικά: μαθήματα σε αναλφάβητες γυναίκες, μαθήματα αγγλικών, σκετσάκια, ό,τι μπορούσαμε για να διανθίσουμε αυτήν τη ζωή. Εκεί γνώρισα τη Νανά Καλιανέση και γίναμε πολύ φίλες και ούτε φανταζόμασταν ότι εγώ θα γίνω συγγραφέας και αυτή η εκδότριά μου.

Κάποια στιγμή καταφέρατε να πάτε στην ΕΣΣΔ. Τι βρήκατε εκεί;

Τα πρώτα χρόνια μου στην Τασκένδη ήταν αρκετά δύσκολα, γιατί ζούσαμε σε ένα δωμάτιο χωρίς νερό και με ένα μωρό παιδί. Αλλά είχαμε πολύ καλούς φίλους Ελληνες και Ρώσους, οι οποίοι ήταν μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου κ.λπ., που είχαν έρθει από τη Μόσχα, και αυτό ήταν μια παρηγοριά. Νομίζαμε με τον άντρα μου ότι τους έστειλαν εκεί για να ανέβει το πνευματικό επίπεδο του Ουζμπεκιστάν. Αλλά μόλις έγινε το 20ό Συνέδριο γύρισαν στη Μόσχα γιατί ήταν εξόριστοι, κάτι το οποίο δεν το έλεγαν ούτε σ’ εμάς. Στη Μόσχα ήταν πολύ διαφορετική η ζωή. Εγώ φοίτησα στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας. Στον γιο μου, μάλιστα, έκανε μπέιμπι σίτινγκ ο Αντρέι Ταρκόσφκσι, ο οποίος ήταν φοιτητής στην κινηματογραφική σχολή και ερχόταν με τη φίλη του για ένα χαρτζιλίκι. Τότε άρχισα να γράφω τα βιβλία μου στο τραπέζι της κουζίνας και αυτό μου έμεινε συνήθειο.

Τελικά επιστρέψατε στην Ελλάδα το 1964 αλλά μόνο για τρία χρόνια.

Οταν γυρίσαμε, τα παιδιά μας μιλούσαν ρωσικά. Πολύ γρήγορα όμως έμαθαν τη γλώσσα και προσαρμόστηκαν στα σχολεία. Και έπειτα από μικρό χρονικό διάστημα τους λέμε: «Πάλι φεύγουμε, πάμε στη Γαλλία» και δεν μιλούσαν λέξη γαλλικά! Το πρωί της δικτατορίας, το 1967, βγαίνοντας για να πάνε σχολείο, βλέπουν έναν στρατιώτη και τους λέει: «Γυρίστε πίσω, έγινε δικτατορία, δεν έχει σχολείο». Και μου είπε ο γιος μου μόλις πήγαμε στο Παρίσι: «Και τώρα που δεν ξέρω γαλλικά, εάν δω έναν στρατιώτη και μου πει έγινε δικτατορία, θα πάω σαν βλάκας σχολείο». Στη Γαλλία όμως συνήθισαν πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι στην Ελλάδα. Στη Γαλλία ήμασταν σε συνεχή αναβρασμό για την αντίσταση ενάντια στη χούντα, στο να μάθουν οι ξένοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα, τρέχαμε όλη μέρα. Από την άλλη, εγώ, πάλι στην κουζίνα, έγραψα πολλά από τα μυθιστορήματά μου. Τότε ήταν που το «Καπλάνι της βιτρίνας», από τα αγγλικά που είχε μεταφραστεί αρχικά, συνέχισε στις σκανδιναβικές χώρες, στην Ιαπωνία, στη Γαλλία. Είχα ήδη την αναγνώριση στη Γαλλία, που δεν την είχα ακόμη στην Ελλάδα. Το «Καπλάνι» εν μέσω χούντας ήταν απαγορευμένο, αλλά και πριν έλεγαν ότι καλό είναι να μην μπει στα σχολεία. Κάποιοι δάσκαλοι όμως το έβαζαν από την πίσω πόρτα.

Οταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία επιστρέψατε και πάλι στην Ελλάδα.

Οχι όμως για να μείνουμε. Ερχόμασταν για 3-4 μήνες, ανέβαζε ο άντρας μου ένα έργο και γυρίζαμε στο Παρίσι γιατί δίδασκε εκεί. Το 1980 εγκατασταθήκαμε εδώ οριστικά. Εγώ πιο πολύ από τον άντρα μου ήθελα να γυρίσω. Και τα παιδιά μου ήταν ευχαριστημένα που μεγάλωναν στη Γαλλία, αλλά ένιωθα την ανάγκη να επιστρέψω, ήταν οι φίλοι μου, η οικογένειά μου εδώ. Και για να γράψω έπρεπε να είμαι εδώ.

Ζήσατε πολέμους, εξορίες...

Νιώθω τυχερή γιατί έχω ζήσει την ιστορία εγώ η ίδια, δεν μου την έχει αφηγηθεί κανείς και αυτό νομίζω είναι πολύ σημαντικό στη ζωή ενός ανθρώπου, να ξέρει την ιστορία του. Ηταν μια πολύ ζωντανή ζωή.

«Δεν ήξερα ότι γράφω βιβλία για παιδιά»

Πότε πήρατε την απόφαση να γίνετε συγγραφέας παιδικών βιβλίων;

Δεν ξεκίνησα με αυτόν το σκοπό. Στα παιδιά μου, για να τους μιλήσω για την Ελλάδα, σκέφτηκα ότι το καλύτερο ήταν να τους διηγούμαι τα παιδικά μου χρόνια. Δεν τους έλεγα παραμύθια, αλλά ιστορίες από τη ζωή μου. Τους τα έλεγα όμως με χιούμορ, διασκεδαστικά, και έτσι δεν τους έπεφταν βαριά. Και λέω, δεν τα γράφω αυτά; Δεν ήξερα ότι γράφω βιβλίο για παιδιά.

Ποιο βιβλίο σας δυσκόλεψε πιο πολύ στη συγγραφή του;

Ενα βιβλίο για ενήλικες. Η «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα». Γιατί ήθελα από βιογραφία να γίνει μυθιστόρημα και με δυσκόλεψε να βρω τη χρυσή τομή. Οταν είναι καθαρά αυτοβιογραφικά τα βιβλία, όπως το «Μολύβι Φάμπερ», δεν με δυσκολεύουν. Μπορώ πιο εύκολα να αφαιρέσω στοιχεία, να δημιουργήσω άλλα πρόσωπα. Αφήνω τα γεγονότα, αλλά αλλάζω τον περίγυρο. Ο Αχιλλέας δεν είχε καμία σχέση με τον άντρα μου, ήταν φανταστικό πρόσωπο. Ωστόσο ένα μήνα μετά την έκδοση του βιβλίου, πήρα ένα γράμμα από κάποιον που μου έλεγε ότι λέγεται Αχιλλέας, είναι φτυστός με τον πρωταγωνιστή και εάν ζούσε η γυναίκα του, θα τον ρωτούσε πότε γνώρισε αυτή την κοπέλα και της διηγήθηκε την ιστορία του!

Γιατί αγαπούν τόσο πολύ τα παιδιά τα βιβλία σας;

Με ρωτάνε και δεν μπορώ να απαντήσω, δεν ξέρω. Καταρχάς τα αγαπούν οι δάσκαλοι πολύ και για μένα αυτό παίζει μεγάλο ρόλο γιατί σήμερα είναι πολύ δύσκολο να πείσεις τα παιδιά να διαβάσουν ένα βιβλίο, με όλα αυτά τα παιχνίδια στον υπολογιστή ή στο κινητό. Και είναι αρκετοί αυτοί οι δάσκαλοι που το καταφέρνουν, γιατί δεν προφταίνω να πηγαίνω στα σχολεία που με καλούν.

INFΟ

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν 20 τίτλοι της συγγραφέως με πιο πρόσφατο το «Με μολύβι Φάμπερ νούμερο 2» 

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.