Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper

Αθηναίος τουρίστας στην Αθήνα

Ο ΤΑΖ και ο Δημήτρης ανέβηκαν στο διώροφο κόκκινο τουριστικό λεωφορείο για να δουν και να φωτογραφίσουν την πόλη σαν ξένοι

Ρεπορτάζ: Τάσος Κατρής Θεοδωρόπουλος 

Φωτογραφίες: Δημήτρης Ραπακούσης

Το να περάσεις μιάμιση ώρα σαν τουρίστας πάνω σε ανοιχτό λεωφορείο είναι πραγματικά εξωσωματική εμπειρία όσον αφορά τη σχέση με την πόλη στην οποία ζεις. Το καταλαβαίνεις μετά, όταν κατεβαίνεις και πρέπει να πάρεις ταξί να πας στη δουλειά. Μια άλλη πόλη, μια άλλη οπτική. Ένας μοναδικός συνδυασμός της απόλυτης ασχήμιας με την κλασική ομορφιά και την ανεμελιά, συν τα ακουστικά σου, με την ξεναγό να σου εξηγεί με υπόκρουση τον Ζορμπά φολκλόρ ψεματάρες, όπως ότι α) οι φούστες των ευζώνων έχουν 400 πτυχώσεις για τα 400 χρόνια τουρκοκρατίας, β) ότι στο Κολωνάκι είναι οι αριστοκρατικές μπουτίκ, γ) ότι πρέπει να φορέσετε τη ζώνη ασφαλείας στο κάθισμά σας όχι μόνο για τη δική σας ασφάλεια αλλά επειδή είναι νόμος του κράτους τον οποίο οφείλουμε να υπακούμε, δ) το βιογραφικό του Καραϊσκάκη όταν περνάμε από την πλατεία Καραϊσκάκη.

Η αλήθεια είναι πως η Αθήνα ακόμη και στα χειρότερά της δεν σταματάει να σε εκπλήσσει. Μια στροφή αρκεί για να βρεθείς από την απόλυτη ομορφιά στο απόλυτο χάος (κουβέντα από την ξεναγό για την καμένη Μαρφίν, τον Απόλλωνα και το Αττικόν). Βλέπεις τους ανθρώπους από ψηλά να κάνουν περίπου ό,τι κάνεις κι εσύ κάθε μέρα και σου φαίνεται περίεργο, αυτιστικό, λείπει το χαμόγελο, αλλά η ενέργεια που όντως γεννάει η Ελλάδα καραδοκεί. Οι τουρίστες στο λεωφορείο είναι σαστισμένοι. Αλλοι χαίρονται, άλλοι απογοητεύονται. Ενα ζευγάρι Αυστραλών που τους έπιασα κουβέντα, η Τζέρι και ο Σάιμον, μου είπαν ότι βρίσκουν την πόλη ήσυχη σε σχέση με το Σίδνεϊ μολονότι κάπου κάτι άκουσαν για οικονομική κρίση που δεν τη βλέπουν. Xαλάστηκαν πολύ όμως από το «τερατούργημα της Ομόνοιας», όπως μου το περιέγραψαν.

Εκείνη την ώρα ο φωτογράφος ο Δημήτρης απαθανάτιζε «μαγικά» στιγμιότυπα ερήμωσης και κακομοιριάς, από ξέχειλους κάδους σκουπιδιών μέχρι παραπληγικούς ζητιάνους στον δρόμο, ένα τσιγγανάκι στο πίσω μέρος ενός Ντάτσουν φορτωμένου με λουλουδάκια κι έναν Πακιστανό να οδηγεί τρίκυκλο γεμάτο παλιατζουριά με μια τροφαντή τουρίστρια να τον φωτογραφίζει. Ο Σάιμον μου παραπονέθηκε μόνο για τα γκράφιτι που κάνουν «οι αλήτες» και που βρίσκονται παντού, αλλά μου είπε πως βρίσκει την Αθήνα πολύ πιο φιλική πόλη από το Παρίσι. Η Τζέρι με ρωτούσε πού μπορούν να κάνουν shopping. Επαφή και των δύο με το γύρω τους, μηδέν. Εκτός από μια ατάκα της Τζέρι: «Moυ αρέσει που έχετε αυτές τις μικρές ομορφιές, όπως τα μπαλκονάκια στα χαμηλά σπίτια». Και τους χαμηλούς ανθρώπους, μαντάμ, πού τους πας; Τους έκανες Ζορμπάδες; Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτό το κείμενο. Και εγώ και ο Δημήτρης ο φωτογράφος καταλήξαμε μαζοχιστικά ότι την αγαπάμε αυτή την πόλη κι άξιζε ο κόπος να τη βλέπεις από ψηλά σε όλη τη λαμπερή ηλιόλουστη ασχήμια της. Και οι δύο μας όμως καταλήξαμε και σε ένα ερώτημα. Πόσο αγαπάει αυτή η πόλη τον εαυτό της; Μάλλον καθόλου ή, τες πα, χαμουρεύεται με την ασχήμια από βίτσιο. Που κι αυτό, πλάκα πλάκα, είναι μια άποψη.

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.