Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper

Κώστας Μπαλαχούτης: «Ο Μενιδιάτης επέβαλλε τον σεβασμό γιατί τον απέδιδε και ο ίδιος»

O Μιχάλης Μενιδιάτης με τον Απόστολο Καλδάρα

Επί τέσσερα χρόνια ο συγγραφέας και διευθυντής του ιστότοπου ogdoo.gr Κώστας Μπαλαχούτης είχε τη χαρά να συναντά συχνά τον Μιχάλη Μενιδιάτη προκειμένου να καταγράψει το υλικό για τη βιογραφία του μεγάλου λαϊκού καλλιτέχνη. Με αφορμή το βιβλίο «Μιχάλης Μενιδιάτης - Πετραδάκι… πετραδάκι… έως την κορυφή!» που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Μένανδρος, το Documento συνάντησε τον συγγραφέα για μια κουβέντα με θέμα τον Μενιδιάτη και την εποχή του.

Εχω την αίσθηση ότι στο ρεμπέτικο έχει δοθεί πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι στο λαϊκό τραγούδι. Ισχύει αυτό; 

Το ρεμπέτικο είναι η πηγή. Και η πηγή έχει το δικό της μερτικό. Δεν μπορείς να φύγεις από τους ρεμπέτες, αυτοί έδωσαν τα ζύγια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μενιδιάτης συνεργάστηκε με τους ρεμπέτες, τον Μάρκο, τον Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή, που στη δεκαετία του ’50 ήταν πλέον απόμαχοι, είχαν περάσει στη δεύτερη σειρά της επικαιρότητας. Είναι όντως θέμα ότι για το λαϊκό δεν υπάρχουν πολλές αναφορές στη βιβλιογραφία. Για ανάλογους καλλιτέχνες όπως ο Μενιδιάτης στο εξωτερικό υπάρχουν τουλάχιστον τρεις βιογραφίες: η απλή, η πιο μουσικολογική και η πιο αναλυτική. Είναι κρίμα που δεν έχει γραφτεί ακόμη ούτε ένα βιβλίο για τον Πάνο Γαβαλά. Τα τραγούδια αυτά αποτελούν ηθογραφίες. Χαρακτηρίζουν την εποχή, το «μέταλλο» του κόσμου. Από την πλευρά μου προσπάθησα να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη για να καλύψω αυτό το κενό. Ωστόσο, ακόμη και σε ό,τι αφορά το ρεμπέτικο, έχουν φωτιστεί μόνο κάποια πρόσωπα, κάποιες πτυχές του.

Η επαφή με τον Μιχάλη Μενιδιάτη ξεκίνησε με αφορμή το βιβλίο ή γνωριζόσασταν από πριν;

Είχαμε κάνει με τον Μενιδιάτη μια ωραία συνέντευξη στο περιοδικό «Δίφωνο». Συνυπήρξαμε αργότερα σε εκπομπές, όπως το αφιέρωμα που είχε κάνει η Σεμίνα Διγενή σε εκείνον, που ήταν εν μέρει και δική μου πρωτοβουλία. Στη συνέχεια κάναμε ένα αφιέρωμα και στην εκπομπή της Μάριον Μιχελιδάκη. Ο Μενιδιάτης ερχόταν στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, όπως σε εκείνη του «Ζεϊμπέκικο βαρύ» που έγινε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ όπου είχε χορέψει και ένα ζεϊμπέκικο αϊβαλιώτικο και ήταν εντυπωσιακός. Κάποια στιγμή είπαμε να καθίσουμε να καταγράψουμε τη ζωή του αναλυτικά. Αρχισα να πηγαίνω στο σπίτι του, όπου γνώρισα τη γυναίκα του, την κυρία Σούλα, και τα παιδιά του. Και αρχίσαμε να καθόμαστε να συζητάμε και να βγαίνουμε έξω στο Μενίδι.

Στο Μενίδι γεννήθηκε και μεγάλωσε. Εμεινε εκεί μέχρι τέλους;

Ζούσε στην Κηφισιά όπου είχε φτιάξει ένα πολύ όμορφο σπίτι. Στην πλατεία στο Μενίδι όμως πήγαινε κάθε μέρα και καθόταν στο καφενείο με το ταβλάκι του, τους μεζέδες του… Τον πρόσεχαν και τον αγαπούσαν όλοι. Αν πήγαινες μαζί του στα μαγαζιά της περιοχής, έτρωγες άλλα πράγματα απ’ ό,τι αν πήγαινες μόνος σου. Ολα ήταν ιδιαιτέρως περιποιημένα για εκείνον.

Εχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι που καταφέρνουν να είναι χρόνια στο προσκήνιο είναι εκείνοι που δεν χάνουν την επαφή τους με τον πραγματικό κόσμο.

Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα και τα υψηλά μεροκάματα δίνουν σε πολλούς καλλιτέχνες την αίσθηση ότι πετάνε. Ο Μενιδιάτης ωστόσο υπήρξε γήινος άνθρωπος. Και η οικογένειά του επίσης είναι μοναδική για τα καλλιτεχνικά δεδομένα. Με την οικογένειά του έτρωγαν μαζί, μιλούσαν για τα πάντα. Ακόμη και σήμερα είναι σαν να μην έφυγε από τη ζωή. Εκανε οικογένεια σε μεγάλη ηλικία και ήταν κατασταλαγμένος σε αυτό που ήθελε να δημιουργήσει. Ηταν πάντα πολύ κοντά στα παιδιά του. Τα έπαιρνε μαζί του και είχαν διάλογο για τα πάντα. Και σε μένα μιλούσε και με συμβούλευε, ακόμη και για τη συμπεριφορά μου απέναντι στα παιδιά μου. Μια μέρα πήγα και του είπα ότι είχα πολύ τρέξιμο με τη δουλειά και γύρισε και μου είπε: «Μην ανησυχείς, ξέρεις πόσοι θέλουν να τρέξουν και δεν μπορούν;».

Ηταν δηλαδή πατρική φιγούρα.

Ναι, ήταν όμως και αυστηρός. Αν έκανες κάτι που δεν του ταίριαζε, σε προειδοποιούσε για να μαζευτείς και αν δεν μαζευόσουν, είχε τον τρόπο του. Ηταν πάντα ευγενής, ταυτόχρονα όμως ήταν και παλικάρι.

Στο βιβλίο αναφέρετε ότι από την πρώτη φορά που ανέβηκε στο πάλκο διεκδίκησε τον σεβασμό με τον τρόπο του και τον είχε.

Επέβαλλε τον σεβασμό γιατί τον απέδιδε και ο ίδιος. Μέχρι τη στιγμή που έφυγε από τη ζωή έλεγε το όνομα «Καλδάρας» και μόνο που δεν σηκωνόταν όρθιος. Τον ίδιο σεβασμό έτρεφε και για τον Ακη Πάνου. Κάποια στιγμή πάνω στην κουβέντα μας τον ρώτησα πώς δέχτηκε να πει κάποια τραγούδια που θεωρούσα ότι δεν του πήγαιναν πολύ. Και μου είπε: «Μου το έδωσε ο τάδε, πώς ήταν δυνατόν να αρνηθώ εγώ; Από τη στιγμή που το ήθελε εκείνος, έπρεπε να το πω». Σεβόταν τους πάντες.

Στην ουσία ο Καλδάρας τού άλλαξε και το όνομα (από Καλογράνης σε Μενιδιάτης), τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην επιτυχία.

Ηταν δύσκολες οι ισορροπίες στις εταιρείες, που τότε λειτουργούσαν αυτοκρατορικά. Πέρα από το όνομα που του άλλαξε, ο Καλδάρας πίστεψε σ’ αυτόν, τον επέβαλε και έγιναν και κουμπάροι. Μέχρι και μετά τον θάνατο του Καλδάρα ο Μενιδιάτης έμεινε δίπλα στην οικογένειά του, το λέει και ο Κώστας Καλδάρας αυτό. Είναι κάποιοι άνθρωποι που όταν δένονται το κάνουν παντοτινά. Τέτοιες ήταν οι αρχές του. Ηταν πολύ ωραίος άνθρωπος.

Την πρώτη περίοδο της συνεργασίας τους δεν ήταν που κατηγορήθηκε ο Καλδάρας για τις ινδοπρεπείς δημιουργίες του, που σήμερα αποτελούν πολύτιμο κομμάτι της μουσικής μας;

Αυτά τα κομμάτια, αρκετά από τα οποία ερμήνευσε ο Μενιδιάτης, χτυπήθηκαν εκείνη την εποχή από τον Τσιτσάνη αλλά και μεταγενέστερα από τους θεωρητικούς. Ο κόσμος όμως τα αγάπησε. Αν ακούσεις το «Οσο αξίζεις εσύ» στην ινδική του εκδοχή θα καταλάβεις πόσο δύσκολο είναι να φτιάξει κανείς ένα τραγούδι σαν αυτό. Καταρχάς γιατί τα λόγια είναι «καρφωμένα» στη μουσική, αλλά επίσης και δέκα συνθέτες να το πάρουν, θα το διασκευάσουν μουσικά εντελώς διαφορετικά. Μέσα σε ένα αχανές τραγούδι που διαρκεί για παράδειγμα δέκα λεπτά ο Καλδάρας πήρε τα μουσικά μέρη που ήθελε και σαν εμπνευσμένος μελωδός που ήταν έκανε τη διασκευή, δίνοντας το τραγούδι που ξέρουμε σήμερα. Ο Καλδάρας έκανε καλά τη δουλειά του. Αν οι εταιρείες μετά δεν ήθελαν να αναφέρουν ότι επρόκειτο για διασκευή, αυτό είναι άλλο θέμα. Ο ίδιος δικαιώθηκε μέσα από τα τραγούδια του.

Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό του Μενιδιάτη ως τραγουδιστή;

Με το που τον άκουγες ήξερες ποιος τραγουδάει. Είχε ταυτότητα, η οποία αποτελεί το μέγα ζητούμενο στο τραγούδι. Η φωνή του δεν είχε τα περίτεχνα του Καζαντζίδη ή του Αγγελόπουλου αλλά ήταν φωνή δική του. Οταν συμβούλευε τον γιο του, τον Χρήστο Μενιδιάτη, στο ξεκίνημά του, του έλεγε «δεν θα τραγουδάς τα τραγούδια μου, πρέπει να πεις τα τραγούδια της δικής σου εποχής, της δικής σου ηλικίας».

Ο Μενιδιάτης είχε το αβαντάζ να είναι ο ίδιος επιχειρηματίας. Δεν εξαρτιόταν από κάποιον άλλο το μεροκάματό του.

Δούλευε στη Φαντασία ανελλιπώς. Βέβαια, αυτός που ήταν ο επιχειρηματίας και είχε όνομα στη νύχτα σε ό,τι αφορά την επιχειρηματικότητα ήταν ο αδερφός του, ο Κοσμάς Καλογράνης. Η Φαντασία ήταν ιστορικό μαγαζί για τη διασκέδαση. Ξεκίνησε το 1963 στις Τρεις Γέφυρες, πήγε στην παραλία, έγινε Τάμπα Τούμπα, παίρνοντας το όνομα της μεγάλης επιτυχίας που είχε τότε ο Μιχάλης, και μετά έγινε Φαντασία, το μαγαζί στον Αγιο Κοσμά. Ο Μενιδιάτης δεν έπαιρνε την απόφαση για τα μεροκάματα, είχε απλώς μια γνώμη. Ωστόσο, στη δεκαετία του ’80 έπεισε τον αδερφό του τον Κοσμά να πάρει τον Στράτο Διονυσίου, έπειτα από την πολύ δύσκολη εποχή που είχε βιώσει εκείνος με το θέμα της φυλακής που είχε κάνει. Η Columbia δεν του είχε ανανεώσει το συμβόλαιο και εκείνος ψαχνόταν να πάει στη Minos. Ολα αυτά προτού κάνει τον δίσκο «Υποκρίνεσαι», που σηματοδότησε τη νέα αρχή του στη δεκαετία του ’80 και του άνοιξε τον δρόμο για μια μεγαλειώδη πορεία. Ο Μενιδιάτης κρατούσε τις ισορροπίες. Οπως λέει και ο Χρήστος Νικολόπουλος και άλλοι, σε αυτό το μαγαζί δεν υπήρχαν μπράβοι. Ηταν όλοι οι εργαζόμενοι μια οικογένεια. Αν προέκυπτε κάτι περίεργο εκεί μέσα, «καθαρίζανε» οι σερβιτόροι και τα πέντε αδέρφια Καλογράνη. Ηταν παλικάρια. Κανείς δεν τολμούσε να πουλήσει προστασία εκεί μέσα. Και την ίδια ώρα ήταν άρχοντες. Σύμφωνα με τον Νικολόπουλο, ήταν το μόνο μαγαζί όπου μπορούσε ο μουσικός να κεράσει φίλους ή να στείλει ακόμη και λουλούδια χωρίς να κρατηθούν από το μεροκάματό του.

Ποιο ήταν το προφίλ των ανθρώπων που σύχναζαν στη Φαντασία;

Η Φαντασία είχε πιο λαϊκό πυρήνα από τη Νεράιδα και τα Δειλινά, αλλά ήταν κοσμικό κέντρο. Και στη λαϊκότητα αυτή συνέβαλλε πολύ ο Μιχάλης.

Πώς ήταν οι σχέσεις του με τους συνεργάτες του;

Ηταν ωραίος. Αν μιλήσεις και με κόσμο που πέρασε από εκεί, θα δεις ότι ισχύει αυτό που λέγεται, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ παρεξήγηση μαζί του. Από τη Φαντασία πέρασαν ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Γιάννης Καλατζής, ο Μανώλης Μητσιάς, η Μαρινέλλα, ο Γιάννης Βογιατζής, η Τζένη Βάνου, η Πόλυ Πάνου και πάρα πολλοί άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες. Από αυτούς που δεν εμφανίστηκαν εκεί είναι ο Γιώργος Νταλάρας και η Χάρις Αλεξίου. Ξεκίνησαν για λίγο στα Δειλινά και μετά έφτιαξαν όλη την κατάσταση με τις μπουάτ στην Πλάκα και έληξε το θέμα γι’ αυτούς, ακολούθησαν άλλη πορεία, διαφορετική.

Ο ίδιος ήταν ικανοποιημένος με όσα είχε καταφέρει;

Ο Μενιδιάτης γνώρισε και την επαγγελματική και την προσωπική επιτυχία και δεν είχε απωθημένα. Ισως γι’ αυτό δεν είχε μικρότητες. Ηξερε ότι υπήρχαν και ανώτεροί του, πιο προικισμένοι ενδεχομένως από τη φύση, δεν ήταν υπερφίαλος. Υποκλινόταν και στον Καζαντζίδη και σε άλλους. Ηξερε ποιος ήταν και ήταν ευγνώμων για όσα του δόθηκαν.

INFO

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο «Μιχάλης Μενιδιάτης - Πετραδάκι… πετραδάκι… έως την κορυφή!» (Εκδόσεις Μένανδρος) του Κώστα Μπαλαχούτη 

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.