Ο Στράτος Διονυσίου όπως τον θυμούνται οι γιοι του

Ο Στράτος Διονυσίου με τη σύζυγό του Γεωργία, την κόρη τους Τασούλα και τον γιο τους Αγγελο

Ο Αγγελος, ο Στέλιος και ο Διαμαντής Διονυσίου μιλούν για τον πατέρα τους.

 

Στις 11 Μαΐου του 1990, σε ηλικία µόλις 55 χρόνων, ο Στράτος ∆ιονυσίου έφυγε από τη ζωή βυθίζοντας στο πένθος την οικογένειά του και τους ανθρώπους που τον αγαπούσαν. Παραδόξως αυτήν τη µέρα πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω τη θυµούνται ως µέρα προσωπικού τους πένθους. Σαν να χάθηκε κάποιος από το δικό τους σπίτι. Ο Στράτος ∆ιονυσίου όπως πολλοί άνθρωποι της εποχής του έζησε τον πόλεµο, ταλαιπωρήθηκε λόγω της πολιτικής ταυτότητας του πατέρα του και βγήκε από παιδί στη βιοπάλη. Ξένος ανάµεσα σε ξένους, ήρθε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και κατάφερε να σταθεί µες στα λιοντάρια της δισκογραφίας και του πάλκου. Η ζωή και η πορεία του έχουν καταγραφεί σε ηχητικά ντοκουµέντα, βίντεο, συνεντεύξεις, άρθρα και σε µια βιογραφία που έγραψε η Βίκυ Μιχαλονάκου, ενώ κυκλοφορεί και η νέα βιογραφία του, την οποία υπογράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης. Με αφορµή τη συµπλήρωση των 31 χρόνων από τον θάνατό του αναζήτησα τον Αγγελο, τον Στέλιο και τον ∆ιαµαντή ∆ιονυσίου και τους ζήτησα να µοιραστούν µαζί µας τις αναµνήσεις τους.

Με τη Βίκυ Μοσχολιού και τον Μιχάλη Μενιδιάτη

 

Μαζί στα παιχνίδια και στο γήπεδο

Ως πατέρας ο Στράτος ∆ιονυσίου ήταν όπως είναι όλοι πατεράδες που αγαπούν την οικογένειά τους, όπως λέει ο Αγγελος ∆ιονυσίου. «Καµία σχέση µε την εικόνα του απόµακρου ανθρώπου που έβγαζε προς τα έξω. Ηταν ένας άνθρωπος πολύ γλυκός και προσιτός, µε τις πλάκες και τα ανέκδοτά του. Του άρεσε να τρώµε την Κυριακή όλη η οικογένεια µαζί. Στη δουλειά του βέβαια ήταν αυστηρός, ήθελε τα πράγµατα πάρα πολύ σωστά, ήθελε το τέλειο». Σύµφωνα µε τον Στέλιο ∆ιονυσίου ήταν υπερπροστατευτικός. «Ηθελε να ξέρει τα πάντα για µας, όλους τους ανθρώπους, όλους τους φίλους µας. ∆εν ήταν καθόλου αυστηρός. Ισως µόνο όταν µάλωνα µε τον ∆ιαµαντή µε τον οποίο ήµασταν και κοντά ηλικιακά. Αν µε έβλεπε να τον χτυπάω µπορεί να έβαζε τις φωνές. Αν και σπανίως χρειαζόταν· µόνο το βλέµµα του να έβλεπες καταλάβαινες ότι είχε έρθει η ώρα να τελειώσεις οτιδήποτε έκανες».

Με τον Στέλιο Καζαντζίδη

 

Ο Στέλιος και ο ∆ιαµαντής ∆ιονυσίου θυµούνται τις οικογενειακές εκδροµές στη Χαλκιδική και τα κοινά παιχνίδια που έκαναν µε τον πατέρα τους την εποχή που την ώρα που επέστρεφαν από το σχολείο εκείνος ξυπνούσε και του πήγαιναν στο δωµάτιό του τον καφέ και τον χυµό του. «Ξαπλώναµε µαζί του στο κρεβάτι, µας τσίµπαγε, τον πειράζαµε κι εµείς, του ανακατεύαµε τα µαλλιά. Πηγαίναµε και γήπεδο µαζί. Υποστήριζε τον ΠΑΟΚ αλλά µας πήγαινε στον Παναθηναϊκό, στο Ολυµπιακό Στάδιο και στη Λεωφόρο. Ο κόσµος που τον έβλεπε ερχόταν κοντά, του µιλούσαν, έκανε αστεία και γελούσαν» θυµάται ο ∆ιαµαντής και λέει ότι ένιωθε µεγάλη χαρά να τον φωνάζουν µε το µικρό του όνοµα γιατί ήθελε να είναι ένα µε τον κόσµο.

Ο Αγγελος λέει ότι µετά τα 15 του που άρχισε να βγαίνει µε παρέες υπήρχε ρητή εντολή να έχει επιστρέψει στο σπίτι µέχρι τα µεσάνυχτα που ο Στράτος ∆ιονυσίου έφευγε για το µαγαζί. «Αν δεν είχα επιστρέψει, έβγαινε στον δρόµο και έψαχνε να µε βρει. Πάντα ωστόσο ήξερε πού ήµουν». Του ζητάω να µου πει αν αληθεύει ότι του µιλούσε στον πληθυντικό. «Ναι, και θα ήθελα να πω κάτι εδώ. Ο πατέρας µου δεν µου ζήτησε ποτέ να του µιλάω µε συγκεκριµένο τρόπο. Το έκανα γιατί έτσι µου έβγαινε. Επίσης, ντρεπόµουν να πάω να του ζητήσω λεφτά. Εστελνα τη µητέρα µου». Ενα άλλο πράγµα που δεν έκανε ποτέ µπροστά του ήταν να καπνίσει. «Μπορεί να είχα τα τσιγάρα µπροστά µου και να µου έπαιρνε ένα, αλλά εγώ δεν µπορούσα να καπνίσω µπροστά του, το θεωρούσα ασέβεια. Ετσι ήταν ο χαρακτήρας µου, δεν µου επέβαλε κάτι εκείνος».

Με τον Άκη Πάνου

 

∆υσκολίες και χαρές εναλλάσσονταν

Ο Αγγελος και η αδερφή του Τασούλα που έχει φύγει από τη ζωή έζησαν ως παιδιά τον πατέρα τους στα πρώτα του βήµατα στο τραγούδι, τότε που η οικογένεια µετακόµισε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στο Αιγάλεω. «Θυµάµαι ότι έκανε δύο δουλειές – το βράδυ τραγουδούσε και το πρωί ήταν στην οικοδοµή. Εχουµε αλλάξει επτά οκτώ σπίτια· κάθε φορά πηγαίναµε σε κάτι καλύτερο και καταλήξαµε εδώ στο Hilton όπου αγόρασε το διαµέρισµα. Ηταν δύσκολες εποχές και πέρασε πολλά µέχρι να πει τα τραγούδια που είπε και να καταξιωθεί. Το 1990 που “έφυγε” ήταν στην καλύτερη φάση της καριέρας του. Ηταν ο τοπ τραγουδιστής εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. ∆εν είχε πέσει, δεν είχε φθαρεί καλλιτεχνικά».

Σύµφωνα µε τον Στέλιο, ο Στράτος θαύµαζε τον Στράτο Παγιουµτζή και τον Στέλιο Καζαντζίδη. «Είχε επίσης µεγάλη αγάπη στον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Πάνο Γαβαλά, ανθρώπους που έκαναν πολύ µεγάλη καριέρα και ήταν και φίλοι απ’ όσο ξέρω». Θυµάται ότι στο σπίτι τους στις γιορτές πήγαιναν εκτός από την ευρύτερη οικογένεια και οι συνεργάτες του. «Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις άλλες γιορτές θυµάµαι µαζώξεις στο σπίτι και την κυρα-Γεωργία να φτιάχνει φαγητό για 15-20 άτοµα». Ο Στράτος ∆ιονυσίου και η σύζυγός του Γεωργία γνωρίστηκαν όταν ήταν ακόµη έφηβοι. Ζούσαν στην ίδια γειτονιά στον Επτάλοφο, έπαιζαν µαζί, έκαναν ποδήλατο, είχαν κοινούς φίλους και έµειναν µαζί µέχρι το τέλος. Η σύζυγός του στάθηκε δίπλα του στα καλά και τα δύσκολα. «Μπορεί να ήταν λίγο ατακτούλης –θα µου πεις και ποιος άντρας δεν είναι– αλλά την οικογένεια την είχε πάνω απ’ όλα. Ακούω κατά καιρούς διάφορα που γράφουν στο διαδίκτυο ότι θα χώριζε ο Στράτος. Ο Στράτος δεν θα χώριζε ποτέ και για κανέναν» λέει ο Στέλιος.

Με τον Χρήστο Νικολόπουλο

 

Εκείνη του συµπαραστάθηκε µαζί µε τον Τόλη Βοσκόπουλο όσο κανένας άλλος την περίοδο της φυλάκισής του στα µέσα της δεκαετίας του 1970, όταν είχε κατηγορηθεί για κατοχή ναρκωτικών και όπλου. «Πέρασε αυτήν τη µεγάλη περιπέτεια, αλλά καταλαβαίνεις ότι φάνηκε πόσο άδικο ήταν όταν πήρε προεδρική χάρη. Οταν είσαι ένοχος δεν παίρνει ο πρόεδρος της δηµοκρατίας ένα τόσο µεγάλο ρίσκο να σε αποφυλακίσει. Αυτό συνέβη γιατί είδαν ότι είχε γίνει µια τεράστια αδικία. Του στοίχισε βέβαια στην καριέρα του» λέει ο Στέλιος.

Ο Αγγελος θυµάται ότι η περίοδος της φυλάκισης τον στενοχώρησε, τον στιγµάτισε αλλά δεν το έβαλε κάτω. «Επειτα από οκτώ εννιά µήνες που βγήκε από τη φυλακή ο κόσµος τον περίµενε λες και ήταν σε ταξίδι. Είχε λείψει από τη νύχτα, από το τραγούδι. Θυµάµαι έντονα την ηµέρα που πήγαµε και τον πήραµε από τη φυλακή και φύγαµε µε το αυτοκίνητο. Πιστεύω ότι την ώρα που κάθισε στη θέση του οδηγού και έβαλε µπρος τα άφησε όλα πίσω του. Σύντοµα έπεσε µε τα µούτρα πάλι στη δουλειά του, κοίταξε να κάνει καινούργια τραγούδια και να επανέλθει στην κανονική ροή της ζωής του». Ο Τόλης Βοσκόπουλος, µε τον οποίο ήταν σαν αδέρφια, τον πήρε µαζί του και ξεκίνησαν να δουλεύουν µαζί σε κάποια µαγαζιά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. «Η µητέρα µου µού έχει πει ότι αυτό που έγινε τότε έχουν να το λένε ακόµη και σήµερα. Μιλάµε για ουρές έξω από τα µαγαζιά γιατί δεν χώραγε ο κόσµος να µπει να δει µαζί τον Βοσκόπουλο µε τον Στράτο» λέει ο Στέλιος.

Με τον Αγγελο Διονυσίου και τον Τάκη Μουσαφίρη

 

Οι τρεις πορείες των τριών γιων του Στράτου

Ο Αγγελος περιγράφει πώς ξεκίνησε την πορεία του στο τραγούδι. «Εγινε ξαφνικά. Είχα πάει σε ένα µαγαζί, στο Σου Μου στην Ιερά Οδό, µε κάποιους φίλους, µε ανεβάσανε και τραγούδησα και ο επιχειρηµατίας µου έκανε πρόταση για συνεργασία, την οποία δέχτηκα. Στο µαγαζί αυτό είχε ξεκινήσει την καλή καριέρα ο πατέρας µου και ήταν φίλος µε τον επιχειρηµατία. Αυτό που µου είπε σαν συµβουλή ήταν να προσέχω και να κοιτάζω τι κάνω εγώ και όχι τι κάνουν οι άλλοι. Ποτέ δεν µπήκε στα πόδια µου, αντιθέτως µου είπε να µην περιµένω από εκείνον καµία βοήθεια. ∆ηλαδή να µην περιµένω να πιάσει κάποιους συνθέτες και εταιρείες για να µε βοηθήσουν. Ποτέ δεν το έκανε κι εγώ ποτέ δεν το ήθελα, γι’ αυτό είµαι ευχαριστηµένος και ευτυχισµένος που ό,τι έχω κάνει το έχω κάνει µόνος µου». Την πρώτη δισκογραφική δουλειά του Αγγελου την άκουσε όταν βγήκε πλέον ο δίσκος στην αγορά. «Μου είπε τη γνώµη του, τι θα έπρεπε να προσέχω και ποια τραγούδια θεωρούσε ότι θα ακουστούν. Ελεγε λίγες κουβέντες και καλές».

Ζητώ να συζητήσουµε για τις δυσκολίες που είχε ο Στράτος ∆ιονυσίου στο ξεκίνηµα της πορείας του, στο οποίο όπως είχε πει κατά καιρούς όχι µόνο δεν βοηθήθηκε, αλλά πολεµήθηκε. «Πάντα αυτούς που έχουν ταλέντο και πάνε να ξεφύγουν υπάρχει περίπτωση κάποιοι άλλοι να τους πολεµήσουν. Τον Στράτο τον πολεµήσανε µε διάφορους τρόπους, από εταιρεία σε εταιρεία, από τραγουδιστή σε τραγουδιστή. Ε συµβαίνουν αυτά» λέει ο Αγγελος. Ο Στέλιος εξηγεί πως «ό,τι έκανε το έκανε µόνος του µε το πείσµα του και την αγάπη του γι’ αυτήν τη δουλειά. Ελάχιστοι ήταν οι άνθρωποι που τον βοήθησαν. Στην αρχή ήταν η Καίτη Γκρέυ που τον άκουσε και πίστεψε σε εκείνον και τον πήρε µαζί της για δουλειά. Ηταν όµως λίγοι οι άνθρωποι. Και µετά που έκανε κάποια σουξέ και άρχισαν να τον µαθαίνουν δέχτηκε µεγάλο πόλεµο από τις δισκογραφικές».

Με τον Τάκη Σούκα

 

Ο Στέλιος θυµάται ότι την εποχή που ήταν στο γυµνάσιο κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ πήγαινε στο Στράτος, το µαγαζί του Στράτου ∆ιονυσίου στην οδό Φιλελλήνων. «Ηθελα να ξέρω πώς λειτουργούν τα πάντα: από τις οδηγίες που έδινε ο µετρ στους σερβιτόρους µέχρι πώς ετοίµαζαν ο ηχολήπτης και ο φωτιστής τις κονσόλες τους. Ηθελα να έχω άποψη για όλα και µάλιστα όλοι µε αγαπούσαν και µε πειράζανε και τους πείραζα κι εγώ και γενικώς υπήρχε µια πολύ ωραία διάθεση. Ετσι ένα βράδυ, µερικούς µήνες προτού ο πατέρας µου φύγει από τη ζωή, µου είπε: “Στελάρα, δεν ανεβαίνεις πάνω να µας πεις…”. Με το που είπε “Στελάρα” εγώ βγήκα έξω στη Φιλελλήνων, ήθελα να φύγω. Φαντάσου ότι µε πήραν σηκωτό οι παρκαδόροι, οι σερβιτόροι και όλοι οι εργαζόµενοι του κέντρου και µε ανέβασαν στην πίστα».

Μέχρι τότε δεν είχε διανοηθεί ότι θα τραγουδούσε δίπλα στον Στράτο. Για την ακρίβεια, τον έβλεπε και έτρεµε. «Και µια φορά που τραγουδούσα µόνος µου στο σπίτι φορώντας ακουστικά είχε µπει µέσα και δεν τον είχα πάρει χαµπάρι γιατί ήµουν αφοσιωµένος στο τραγούδι. Οταν τον είδα κατάπια τη γλώσσα µου. Τον σεβόµουν πάρα πολύ και τον ντρεπόµουν. Αφού µε ανέβασαν στην πίστα ξεκίνησα να τραγουδάω και το χέρι που κρατούσα το µικρόφωνο έτρεµε, λες και είχα πάρκινσον. Γύρισε τότε ο πατέρας µου και µου είπε στο αυτί: “Κλείσε τα µάτια σου σαν να είσαι στο σπίτι, όπως κάνεις µόνος σου. ∆εν υπάρχει κόσµος, δεν υπάρχει κανείς”. Μου το είπε, αλλά το φυλλοκάρδι µου έτρεµε. Είπαµε τρία τραγούδια εκείνο το βράδυ παρέα, έβλεπα και την αντίδραση του κόσµου που µε χειροκροτούσαν. Οσο έλεγα το ένα πίσω από το άλλο έπαιρνα και λίγο θάρρος παραπάνω και όταν κάποια στιγµή γύρισα να τον αντικρίσω ήταν δακρυσµένος. Σαν να µου έλεγε “προχώρα”».

Ο ∆ιαµαντής ήταν µόλις 13 χρόνων όταν πέθανε ο πατέρας του και οι µνήµες που έχει από εκείνον να τραγουδάει σε πάλκο ήταν από το Στράτος. «Τότε έβλεπα το πρόγραµµα και άκουγα τα τραγούδια από τα οποία τα περισσότερα τα ήξερα απέξω». Ο πατέρας του τότε δεν µπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγα χρόνια θα ακολουθούσε τον δρόµο του τραγουδιού. «Ηµουν πολύ µικρός. Θυµάµαι ότι κάναµε πλάκες, µιλούσαµε για το σχολείο, για την µπάλα που έπαιζα – ήθελε να γίνω ποδοσφαιριστής. Μου έλεγε ότι το πιο σηµαντικό πράγµα είναι να είµαστε εντάξει σαν άνθρωποι». Στα εννιά χρόνια που έµεινε στις ΗΠΑ και µε έδρα τη Νέα Υόρκη γύρισε όλη τη χώρα τραγουδώντας, τον προσέγγισαν πολλές φορές άνθρωποι και του είπαν ιστορίες για τον πατέρα του που δεν είχε ακούσει και τον έκαναν περήφανο.

Η απόφαση να γίνει τραγουδιστής προέκυψε αυθόρµητα. Λίγα χρόνια µετά τον θάνατο του Στράτου ξεκίνησε κρυφά από τα αδέρφια του µαθήµατα φωνητικής στο Εθνικό Ωδείο. «∆εν ήθελα να το µάθουν. Ηθελα να µε ακούσουν όταν θα γινόµουν καλός. Και όταν πια µε άκουσαν συγκινήθηκαν πολύ. Ηρθαν και µε άκουσαν την πρώτη νύχτα που τραγούδησα. Μου είπαν ποια πράγµατα να διορθώσω πάνω στο τραγούδι, τι να προσέχω στη νύχτα, ποιο µαγαζί να κλείσω».

Η ιεροτελεστία του «Ατσαλάκωτου»

Ο Στράτος ∆ιονυσίου ήταν γνωστό ότι είχε την ικανότητα να ηχογραφήσει έναν ολόκληρο δίσκο µια κι έξω, κάτι ιδιαιτέρως εντυπωσιακό αν όπως λέει ο Στέλιος εξετάσουµε και το γεγονός ότι στην εποχή του δεν υπήρχαν και τα µέσα που υπάρχουν σήµερα. «Ηταν… και ακόµη και σήµερα το θεωρώ αδιανόητο, όσο καλά µελετηµένος κι αν είσαι, όσο κι αν έχεις κάνει τα τραγούδια δικά σου. Το να πεις δώδεκα τραγούδια µέσα σε µια µέρα είναι τεράστιο κατόρθωµα. Θυµάµαι µάλιστα που έλεγαν ότι για τα στούντιο ήταν ασύµφορος, γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να γράψουν κάποιες ώρες να πάρουν ένα µεροκάµατο και αν µέσα σε µια µέρα τελείωναν έναν δίσκο δεν ήταν ό,τι καλύτερο για εκείνους».

Το «Γεράκι της πίστας», ο «Ατσαλάκωτος», όπως ήταν γνωστός ο Στράτος ∆ιονυσίου, είχε µια συγκεκριµένη ιεροτελεστία όταν προετοιµαζόταν να βγει να τραγουδήσει. Το πώς θα καθόταν στο σκαµπό να φτιάξει το µαλλί του, το πώς θα φορούσε τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν µελετηµένα. «Οταν έβαζε το παντελόνι δεν καθόταν για να µην τσαλακωθεί, όταν έβαζε το σακάκι τα χέρια του τα είχε ευθεία κάτω σαν να ήταν σε σκοπιά για να µην κάνει τσάκιση το µανίκι. Την ώρα της ετοιµασίας του ήταν εκεί απορροφηµένος και το µόνο πράγµα που σκεφτόταν ήταν πώς θα βγει πάνω στην πίστα για να µαγέψει τον κόσµο» θυµάται ο Στέλιος. Ο Αγγελος θυµάται ότι µισή ώρα προτού βγει να τραγουδήσει µασούσε µια ασπιρίνη, γιατί θεωρείται ότι µαλακώνει τις χορδές. «Τον έβλεπα και σκεφτόµουν πόσο ξινή είναι η ασπιρίνη και αναρωτιόµουν πώς µπορούσε να το κάνει».

Με τους μικρότερους γιους του Στέλιο και Διαμαντή

 

Μιλάµε για την αγάπη του στα άλογα. Ο ίδιος έλεγε ότι δεν δεχόταν τον χαρακτηρισµό «αλογοµούρης» που επικρατούσε στην πιάτσα, αλλά προτιµούσε το «φίλιππος». Στα άλογά του έδινε τα ονόµατα των ανθρώπων που αγαπούσε και θαύµαζε αλλά και των µεγάλων του επιτυχιών. Μερικά από τα ονόµατα που τους είχε δώσει ήταν Στελάρας, Μικρός ∆ιαµαντής, Τασούλα, Γεωργία, Ξανθός Αγγελος, Μεγάλη Αναστασία (από τη µητέρα του), αλλά και Φαντασία, Κολούµπια και Εντιθ Πιαφ, την οποία θαύµαζε απεριόριστα. Τη σουίτα 707 που είχε µόνιµα στο ξενοδοχείο Χανδρής, σύµφωνα µε τον Αγγελο, την έκλεισε ύστερα από έναν αγώνα που τον απέκλεισαν οι κριτές από τον ιππόδροµο. Η σουίτα ήταν στον πάνω όροφο του ξενοδοχείου και λειτούργησε ως παρατηρητήριο. Πήγαινε εκεί τις µέρες των ιπποδροµιών και παρακολουθούσε µε κιάλια τις κούρσες.

Η κουβέντα έρχεται στην ηµέρα που έφυγε από τη ζωή από ρήξη ανευρύσµατος κοιλιακής αορτής. «Ηταν πολύ βαρύ για όλη την οικογένεια» λέει ο Στέλιος, «για τη µητέρα µας, για εµάς που τότε ήµασταν στην εφηβεία. Εγώ τότε ήµουν 16. Και ήταν πολύ δύσκολο γιατί έφυγε ξαφνικά, δεν ήταν άρρωστος». Ο ∆ιαµαντής προσθέτει: «Η µητέρα µας ήταν βράχος, µας βοήθησε πολύ. Και ο Αγγελος βέβαια ο οποίος όταν συνέβη αυτό ήταν στην Αµερική για συναυλίες και ήρθε αµέσως». Οπως λέει χαρακτηριστικά ο ∆ιαµαντής, ο µεγάλος τους αδερφός στάθηκε σαν πατέρας τους. «Ακόµη και σήµερα έπειτα από τόσα χρόνια» λέει ο Στέλιος, «όλοι στην οικογένεια πιστεύουµε ότι έχει πάει κάπου ταξίδι, µια περιοδεία, και ότι κάποια στιγµή θα γυρίσει. Ετσι θέλω να το βλέπω. Μπορεί να ακούγεται παράξενο έπειτα από τόσα χρόνια αλλά αυτό µας δίνει µια παρηγοριά».

INF0

Το βιβλίο «Στράτος Διονυσίου – Βάρδος λαϊκός και Σαλονικιός» του Κώστα Μπαλαχούτη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μένανδρος

 

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader