Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper

Μαρτυρία: O Έλληνας Κώστας Σαραντίδης που πολέμησε στον Πόλεμο της Ινδοκίνας θυμάται

Φωτογραφία: Δημήτρης Ραπακούσης

Συνήθως όταν ένας 90χρονος καλοστεκούμενος παππούς αρχίζει να διηγείται τις πολεμικές του περιπέτειες, οι περισσότεροι, και όχι μόνο οι νέοι, αρχίζουν να πλήττουν.

 Αυτό όμως δεν ισχύει με τον Νγκουέν Βαν Λαπ από τη Θεσσαλονίκη. Ο κοτσονάτος ασπρομάλλης γέροντας γεννήθηκε ως Κώστας Σαραντίδης, αλλά αποδείχθηκε γνήσιος απόγονος του πολύπαθου Οδυσσέα.

Γιος μιας Μακεδονίτισσας νοικοκυράς και ενός πρόσφυγα του ’22, έφτασε να γίνει παρασημοφορημένος «ήρωας των ένοπλων λαϊκών δυνάμεων του Βιετνάμ», όπως είναι ο επίσημος τίτλος του, αποστρατευμένος με τον βαθμό του λοχαγού. Το βιετναμέζικο όνομά του Νγκουέν Βαν Λαπ (κατά λέξη σημαίνει «επιθυμία - μόρφωση - δημιουργία») του δόθηκε όταν στρατολογήθηκε επισήμως το 1946 στον αντάρτικο στρατό του Βιετνάμ.

«Είμαι ευτυχής, περήφανος και δεν μετανιώνω για τίποτε. Στην επόμενη ζωή θα κάνω το ίδιο» λέει ο Κώστας Σαραντίδης με το κεφάλι ψηλά, καθώς ξεδιπλώνει την πολυτάραχη ζωή του. Διώχτηκε από το σχολείο της γειτονιάς του στην τετάρτη τάξη επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) του Μεταξά. Το 1943 τον συνέλαβαν οι Γερμανοί και τον έστειλαν στη Γερμανία, με τα πόδια, για αναγκαστική εργασία.

Ο Κώστας, όμως, ντυμένος Γερμανός, ξέφυγε από τη μοίρα του και περιπλανήθηκε σε Ιταλία και Αυστρία. «Δύο χρόνια στην Αυστρία έκανα τον σαλταδόρο» λέει. Από τη Βιέννη, με τη λήξη του πολέμου, βρέθηκε στη Ρώμη, ένας ακόμη από τις ορδές των ανθρώπων με τα κουρέλια που γύριζαν στην πατρίδα τους ή που αναζητούσαν καλύτερη τύχη στον ερειπιώνα της Ευρώπης. Στην Ιταλία κατατάχτηκε με πενταετές συμβόλαιο, όπως όλοι, στη γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, η οποία, όπως λέει, «απαρτιζόταν κυρίως από Γερμανούς. Αλλά ήθελα να πετάξω... Και πέταξα χάρη στον άνεμο του πολέμου».

Ως λεγεωνάριος ο Κώστας Σαραντίδης εκπαιδεύτηκε στην Αλγερία το 1945, υφιστάμενος τρομακτικά καψόνια, και από εκεί το 1946 τον έστειλαν στη Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα του Βιετνάμ. Τότε μαινόταν ο πόλεμος της Ινδοκίνας – οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές προσπαθούσαν να «εκπολιτίσουν» την περιοχή με φωτιά και σίδερο, αλλά οι Βιετναμέζοι είχαν άλλη γνώμη. Στους τέσσερις μήνες που παρέμεινε ο Κώστας Σαραντίδης στη Λεγεώνα βίωσε τρομακτικές εμπειρίες. «Φριχτές αγριότητες. Ρημάζαμε, καίγαμε... Ολόκληρη διμοιρία “πέρασε” από ένα κορίτσι 15 χρόνων». Υστερα με τη βοήθεια μιας κατασκόπου των ανταρτών κατάφερε να λιποτακτήσει από τη Λεγεώνα, παίρνοντας μαζί του βαρύ οπλισμό (ένα πολυβόλο Μπρεντ, πυρομαχικά και χειροβομβίδες) αλλά και 26 αιχμάλωτους αντάρτες!

Φυσικά οι Βιετμίνχ, οι αντάρτες του Βιετνάμ που πολεμούσαν τους Γάλλους, τον καλοδέχτηκαν. Τότε του έδωσαν το βιετναμέζικο όνομά του. Από τότε, από το 1946, άρχισε η εποποιία ενός Θεσσαλονικιού διεθνιστή στις ζούγκλες της Απω Ανατολής, που πολεμούσε τους πρώην «εργοδότες» του της Λεγεώνας των Ξένων... Μέχρι το 1954, όταν τελείωσε ο πόλεμος με τη λαμπρή νίκη του Βιετνάμ και την ντροπιαστική ήττα των Γάλλων, ο Κώστας Σαραντίδης έζησε τη σκληρή ζωή του αντάρτη Βιετμίνχ του Λαϊκού Στρατού.

«Εχυσα τόνους ιδρώτα και λίγο αίμα. Αυτά ήταν το χαρμάνι για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού...» λέει χαμογελώντας ο «Βιέτ-Κώστας» και στο νοσταλγικό ύφος του είναι εμφανείς οι δοκιμασίες και οι κακουχίες που πέρασε ως Βιετναμέζος μαχητής. «Οκτακόσια γραμμάρια ρύζι: αυτό ήταν συνήθως το ημερήσιο συσσίτιό μας. Και όταν δεν πολεμούσαμε, βοηθούσαμε τους αγρότες στα χωράφια, τσαπίζαμε, οργώναμε».

Ο Νγκουέν Βαν Λαπ ανδραγάθησε στον αντάρτικο στρατό. Εγινε υπεύθυνος της αντιαεροπορικής άμυνας – αυτός έριξε το πρώτο γαλλικό αεροπλάνο. Υπηρέτησε και στον τομέα της προπαγάνδας, αλλά ήταν και γενικός επιστάτης των αιχμαλώτων που έπιαναν οι Βιετναμέζοι αντάρτες. Ο Σαραντίδης πέρασε από σχολή αξιωματικών και έφτασε μεχρι τον βαθμό του λοχαγού. Πολέμησε σε κάποιες μάχες που έμειναν ιστορικές, όπως στο Ντιεν Μπιεν Φου, που σήμανε την πτώση ή μάλλον την κατακρήμνιση των γαλλικών αποικιοκρατικών δυνάμεων στην Απω Ανατολή.

Ο Κώστας Σαραντίδης έμεινε στο Βιετνάμ μέχρι το 1965. Στο μεταξύ έκανε δύο γάμους με Βιετναμέζες, αποκτώντας τρία παιδιά. Εφυγε όταν ο νέος εχθρός, οι Αμερικανοί, χτυπούσε την πόρτα της πατρίδας του. Θα συντρίβονταν και αυτοί μπροστά στην απίστευτη ευψυχία αυτού του λαού. Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, είχε ξεχάσει τα ελληνικά – μέχρι να ξαναγίνει Ελληνας τα χαρτιά του έγραφαν «Υπηκοότης: ακαθόριστος».

Σήμερα το Βιετνάμ τον τιμά ως εθνικό ήρωα, γράφονται βιβλία για εκείνον και γυρίζονται ταινίες με τη ζωή του, όπως αυτή του Γιάννη Τριτσιμπίδα με τίτλο «Βιετ Κώστας - Υπηκοότης ακαθόριστος», που παίχτηκε τιμητικά στην Αλκυονίδα του Βελισσάριου Κοσσυβάκη παρουσία της πρέσβειρας του Βιετνάμ. Τότε ένας παλιός ναυτεργάτης, χαιρετώντας τον Κώστα Σαραντίδη, του είπε: «Πολέμησες για όλους μας».

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.