Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Η ζωή ενός γνήσια λαϊκού τραγουδιστή

Τόλης Βοσκόπουλος: Ο ανεπανάληπτος «πρίγκιπας»

Η ζωή του ξεκινάει σαν ταινία της Κλακ Φιλμ. Γεννιέται στην Κοκκινιά, με μικρασιατική καταγωγή.

 Είναι το μικρότερο παιδί και ο μοναδικός γιος ενός μανάβη, ο οποίος επειδή έχει πολλές κόρες ονειρεύεται τον γιο του διάδοχο στη λαχαναγορά. Η εξέλιξη τελικά είναι μια ιστορία λάμψης και χλιδής. Με πρωτοσέλιδα που έχουν να κάνουν κατεξοχήν με ερωτικές περιπέτειες και οικονομικές εκκεντρικότητες. Θορυβώδεις έρωτες, γάμοι και διαζύγια, χρήματα που έρχονται και φεύγουν.

Από αυτή την άποψη τα τραγούδια που είπε και έγραψε ίσως είναι αδικημένα. Παρά το ότι έχουν αγαπηθεί πολύ, εδώ και 50 χρόνια στην επικαιρότητα, μάλλον ποτέ δεν κέρδισαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σχέση με τη ζωή αυτού που μας τα σύστησε. Ισως μέτρησε η ιδιοσυγκρασία του ως καλλιτέχνη, ίσως ήταν και ο χώρος που κινήθηκε ως προσωπικότητα…

This is a story  of a real star

Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1940. Από πιτσιρίκι δουλεύει στα Λεμονάδικα, κάνει θεατρικά όνειρα και παίζει κιθάρα στα πάρτι που διοργανώνει. Στα 15 του γράφεται στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Ωδείου του Μανώλη Καλομοίρη. Στα 18 ανεβαίνει για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι, στο θέατρο Διάνα, στην παράσταση του Δημήτρη Μυράτ «Το κράτος του Θεού». Θεατρικά θα είναι και τα επόμενα βήματά του… Με αφετηρία τον έρωτα, η ζωή του μπλέκεται με τη θεατρική οικογένεια Στρατηγού (Στέφανος, Ρένα, Αλέκα και Στέλλα). Θα γνωρίσει και θα παντρευτεί τη Στέλλα το 1960. Είναι μόλις 20 χρόνων… Ακολουθούν ρολάκια σε μουσικές κωμωδίες όπου πρωταγωνιστούν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Νίκος Ρίζος, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος… Κάποιες συμμετοχές σε κινηματογραφικές ταινίες (1960 - «Τρεις κούκλες και εγώ», 1963 - «Κάτι να καίει» κ.ά.) και πολλές περιοδείες με την οικογένεια Στρατηγού κ.ά. Το καλοκαίρι του 1962 στο θέατρο Περοκέ θα στήσουν μια δική τους θεατρική επιχείρηση. Το αποτέλεσμα είναι χρέη 800.000 δραχμών – σε μια εποχή που ένας ηθοποιός του μεγέθους του έπαιρνε μεροκάματο 120 δραχμών.

Τότε θα κάνει και την πρώτη του απόπειρα ως τραγουδιστής με τον Λυκούργο Μαρκέα, τον μαέστρο της παράστασης του Περοκέ, και τον Θάνο Σοφό, έναν από τους συγγραφείς της. Θα ηχογραφήσουν καμιά δεκαριά δισκάκια στην Κολούμπια. Και εδώ η αποτυχία είναι πλήρης. Σε μια εποχή που κυριαρχούν φωνές σαν του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση και του Αγγελόπουλου, η φωνή του 22άχρονου Τόλη μοιάζει γυναικεία και δεν συγκινεί κανέναν (για την ιστορία: 14 από αυτές τις ηχογραφήσεις θα κυκλοφορήσουν για πρώτη φορά σε μεγάλο δίσκο το 1985, όταν ο Βοσκόπουλος θα βρει για λίγο δισκογραφική στέγη στην –τότε– Κολούμπια).

Η συνέχεια θα μπορούσε να είναι επίσης κομμάτι ταινίας μελό: απογοητευμένος από το μουσικό θέατρο, θα αναζητήσει την τύχη του στο μπουζούκι και στο λαϊκό τραγούδι. Κλείνεται μήνες στο σπίτι του και παίζει 12 ώρες την ημέρα μέχρι να μάθει. Μια περιοδεία στην Αμερική με καλύτερες οικονομικές προοπτικές θα καταλήξει σε αιμοπτύσεις και εξάμηνη θεραπευτική αγωγή. Γυρίζοντας θα δουλέψει στη Νεράιδα που ανήκει τότε στην Παμέλα και την Καίτη Μπελίντα. Ο μαέστρος Κώστας Κλάββας θυμάται –χρόνια μετά– τα δύο μπουζουκάκια στο πρόγραμμα που ήταν «ένας Δροσιάδης, ο πρώτος ο καλός. Και ο Βοσκόπουλος βοηθός, που για να μάθει δεύτερες φωνές είδαμε και πάθαμε». Εκείνη την περίοδο όμως θα δώσει και τα πρώτα τραγούδια που γράφει για να τα τραγουδήσει η Καίτη Γκρέυ. Και σιγά σιγά θα αρχίσει να διαμορφώνει έναν πρώτο πυρήνα κοσμικών θαυμαστών, παίζοντας στην Κουίντα της Φωκίωνος Νέγρη. Η καθοριστική όμως στιγμή για την εξέλιξή του θα έρθει με τη γνωριμία της Δούκισσας.

Ειδύλλιο και αρχή μιας μεγάλης πορείας

Εκείνη έχει ήδη μια πορεία στη διασκέδαση της εποχής – συνεργασίες και επιτυχίες με Μητσάκη και Χιώτη. Τον Οκτώβριο του 1966 θα ηχογραφήσουν μαζί το «Μ’ έμαθες ν’ αγαπώ» του Βοσκόπουλου. Μετά θα έρθουν πολλά τραγούδια που τα περισσότερα έχει γράψει ο ίδιος, με βασικό συνεργάτη στον στίχο τον –επίσης ηθοποιό δεύτερων ρόλων αρχικά– Μίμη Θειόπουλο (1929-2010). Κορυφαία στιγμή το καλοκαίρι του ’67 «Οι αναμνήσεις». Και ο κύκλος θα κλείσει στις αρχές του ’68 με τα «Είναι μια ώρα δύσκολη του χωρισμού η ώρα» και «Εχω μιαν αρραβωνιάρα». Μέσα σε δύο χρόνια θα δρομολογηθεί και για τους δύο μια ξεχωριστή πορεία στη δισκογραφία, στο θέατρο, σε κέντρα, αλλά και στον κινηματογράφο (στις μελό ταινίες του Κώστα Δούκα «Τ’ αδέλφια», «Συντρίμμια τα όνειρά μας», «Θα κάνω πέτρα την καρδιά μου», «Ελπίδες που ναυάγησαν»). Η προσωπική τους σχέση θα λήξει άδοξα – η Δούκισσα θα φύγει στο εξωτερικό με αρχικό στόχο να μείνει καιρό εκεί, αλλά θα τη φέρει πίσω η επιτυχία του «Πού πας χωρίς αγάπη» του Ζαμπέτα.

Ο Ζαμπέτας θα είναι ο μοιραίος δημιουργός και για τη συνέχεια της πορείας του Βοσκόπουλου. Το καλοκαίρι του 1967, στο θέατρο Φλόριντα, ο Αλέκος Σακελλάριος ανεβάζει την κωμωδία «Πέντε πρόσωπα ζητούν μεροκάματο». Στην παράσταση υπάρχει ένα τραγούδι που είναι να πει ο Γιάννης Πουλόπουλος. Την τελευταία στιγμή η συμμετοχή του Πουλόπουλου ακυρώνεται και έτσι καλείται να τραγουδήσει τη «Βαλίτσα» ο Βοσκόπουλος. «Ο Τόλης γεννημένος θεατρίνος. Ανεβαίνει στην πίστα και την καταπίνει όλη» θα πει χρόνια μετά στην αυτοβιογραφία του ο Ζαμπέτας. Και όταν ο ανερχόμενος τραγουδιστής τού ζητήσει συνεργασία θα του δώσει την «Αγωνία».

Ξανθή,  αγαπημένη Ζωίτσα

Η θεατρικότητα του Βοσκόπουλου θα σημαδέψει το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’70. Είναι η εποχή που ο καθισμένος στο πάλκο λαϊκός τραγουδιστής σχεδόν εκλείπει. Είναι η εποχή που ο κινηματογράφος –αμέσως μετά η τηλεόραση– ποντάρουν πρώτα στην εικόνα. Η εκκεντρικότητα του Βοσκόπουλου στην ερμηνεία, την εμφάνιση αλλά και στον τρόπο ζωής θα πάρει τη ρεβάνς. Στο πρόσωπό του η νεοανερχόμενη κοσμική Αθήνα θα βρει το είδωλό της. Ο έρωτας με τη Ζωή Λάσκαρη θα αποτελέσει κεντρικό κεφάλαιο στις συζητήσεις περί των κοσμικών. Ολα θα ξεκινήσουν από την παράσταση «Μαριχουάνα STOP!» στο θέατρο Μπουρνέλλη το καλοκαίρι του ’70. Τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου («Και συ θα φύγεις», «Το φεγγάρι πάνωθέ μου») θα κερδίσουν τις εντυπώσεις και στην ομώνυμη ταινία.

Το καλοκαίρι του ’72 θα έρθουν για τον Βοσκόπουλο και τη Λάσκαρη οι «Ερασταί του ονείρου» στο θέατρο Βέμπο. Αμέσως μετά η γονυκλισία του μπροστά στην «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης τον ίδιο χρόνο (τρεις φορές βγαίνει στη σκηνή και δεν μπορεί να το τραγουδήσει). Θα είναι η τελευταία δημόσια εικόνα του ειδυλλίου. Η ταινία «Ερασταί του ονείρου» θα γυριστεί με τη Λάσκαρη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Ο Βοσκόπουλος, αφού πρωταγωνιστήσει στο κινηματογραφικό «τσιγγάνικο έπος» «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά», το οποίο στηρίζεται στο ομώνυμο δικό του τραγούδι, και σε κάποιες ακόμη αισθηματικές ταινίες στηριγμένες κατεξοχήν σε τραγούδια του («Μια γυναίκα, μια αγάπη, μια ζωή», «Σε ικετεύω, αγάπη μου» και «Ο άγνωστος εκείνης της νύχτας») θα περιοριστεί στη δισκογραφία, στα μεγάλα κοσμικά κέντρα και εντέλει θα παντρευτεί τη Μαρινέλλα.

Ο γάμος και η δισκογραφική συνεργασία των δύο κορυφαίων για την εποχή τραγουδιστών θα δοκιμαστεί επικοινωνιακά στο κλίμα που διαμορφώνει η μεταπολίτευση. Θα συνεργαστούν περισσότερο σε κέντρα, αλλά θα μοιραστούν μόνο δύο δίσκους. Στη συνέχεια –έως το 1981 που θα χωρίσουν– η Μαρινέλλα θα διαλέξει το Ρεσιτάλ με τον Κώστα Χατζή και τις μπουάτ της Πλάκας και θα περιοριστεί μόνο σε σεκόντο στα τραγούδια και τους προσωπικούς δίσκους του Τόλη Βοσκόπουλου και σε σχετικά λίγα δικά του τραγούδια. Ο Βοσκόπουλος θα προτιμήσει να παραμείνει «άρχοντας» στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Για μια και μόνη φορά, το 1978, θα ανέβει ξανά στο θεατρικό σανίδι με το μιούζικαλ «Τραγούδα, θεατρίνε». Στη δισκογραφία θα δοκιμάσει τραγούδια με νεότερο ήχο και νεότερους συνεργάτες. Από τον Θανάση Πολυκανδριώτη («Κι έλεγες», «Καρδιά μου, καρδιά μου») μέχρι τον Νίκο Καρβέλα («Είναι το κάτι που μένει», «Στις 32 του μηνός» κ.λπ.). Ο ίδιος θα γράφει όλο και λιγότερα τραγούδια –αν και το δικό του «Πριν χαθεί το όνειρό μας» (1976) θα γίνει από τα πιο ανθεκτικά στον χρόνο τραγούδια του – και το «Αποκοιμήθηκα» (1977) θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της νεότερης πορείας του Στράτου Διονυσίου.

Νέες εποχές, νέα προβλήματα

Οι επόμενες δεκαετίες θα φέρουν και άλλες επιτυχίες αλλά και πολλά σκαμπανεβάσματα. Από τα μέσα του ’80 οι εμφανίσεις του θα μειωθούν. Το 1986 θα αρραβωνιαστεί με την Τζούλια Παπαδημητρίου με κουμπάρο τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Τότε θα αποκτήσουν μαζί και μια κόρη, την πατρότητα της οποίας θα αμφισβητήσει κάποια χρόνια αργότερα. Ο γάμος τους θα γίνει το 1990 αλλά τα επεισοδιακά γεγονότα της σχέσης τους θα προκύψουν από το διαζύγιο και μετά. Κεντρική αιτία η διαχρονικά κακή σχέση του τραγουδιστή με τα οικονομικά. Από πολύ παλιά, άμεσοι συνεργάτες του αναφέρουν προβλήματα με την εφορία. Ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο, δηλώνει σχεδόν με υπερηφάνεια ότι δεν έχει πάει ποτέ σε ταμείο κέντρου να πάρει χρήματα και ότι τα χρήματα τα εισέπρατταν οι γυναίκες του!

Κάποια στιγμή, γύρω στο 1996, θα βρεθεί εξαρτημένος από το ποτό, άρρωστος και μόνος στο νοσοκομείο. Εκεί θα τον επισκεφτεί για πρώτη φορά η Αντζελα Γκερέκου, που γρήγορα θα γίνει η τέταρτη γυναίκα του (Αύγουστος ’96) και η μητέρα της κόρης του (θα γεννηθεί το 2001). Μαζί θα ανέβουν στη σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ 1998, θα τραγουδήσουν το «Ηρθες σαν όνειρο» αλλά και θα γράψουν καινούργια τραγούδια (1999). Στη συνέχεια εκείνη θα ασχοληθεί με την πολιτική, θα εκλεγεί στη Βουλή, θα γίνει υπουργός Τουρισμού και τον Μάιο του 2010 θα παραιτηθεί για λόγους ευθιξίας όταν θα δημοσιοποιηθεί μέσω του Τύπου ένα χρέος του Τόλη Βοσκόπουλου στην εφορία ύψους 5,5 εκατ. ευρώ.

Από το 2000 και μετά ο τραγουδιστής έχει εκδώσει τέσσερις δισκογραφικές δουλειές σε μικρότερες δισκογραφικές εταιρείες χωρίς την επιτυχία αλλοτινών καιρών. Ο πιο πρόσφατος δίσκος του ήταν το 2008 («Στο πέρασμα του χρόνου») και η πιο πρόσφατη συμμετοχή του το 2013 στον δίσκο του Μανώλη Καραντίνη «Της ψυχής μου τα κρυμμένα». Οι ζωντανές εμφανίσεις του ήταν πιο πυκνές και πάντα είχαν κάτι από την αίγλη της ιστορίας του. Το 2011 τον βρήκε στον Διογένη με τον Αντώνη Ρέμο. Διαχρονικά πιστός των νυχτερινών κέντρων, μόλις το 2013 θα κάνει την πρώτη ουσιαστικά συναυλία του, στο Βεάκειο στον Πειραιά. Στα τέλη του 2013 με τη συνεργασία του Μίμη Πλέσσα, του δημιουργού κάποιων από τα πιο κλασικά τραγούδια του στα χρόνια του ’70, αλλά και του Μανώλη Καραντίνη θα ξεκινήσει μια τρίχρονη παρουσία στο Baraonda. Η επόμενη σελίδα στη διαδρομή του είναι το Κατράκειο στις 11 Ιουλίου.

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.