Τα μαθηματικά του νόμου

Εργα του Αντιφώντα δεν σώζονται, παρά μόνο μερικά αποσπάσματα, τα οποία μας βοηθούν να αντιληφθούμε σε κάποιο βαθμό τον τρόπο σκέψης του αρχαίου σοφιστή. Ενα τέτοιο εκτενές σωζόμενο απόσπασμα που αποδίδεται στον Αντιφώντα προέρχεται από το έργο του με τίτλο «Αλήθεια». Το έργο αυτό αποτελείται από δύο βιβλία. Στο πρώτο αναλύονται προβλήματα γνωσιοθεωρητικού και μαθηματικού περιεχομένου και στο δεύτερο θίγονται κοσμολογικά και ανθρωπολογικά ζητήματα. Ζητήματα ανθρωπολογικού περιεχομένου ήταν θεμελιώδους σημασίας γενικότερα στη σκέψη των σοφιστών, κυρίως η σχέση μεταξύ νόμου και φύσης. Τα ερωτήματα που θέτουν οι σοφιστές, δηλαδή, αφορούν τον βαθμό σύμφωνα με τον οποίο οι κανόνες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής έχουν θεσπιστεί ως συμφωνία ή σύμβαση –ένα κοινωνικό συμβόλαιο– ή εκπορεύονται από τη φύση στη βάση της απολυτότητας ή της σχετικότητας που παράγει ο νόμος. Στον Αντιφώντα αυτή η αντιθετική σχέση λαμβάνει ακραία μορφή καθώς ο Ραμνούσιος, μαθητής του Γοργία, θεωρεί ότι τα «τα περισσότερα θεσπίσματα του δικαίου αντιστρατεύονται τη φύση». Δηλαδή οι δράσεις των πολιτών καθορίζονται από την ωφελιμότητα για τον άνθρωπο, η οποία εμποδίζεται από τους περιορισμούς που θέτουν είτε οι γραπτοί είτε οι άγραφοι νόμοι. Η ταύτιση του Αντιφώντα με το φυσικό δίκαιο υπαγορεύει τη θέση του περί της ουσιαστικής και απόλυτης ισότητας των ανθρώπων και μιας ζωής χωρίς διακρίσεις σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αντίθετα, ο νόμος, σύμφωνα με τον σοφιστή, ως μεταβαλλόμενο αντικείμενο εμποδίζει την ανθρώπινη φύση να αναπτύξει το «ωφέλιμο» και κυρίως αδυνατεί να προστατέψει ακόμη και όσους τον τηρούν.

Σημαντικός παράγοντας που ενισχύει την εναντίωση του Αντιφώντα στον νόμο είναι η μεταβλητότητα του ορίου, πράγμα που δεν ισχύει στο πλαίσιο της απολυτότητας της φύσης. Ο μαθηματικός τρόπος προσέγγισης του νόμου στον Αντιφώντα δείχνει την αστάθεια και την επισφάλεια στην προσέγγιση ή τη μετατόπιση ενός σημείου, το οποίο δυνητικά μπορεί να μεταβληθεί κατά το δοκούν και τον υποκειμενισμό του διαχειριστή ενός νομικού και πολιτικού συστήματος. Οπως στα μαθηματικά, έτσι και στο πλαίσιο του νόμου το όριο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συμπεριφορά μιας συνάρτησης, αφού το όρισμά της μπορεί να πλησιάζει ή να απομακρύνεται από κάποιο σημείο. Η φιλοσοφία του ορίου στον Αντιφώντα μας εξηγεί τις σχέσεις αποδόμησης που υπόκειται ο υποκειμενισμός του νόμου. Αυτή η αποδόμηση αντανακλά την ανοιχτότητα των ερμηνειών και των αμφισβητήσεων της ηθικής και του νόμου, γεγονός που σε πολιτικό επίπεδο μπορεί να μετατοπίσει το όριο σε τέτοιο ακραίο σημείο, επαναπροσδιορίζοντας τι ορίζουμε «κανονικότητα» και κατά πόσο απομακρυνόμαστε από τη φυσιολογικότητα που ρητά δηλώνει ο σοφιστής.

Κάθε φορά που το όριο της νομιμότητας διευρύνεται και αγγίζει ή ξεπερνά τον διαχειριστή του, τότε ο νόμος δεν έχει καμία ισχύ, κανένα νόημα. Οταν μια κυβέρνηση κανονικοποιεί τον εναγκαλισμό και τη διαπλοκή της με υποκείμενα για τα οποία καθορίζεται το όριο συμπεριφοράς του νόμου, τότε είναι επόμενο όχι μόνο ποινικοί και υπόκοσμος να παγιώνουν την παρουσία τους στην κοινωνία αλλά κυρίως να διαμορφώνουν και καθεστώς ανασφάλειας και τρομοκρατίας. Δεν είναι μακριά ούτε γεωγραφικά ούτε χρονικά η Ιταλία του Τζούλιο Αντρεότι, για να διδαχτούμε τι μπορεί να προκαλέσει στην κοινωνική και πολιτική ζωή η μεταβολή του ορίου του νόμου τόσο σε μια χώρα όσο και σε ένα πολιτικό κόμμα. Οταν η διαφθορά αγγίζει το ανώτατο θεσμικό επίπεδο, τότε μια χώρα εκτραχύνεται και η πολιτική ζωή παρακμάζει. Τα μαθηματικά του νόμου δεν ψεύδονται. Η σημερινή διαχειριστική αρχή του κράτους είναι ουσιαστικά το παρακράτος και ο υπόκοσμος, καθιστώντας την κοινωνία «μάρτυρα» ενός ορίου το οποίο έχει προ πολλού αλλοιωθεί.

Ο δρ Ευάγγελος Κωνσταντέλος είναι ακαδημαϊκός – εικαστικός

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader