Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Αφηγείται λεπτό προς λεπτό...

Τι είπε στην απολογία του ο δολοφόνος της Δώρας Ζέμπερη - «Την σκότωσα, πούλησα το κινητό και πήρα την πρέζα μου»

Ο 58χρονος δολοφόνος της Δώρας Ζέμπερη περιγράφει στην απολογία του με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν στο Β΄Νεκροταφείο Αθηνών το απόγευμα της 18ης Οκτωβρίου.

Αν και αρχικά αρνήθηκε πως έκανε τη δολοφονία στη συνέχεια, λύγισε και περιέγραψε καρέ καρέ στην κατάθεσή του που συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία τις στιγμές πριν αλλά και μετά την επίθεση στην άτυχη εφοριακό.

Ο ίδιος όταν ομολόγησε το έγκλημα στις αρχές ανέφερε πως από την ημέρα που δολοφόνησε τη Δώρα Ζέμπερη το σκέφτεται κάθε μέρα και αισθάνεται πολύ άσχημα.

«Κατέστρεψα μια οικογένεια και αισθάνομαι πολύ άσχημα για αυτό. Ξέρω ότι μια συγγνώμη δεν θα φέρει πίσω την κοπέλα, ούτε θα καλυτερεύσει την κατάσταση, αλλά θέλω να την πω».

Ο δολοφόνος αποκάλυψε ότι το πρώτο μέλημά του μετά τη δολοφονία της 32χρονης εφοριακού ήταν να πουλήσει το κινητό της τηλέφωνο, να αγοράσει πρέζα και στη συνέχεια να πάει στο σπίτι του να κοιμηθεί.

«Θα σας πω τι έγινε εκείνη την ημέρα με κάθε λεπτομέρεια. Από τότε, το σκέφτομαι κάθε μέρα και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν μπορώ ακόμη να χωνέψω πως έκανα τέτοιο κακό. Κατέστρεψα μια οικογένεια και αισθάνομαι πολύ άσχημα. Ξέρω ότι μια συγγνώμη δεν θα φέρει πίσω την κοπέλα. Ούτε θα καλυτερέψει την κατάσταση αλλά θέλω να την πω. Να σας όμως πρώτα μερικά πράγματα για μένα για να καταλάβετε πώς φθάσαμε μέχρι εδώ.» ανέφερε χαρακτηριστικά στην απολογία του.

Παράλληλα, ο 58χρονος έδωσε στοιχεία στις αρχές για την του, το οικογενειακό του παρελθόν αλλά και για τον πώς έπεσε στον κόσμο των ναρκωτικών και της ηρωίνης.

«Έχω δυο παιδιά, ένα αγόρι που έχω υιοθετήσει και είναι 24 ετών και ένα κορίτσι που είναι 12 χρόνων. Η πρώην γυναίκα μου ζει στην Κόρινθο και με χώρισε το 2007, γιατί κατάλαβε ότι έπαιρνα την κάτω βόλτα με αυτά που είχα αρχίσει να κάνω. Παλαιότερα όταν ήμουν 46 χρόνων δούλευα ψαράς σε διάφορα καΐκια Αυτό συνεχίστηκε μέχρι και που παντρεύτηκα με τη γυναίκα μου. Μετά πήρα την κάτω βόλτα. Άρχισα τις κλοπές και τα ναρκωτικά. Έχω μπει δύο φορές φυλακή. Την πρώτη μπήκα για παραβάσεις του ΚΟΚ που είχα κάνει και τη δεύτερη για ναρκωτικά».

Ο ίδιος είπε στις αρχές πως πήγαινε και παλαιότερα στο Β΄Νεκροταφείο και έκλεβε ασημένια κηροπήγια και καντήλια. Ωστόσο, εκείνη την ημέρα το στιλέτο που κουβαλούσε πάνω του «έφερε την κακιά την ώρα».

«Στο νεκροταφείο μπήκα από την πίσω πλευρά του, από την περίφραξη που είναι κοντά στις γραμμές. Δηλαδή για να καταλάβετε ήρθα από το γήπεδο της Ριζούπολης, πήδηξα την περίφραξη των γραμμών του τρένου, πέρασα τις γραμμές και σκαρφάλωσα την περίφραξη του νεκροταφείου. Μόλις μπήκα μέσα, πίσω μου είχα το γήπεδο από εκεί, περπάτησα δίπλα από το οστεοφυλάκια και επειδή δεν είδα κάτι που μπορούσα να πάρω, συνέχισα μέχρι που έφθασα σχεδόν στο κέντρο του νεκροταφείου. Εκεί, στάθηκα και είδα μια νεαρή κοπέλα να κλαίει μπροστά σε ένα τάφο. Η κοπέλα αυτή είχε μαύρα μαλλιά και φορούσε σκούρα ρούχα. Δίπλα της, στο πεζούλι, είχε αφήσει την τσάντα της που ήταν μπεζ το χρώμα. Την κοπέλα αυτή την έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν γνώριζα ούτε αυτή αλλά ούτε και την οικογένειά της. Κοίταξα γύρω μου και δεν είδα κάποιον εκεί κοντά. Μόνο κάτι γριές έβλεπα αλλά αυτές ήταν πολλά μέτρα μακριά. Τότε σκέφτηκα να πάω να πάρω την τσάντα της κοπέλας. Γιατί πίστευα ότι σίγουρα θα είχε μέσα κάποια χρήματα. Έτσι και έκανα. Την πλησίασα από πίσω, της έβγαλα το μαχαίρι και της είπα: "Δώσε μου την τσάντα σου τώρα!". Εκείνη γύρισε ξαφνικά και άρχισε να με τραβάει και να χτυπιόμαστε. Ενώ φώναζε κιόλας. Εγώ κρατούσα στο δεξί μου χέρι το μαχαίρι και με το άλλο χέρι τραβούσα την τσάντα για να την πάρω. Χωρίς να καταλάβω πώς και ενώ παλεύαμε και πέφτανε γλάστρες και άλλα πράγματα γύρω μας, τη χτύπησα με το μαχαίρι. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες φορές. Μετά, η κοπέλα που ήταν ματωμένη, άφησε την τσάντα της και άρχισε να τρέχει προς το κέντρο του νεκροταφείου, φωνάζοντας βοήθεια. Εγώ, γύρισα προς τα πίσω, δηλαδή προς το μέρος από το οποίο μπήκα στο νεκροταφείο, κρατώντας την τσάντα της κοπέλας στα χέρια μου. Έτρεχα κολλητά στην περίφραξη και τα οστεοφυλάκια. Στο δρόμο, δεν ξέρω αν έριξα κάτι, αλλά μέσα στον πανικό μου δεν μου φαίνεται απίθανο. Είχα σαστίσει εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερα τι έκανα, είχα θολώσει. Όταν έφθασα στο σημείο από όπου είχα μπει στο νεκροταφείο, κοίταξα τα χέρια μου και είδα ότι ήταν γεμάτα αίματα. Τα αίματα, ήταν της κοπέλας γιατί εγώ δεν είχα χτυπήσει. Έβγαλα κάτι χαρτοπετσέτες που είχα στην κωλότσεπή μου και σκούπισα τα αίματα. Τις χαρτοπετσέτες αυτές δεν τις πήρα μαζί μου και πρέπει να τις άφησα στο νεκροταφείο.» περιγράφει ο ίδιος.

Στη συνέχεια όπως λέει σκούπισε τα αίματα με τις χαρτοπετσέτες, σκαρφάλωσε στην την περίφραξη του νεκροταφείου και έφυγε μέχρι που έφτασε σε ένα οικόπεδο με ξερά χόρτα.

«Μπήκα μέσα από τη χαλασμένη περίφραξη για να κοιτάξω τι είχε μέσα η τσάντα. Δεν θυμάμαι να σας πω πού ακριβώς είναι το οικόπεδο αυτό η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που πήγαινε να σπάσει. Κοίταξα μέσα στην τσάντα και είδα ότι είχε ένα κινητό, ένα λευκό iPhone 5 με τα ακουστικά του, ένα πορτοφόλι με κάρτες από διάφορες τράπεζες και πέντε ευρώ και κάτι άλλα γυναικεία πράγματα που δεν θυμάμαι ακριβώς. Πήρα τα πέντε ευρώ και το κινητό με τα ακουστικά και την τσάντα με το πορτοφόλι και τα άλλα πράγματα που είχε μέσα τα άφησα εκεί. Μετά έφυγα από κει και σε διαφορετικούς κάδους απορριμμάτων πέταξα το μαχαίρι και την μπλούζα που φορούσα, μια φούτερ μπλούζα χρώματος κόκκινου γιατί είχε γεμίσει με τα αίματα της κοπέλας».

Τέλος, μιλάει για την στιγμή που έφθασε στην Ομόνοια και πούλησε το κινητό της κοπέλας και στη συνέχεια πήγε και πήρε την πρέζα του.

«Κάτω από τη φούτερ μπλούζα φορούσα ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι με το οποίο έμεινα αφού πέταξα τη φούτερ μπλούζα στον κάδο. Μετά, πήρα το αστικό λεωφορείο και κατέβηκα στην Ομόνοια. Δεν θυμάμαι με ποιο λεωφορείο πήγα ακριβώς. Όπως σας είπα τα είχα χαμένα εκείνη την ώρα. Με το λεωφορείο έφθασα έξω από το Πολυτεχνείο και από εκεί πήγα με τα πόδια στην Ομόνοια. Φθάνοντας στην Ομόνοια ξεκίνησα για ένα μαγαζί που βρίσκεται στην οδό Σοφοκλέους και το έχουν κάτι Πακιστανοί. Εκεί, έχω ξαναπάει και παλαιότερα και έχω δώσει και άλλα πράγματα. Δεν θυμάμαι πόσες φορές πήγα στο μαγαζί αυτό για να πουλήσω το κινητό δηλαδή αν ήταν μία φορά ή δύο φορές, πάντως θυμάμαι ότι εκεί σίγουρα πούλησα το κινητό και τα ακουστικά για 20 ευρώ. Την ώρα που το πουλούσα ήμουν χάλια, δηλαδή αγχωμένος και ιδρωμένος. Ήθελα να το πουλήσω όσο πιο γρήγορα γίνεται και να εξαφανιστώ από εκεί. Μόλις το πούλησα έφυγα κατευθείαν από εκεί και πήγα ψώνισα πρέζα από την πλατεία Βάθη και πήγα σπίτι και την ήπια για να ηρεμήσω. Όταν έγινε το κακό, δεν είχα πιει πρέζα αλλά είχα στερητικό. Όλο αυτό τον καιρό από τότε που έκανα το κακό αυτό μέχρι και σήμερα που με φέρατε εδώ στην υπηρεσία σας, έβλεπα τις ειδήσεις που έλεγαν για την κοπέλα και σκεφτόμουν τις συμφορές που προκάλεσα. Περίμενα να με βρείτε και να σας πω τι έγινε. Με το που σας το είπα έφυγε ένα βάρος από μέσα μου. Το βάρος αυτό το κουβαλούσα μέσα μου και δεν είχα πει σε κανέναν για το κακό που είχα κάνει.»

Ο 58χρονος θα απολογηθεί αύριο, Παρασκευή στον ανακριτή.  

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.