Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Συνέντευξη στο Docville

Τα καφενεία της Ελλάδας

Ο φωτογράφος Αβραάμ Παυλίδης μιλά στο Documento για τα καφενεία της ελληνικής επαρχίας, τα γοητευτικά δείγματα του πολιτισμού μας

Φωτογραφίες: Αβραάμ Παυλίδης

Αν στις εξορμήσεις σας αυτό το καλοκαίρι βρείτε ανοιχτό το παλιό καφενείο ενός χωριού, σίγουρα θα έχετε την ευκαιρία να γνωρίσετε τους γηραιότερους του τόπου και θα πιείτε έναν καφέ εκεί όπου ακόμη ο πελάτης δίνει φωναχτά την παραγγελία του στον καφετζή, ο οποίος δεν ξαφνιάζεται ποτέ καθώς «ξέρει εκ των προτέρων τα γούστα (ενίοτε, τα βίτσια) του κάθε ταχτικού μουστερή» όπως γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι» (Νεφέλη, 1990).

Τα καφενεία της Ελλάδας, ένα από τα πιο γοητευτικά δείγματα του πολιτισμού της, έχουν αλλάξει χαρακτήρα στις μέρες μας και από τα παλαιότερα λειτουργούν ελάχιστα πια. Εκατοντάδες από αυτά αποτύπωσε με τον φακό του ο φωτογράφος Αβραάμ Παυλίδης φωτογραφίζοντάς τα για 13 χρόνια ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’90. Ο Θεσσαλονικιός φωτογράφος έζησε τα παιδικά του χρόνια στην ανατολική Μακεδονία της δεκαετίας του ’50. Μεγάλωσε, κυριολεκτικά, μέσα στο καφενείο των γονιών του στο χωριό Γάζωρος Σερρών. Σπούδασε διακόσμηση, εργάστηκε για δύο χρόνια σε γραφείο αρχιτεκτονικών μελετών, παράλληλα άρχισε να ζωγραφίζει και εργάστηκε για πολλά χρόνια σε εταιρεία διανομής βιβλίων. Από το 1990 ταξιδεύει από άκρη σ’ άκρη στις εσχατιές της ελληνικής επαρχίας αποκλειστικά για να φωτογραφίζει. Εστιάζοντας σταδιακά στην αναπαράσταση εσωτερικών χώρων της ελληνικής υπαίθρου που διαθέτουν άρωμα παράδοσης, αποτυπώνει στον φακό του μικρόκοσμους από τα σωθικά της ελληνικής επαρχίας: καφενεία, σπίτια, μπακάλικα, τσαγκάρικα, κουρεία. Σε όλα του τα έργα συνδιαλέγεται με τον χρόνο, τη φθορά του και τα αποτυπώματά της.

Πόσα από τα καφενεία που έχετε φωτογραφίσει υπάρχουν ακόμη;

Το 95% από αυτά έχουν κλείσει. Και θέλουν σήμερα να έχουν παραδοσιακά καφενεία ενώ κλείσανε όλα τα ιστορικά! Κάποια έκλεισαν γιατί πέθαναν οι παππούδες και τα παιδιά τους είτε ήταν μακριά είτε δεν ενδιαφέρονταν, όμως κάποιοι άλλοι αναγκάστηκαν να τα κλείσουν γιατί δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του κράτους. Για παράδειγμα, το καφενείο στη Ζάτουνα, ένα ιστορικό καφενείο, είναι κλειστό σήμερα λόγω του υγειονομικού. Οι κάτοικοι του χωριού θέλουν να σωθεί, όπως μαθαίνω. Για να δούμε.

Σε τι διαφέρουν οι παλιοί καφενέδες από τα καφενεία που φτιάχνονται σήμερα;

Με τα χρόνια γράφουν ιστορία τα ντουβάρια. Αυτά εδώ είναι παμπάλαια. Μπορεί να ’ναι στολισμένα με ψεύτικα πράγματα, στραβά βαλμένες χάρτινες εικόνες αγίων, χαζές φωτογραφίες διάσημων πρωταγωνιστών, φτηνιάρικα αντικείμενα και άλλα τέτοια, που όμως τα καθαγιάζει ο χρόνος. Το καθετί σ’ αυτά έχει μπει μέσα με αγάπη και όχι με την επίδειξη πλούτου από το χέρι ενός διακοσμητή μέσα σε μια δυο μέρες. Αυτοί οι καινούργιοι χώροι είναι σαν ένα φιλμ που δεν έχει γράψει. Τα καφενεία δεν φτιάχνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Ο χρόνος είναι ο μεγάλος μάστορας.

Τι σας γοητεύει σε αυτούς τους χώρους;

Είναι ιεροί χώροι. Για μένα τα καφενεία παίζανε πιο σημαντικό ρόλο από τις εκκλησίες σε κάθε χωριό. Ολες οι κουβέντες εδώ γινόντουσαν. Για τον πόλεμο, για προξενιά, για την παραγωγή τους, για τα ζώα τους, για τις γυναίκες. Ηταν και η διασκέδασή τους. Τα πάντα ήταν το καφενείο. Ο πρωταγωνιστής της καθημερινής ζωής του κάθε τόπου. Πολλά ήταν και μπακάλικα με τα βερεσέ και τα μπακαλοτέφτερά τους. Κάποια είχαν μέσα και κουρείο. Για μένα ήταν ιεροί αυτοί οι χώροι. Ενας ανδροκρατούμενος βέβαια χώρος, όπου οι γυναίκες και για να συμμαζέψουν ακόμη τους άντρες τους στέλνανε τα παιδιά. Η μόνη γυναίκα που έμπαινε στο καφενείο ήταν η καφετζού.

Και οι καφετζήδες;

Οι καφετζήδες ήταν πολύ σημαντικοί άνθρωποι, σεβαστά πρόσωπα. Από τον πατέρα μου, τον πρώτο καφετζή που γνώρισα μέχρι όλους τους άλλους που συνάντησα σε αυτά τα ταξίδια. Οι πιο φλύαροι και κουτσομπόληδες ήταν στα κουρεία και στα τσαγκάρικα, ενώ στα καφενεία δεν γινόταν να σχολιάσεις με κακία κάποιον. Ο καφετζής ήταν σαν ιεράρχης που δεν επέτρεπε σε κανέναν να παρεκτραπεί. Αλλο τα καλαμπούρια, γίνονταν πολλά στις παρέες. Εχει έναν τρομερό, πολύ ωραίο τύπο στον Λαύκο Πηλίου –υπάρχει ακόμη αυτός ο καφενές–, γεννημένος για καφετζής, ο Μανώλης!

Δέχονταν εύκολα οι άνθρωποι να τους φωτογραφίσετε;

Οπου πάω, πρώτα πάω χωρίς τη μηχανή. Είναι επιθετικό όπλο. Πώς να μπεις μέσα στα καφενεία ή στα σπίτια των παππούδων και των γιαγιάδων μ’ ένα όπλο στα χέρια; Από πείρα σας το λέω, δεν γίνεται. Ετσι κι αλλιώς, πρώτα θέλω να νιώσω τον χώρο, είναι απαραίτητο για μένα. Μετά θέλω να γνωρίσω τους ανθρώπους, να με εμπιστευτούν. Πολλοί με ρωτάνε πώς τους πείθω. Δεν είναι εύκολο. Ούτε υπάρχει ένα κλειδί για όλους. Τους αντιμετωπίζω ισότιμα, με σεβασμό. Περνάω χρόνο μαζί τους.

Φωτογραφίζετε μόνο αναλογικά;

Μόνο με φιλμ και πάντα με τρίποδα και σε αργή ταχύτητα. Θέλουν χρόνο αυτές οι εικόνες, για να γράψει το φιλμ τον χρόνο που κουβαλούν. Αυτό που με κινητοποιεί πάντα είναι η εικόνα που βλέπω με τα μάτια μου και ταρακουνάει τα σωθικά μου. Και με νοιάζει να βγάλω μια καλή φωτογραφία τη στιγμή που φωτογραφίζω. Δεν βγήκε καλή; Θα ξαναπάω. Θα κοιτάξω μόνο γύρω γύρω τι γίνεται με το φως, σαν ελεύθερος σκοπευτής που θα ρίξει ένα δυο σφαίρες, όχι ριπές. Οι ψηφιακές μηχανές είναι οπλοπολυβόλα. Επίσης, τα ψηφιακά αρχεία είναι άυλα. Είναι πάντα καινούργια. Η φωτογραφία αφήνει ίχνος, κιτρινίζει, παραμορφώνεται, σαπίζει.

Πόσο σημαντική είναι για σας η αποδοχή της δουλειά σας; Εχετε δεχτεί πολλές καλές κριτικές.

Δεν τις επιδίωξα. Για 13 χρόνια φωτογράφιζα την πρώτη δουλειά (σ.σ.: όπου περιλαμβάνονται τα καφενεία από όλη την Ελλάδα) και η πρώτη μου έκθεση έγινε το 2004 στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Στη μετά μουσείο όμως εποχή μου πήρα πολλά μπράβο, έγινα πιο υπεύθυνος. Εχω πιο πολλή τρέλα! Φωτογραφίζοντας βγάζω την όποια αλήθεια κουβαλάω. Και δεν είναι θέσφατο. Δεν σημαίνει ότι όλη η Ελλάδα είναι ή ήταν έτσι. Και δεν σας λέω ότι όλες οι φωτογραφίες που έχω στα συρτάρια μου είναι καλές. Είναι όμως μια δική μου βιωμένη αλήθεια. Δεν είναι ευρήματα του κεφαλιού μου. Από κει και πέρα τι έκανα καλλιτεχνικά είναι μια άλλη ιστορία. Κάποιους τους έχω πείσει. Και κάποιοι, σαν τον Ηρακλή Παπαϊωάννου (σ.σ.: ο επιμελητής των εκθέσεών του και διευθυντής του ΜΦΘ), επειδή με αγαπάνε πολύ, λένε καλά λόγια για μένα.

Πουλάτε τις φωτογραφίες σας;

Στην Ελλάδα δεν αγοράζουν φωτογραφίες. Ούτε καν οι συλλέκτες. Βολεύονται στα παλιατζίδικα, κανένας τους δεν αγοράζει σύγχρονα έργα Ελλήνων φωτογράφων. Σε τέτοια υπόληψη έχουν τη φωτογραφική τέχνη. Στην Ευρώπη και την Αμερική, όπως μου λένε, είναι αλλιώς. Ακούστε, όταν ξαναπήγα στη Μάνη, αναζήτησα ένα καφενείο που είχα φωτογραφίσει στην Καστανιά Μεσσηνίας το 2001. Δεν υπήρχε, αλλά βρήκα την καφετζού παραδίπλα και μου είπε ότι βάλανε τη φωτογραφία που της τράβηξα τότε στο βιβλίο Νεοελληνική Γλώσσα της Α΄ γυμνασίου. Τυχαία το έμαθα· την έκλεψαν και δεν έγραψαν καν το όνομά μου. Αυτή είναι η κατάντια μας. Και με ρωτάτε αν πουλάω τις φωτογραφίες μου;

Ολα αυτά τα χρόνια φωτογραφίζετε μόνο εσωτερικούς χώρους.

Δεν με ενδιαφέρουν τα τοπία, τα προσπερνάω. Εχω κάνει πάνω από 600.000 χιλιόμετρα, πάνω από 200.000 στο χώμα. Το τοπίο είναι το πρώτο που βλέπεις, πρέπει να το ξεπεράσεις όμως για να μπεις μέσα στον τόπο, μέσα στους ανθρώπους. Από το ’90 δεν ξέρω τι θα πει ξενοδοχείο. Εχω ορμητήρια και φίλους παντού. Ζω μέσα από τη φωτογραφία. Για να κατακτήσεις όμως έναν τόπο, έναν άνθρωπο, θέλει κόπο και ιδρώτα. Είναι και ζημιά. Είμαι μονόχνοτος εγώ. Είναι σαν να σκάβω ένα πηγάδι και το βαθαίνω, το βαθαίνω χωρίς να ξέρω τι γίνεται γύρω. Το βαθαίνω όμως το πηγάδι. Αυτή είναι η ιστορία μου.

Ταξιδεύετε πάντα μόνος;

Ηθελα παρέα μόνο στην τελευταία δουλειά γιατί ήταν επικίνδυνοι χώροι όλα αυτά τα εγκαταλειμμένα κτίρια. Κινδύνεψα μάλιστα δυο τρεις φορές. Στις προηγούμενες όμως κυρίως μόνος μου πήγαινα ή με ανθρώπους του τόπου. Η αλήθεια είναι ότι για μένα η φωτογραφία είναι σαν προσευχή. Και για να προσευχηθώ θα πάω μόνος μου.

INFO

Η μονογραφία του Αβραάμ Παυλίδη «Εστίες παράδοσης», απ’ όπου οι φωτογραφίες του σημερινού δημοσιεύματος, έχει εξαντληθεί και είναι πλέον συλλεκτική. Μετά το 2010 ο φωτογράφος στράφηκε σε παρατημένες εγκαταστάσεις της βιομηχανικής κοινωνίας, εργοστάσια, στρατόπεδα, ξενοδοχεία, κέντρα διασκέδασης, ψυχιατρεία και φυλακές που περιλαμβάνει η τελευταία έκθεσή του με τίτλο «Νέα ερείπια» στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ (βίλα Καπαντζή, Βασιλίσσης Ολγας 108) έως τις 11 Αυγούστου

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.