Τα ταφικά μνημεία της Σύρου – Η ιστορία ενός τόπου στο χείλος της καταστροφής

Ένα από τα σημαντικότερα ταφικά μνημεία, αυτό της οικογένειας Πετροκόκκινου, στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα (Φωτογραφία: Στέφανος Μαμίδης)

Ρεπορτάζ: Τα μοναδικής αξίας ταφικά μνημεία του ορθόδοξου νεκροταφείου του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στην Ερμούπολη της Σύρου κινδυνεύουν με αφανισμό.

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που από τις σελίδες του Documento έχουμε ασχοληθεί με την κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκονται νεότερα μνημεία στη χώρα. Τέτοια περίπτωση αποτελούν τα ταφικά μνημεία του ορθόδοξου νεκροταφείου του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στην Ερμούπολη της Σύρου. Τα συγκεκριμένα μνημεία, ένα σπάνιο σύνολο γλυπτικών και αρχιτεκτονικών έργων, έχουν αφεθεί στο έλεος όχι μόνο του χρόνου αλλά και της αδιαφορίας και των λεηλασιών. Οι βανδαλισμοί και οι δόλιες αποσπάσεις αρχιτεκτονικών στοιχείων έχουν επιφέρει αλλοιώσεις και καταστροφές σε πολλά από αυτά.

Η συζήτηση –με απαρχές ήδη από το 1980– γύρω από την αναγκαιότητα διάσωσής τους δεν έχει οδηγήσει πουθενά. Η αλληλογραφία μεταξύ των εκάστοτε δημάρχων Ερμούπολης και των υπουργών Πολιτισμού με την οποία ζητούνταν η συμβολή τους για την αποκατάσταση των μνημείων υπήρξε συχνότατη. Αν και όλα αυτά τα χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες δομικές και συντήρησης από το υπουργείο, δεν έχουν υλοποιηθεί, ενώ οι προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ δήμου και υπουργείου ποτέ δεν τέθηκαν σε εφαρμογή. Παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού έχουν καταγράψει επανειλημμένα την κατάσταση, δεν δόθηκε ποτέ χρηματοδότηση για την προστασία και την αποκατάσταση των μνημείων.

Φωτογραφία: Στέφανος Μαμίδης

Το 1990 μάλιστα τμήμα του κοιμητηρίου κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο, ενώ έχει ενταχθεί στον Οργανισμό Σημαντικών Κοιμητηρίων της Ευρώπης (Association of Significant Cemeteries of Europe). Ενέργειες κενού περιεχομένου, καθώς σήμερα αυτά τα έργα τέχνης καταστρέφονται και η αποκατάστασή τους καθίσταται όλο και πιο δυσχερής. Πλέον επιβάλλεται να γίνουν το ταχύτερο εργασίες για τη συντήρησή τους, ώστε αυτό το λίκνο τέχνης αλλά και καταγραφής της διαδρομής του πρώτου αστικού οικισμού της νεότερης Ελλάδας μέσα στον χρόνο να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά. Σε επικοινωνία που είχαμε με τον Δήμο Σύρου – Ερμούπολης με ενημέρωσαν ότι εκκρεμεί να βρεθεί ο τεχνικός σύμβουλος μετά τον διαγωνισμό που έχει προκηρυχθεί ώστε να αξιοποιηθεί η επιχορήγηση των 450.000 ευρώ που έχει εγκριθεί από το ΥΠΠΟΑ για τη διάσωση μόνο τεσσάρων ταφικών μνημείων, των Πρασσακάκη, Γιαννίκογλου, Γεωργιάδη και Πρώιου. Προφανώς όμως οι μελέτες που ήδη έχουν εκπονηθεί πλέον είναι ανεπίκαιρες. Αν απαιτηθούν καινούργιες, λαμπρό πεδίο κωλυσιεργίας ανοίγεται μπροστά στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Ενα από τα σημαντικότερα ταφικά μνημεία, αυτό της οικογένειας Πετροκόκκινου, στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα (Φωτογραφία: Χρύσα Μανδρόζου)

Ο μνημειακός πλούτος είναι ανυπολόγιστος

Το κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στην Ερμούπολη υπάρχει εδώ και 184 χρόνια. Ιδρύθηκε το 1837· η αρχαιότερη αναγραφή που σώζεται έχει χαραχτεί το 1838, ενώ το παλαιότερο επιτύμβιο επίγραμμα το 1837. Στον χώρο υπάρχουν 56 μαυσωλεία που ανήκουν στις επιφανέστερες οικογένειες της Ερμούπολης και ανεγέρθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιφανείς προσωπικότητες του τόπου έχουν ενταφιαστεί εκεί, όπως και εκπρόσωποι ονομαστών οικογενειών οι οποίες συνέβαλαν στην απελευθέρωση της Ελλάδας και την ανοικοδόμηση του νέου ελληνικού κράτους. Τα ταφικά μνημεία εκτός από την καλλιτεχνική τους σημασία παρέχουν σημαντικές πληροφορίες τόσο για τους πρώτους οικιστές, οι οποίοι δεν ήταν αυτόχθονες (πολλοί προέρχονταν από τη Χίο), όσο και για την κατανόηση της κοινωνικοοικονομικής ιστορίας της Ερμούπολης και για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Τα σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης είναι εμφανή στο σύνολο των ταφικών μνημείων (Φωτογραφία: Στέφανος Μαμίδης)

Τα ταφικά μνημεία αποτελούν σημαντικά δείγματα γλυπτικής και αρχιτεκτονικής και το καθιστούν εφάμιλλο του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών. Δέκα από αυτά φέρουν την υπογραφή των δημιουργών τους –κυρίως Ελλήνων, ιδιαίτερα Τηνίων. Ετσι συναντάμε εμπνεύσεις των Φ. Ταλιαδούρου, Ιωάννη Φυτάλη, Γεώργιου και Ιωάννη Βιτάλη, Αλέξανδρου Γ. Βιτάλη, Ν. Σπανού, Κ. Μαρμαρινού, Ν. Περάκη και Ι. Καρπάκη. Οι επιτύμβιες στήλες, οι ναΐσκοι και οι σαρκοφάγοι αποτελούν δείγματα μιας καλαίσθητης υψηλής τέχνης.

«Τα μνημεία είναι ιδιαίτερα σημαντικά όχι μόνο για τα γλυπτά στοιχεία που διασώζουν αλλά και για τις επιγραφές που προσφέρουν πλήθος ιστορικών πληροφοριών, λογοτεχνικών κειμένων και στοιχείων που βοηθούν στη συγκρότηση των γενεαλογικών δένδρων των οικογενειών που μετοίκησαν και εγκαταστάθηκαν εκεί» αναφέρει χαρακτηριστικά η Εταιρεία Κυκλαδικών Μελετών σε σχετικό ψήφισμα που εξέδωσε το 2018 καλώντας τους αρμόδιους να συμβάλουν στη διάσωση και την ανάδειξή τους. Επιπλέον παρουσιάζουν την εξέλιξη του ταφικού μνημείου όπως διαμορφώθηκε στην Ευρώπη από τα τέλη του 18ου αιώνα από κορυφαίους γλύπτες και κυρίως από τον Ιταλό Αντόνιο Κανόβα (1757-1822). Μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία είναι η σαρκοφάγος του 1858 στον τάφο του Βλαδίμηρου Αντωνιάδη, τρίχρονου παιδιού από την Αίγυπτο, με επιγράμματα και παραστάσεις, ο τάφος – ναΐσκος του Αναστάσιου Αποστολίδη του 1869 με άγαλμα αγγέλου του Τήνιου γλύπτη Κ. Μαρμαρινού, ο τάφος του Υδραίου αγωνιστή και πλοιάρχου Ανδρέα Κοσμά με επιτύμβια στήλη και διάκοσμο όπου κυριαρχεί ένας γονατιστός άγγελος, ο τάφος – ναΐσκος του Ιωάννη Στ. Πρώιου του 1857 καθώς και ο τάφος – ναΐσκος του Ελπιδοφόρου Λαδοπούλου όπου δεσπόζει ένας άγγελος με κλειστές φτερούγες έργο του Γ. Βιτάλη του 1894.

Αποψη του Κοιμητηρίου (© Νικόλας Μάστορας)

Στα διακοσμητικά θέματα των μνημείων παριστάνονται άγγελοι, προτομές, αστέρια, μαίανδροι, σταυροί. Επίσης συχνά συναντάμε αγγεία, ανεστραμμένους πυρσούς, πεταλούδες, διακοσμητικές ταινίες με φυτικά ή γεωμετρικά κοσμήματα. Παραστάσεις σχετικές με τη ζωή του αποθανόντα απεικονίζονται με αντικείμενα που σχετίζονταν με την καθημερινότητά του: παράσημα, σπαθιά, ναυτικά όργανα, παραστάσεις πλοίων, σύνεργα της δουλειάς, σύνεργα γλυπτικής – μέχρι και μια απεικόνιση ατμομηχανής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επαγγέλματα που αναφέρονται, καθώς μας δίνουν μια εικόνα της Σύρου του 19ου αιώνα: αρχιτέκτονας, ασβεστοποιός, αστυνόμος, γλύπτης, δημοσιογράφος, δικηγόρος, έμπορος, ιατρός, ιδρυτής ατμοκίνητου ζαχαροπλαστείου, ναυτικός, τραπεζοκτηματίας, τυποβαφεύς.

Στον τάφο του Χιώτη Φραγκούλη Ταλιαδούρου, ο οποίος πρώτος έφερε τη γλυπτική στη Σύρο σύμφωνα με το επιτύμβιο επίγραμμα, υπάρχουν μέσα σε κυκλικό πλαίσιο ανάγλυφα τα βασικά εργαλεία του γλύπτη: το κουμπάσο, ο ματρακάς και το καλέμι. Ενα ιστιοφόρο και σχεδιαστικά εργαλεία (διαβήτης, τρίγωνα) κοσμούν τον τάφο του ναυπηγού Σωκράτη Κρυστάλλη, ενώ κεφάλι Ερμή είναι λαξευμένο στην ταφόπλακα του Σιφνιώτη εμπόρου Νικολάου Καρδίτση. Οι επιγραφές πάνω στους τάφους μπορεί να είναι απλή μνεία του ονόματος και των χρονολογιών γέννησης και θανάτου, ενώ πιο σύνθετες δίνουν πληροφορίες για τη ζωή του αποθανόντος αλλά και τον τρόπο ή την αιτία του θανάτου του. Σε πολλές επιτύμβιες επιγραφές διαφαίνεται κάποια φιλοσοφική διάθεση για τη ματαιότητα των εγκοσμίων που απαλύνει τον πόνο των οικείων με πηγή έμπνευσης το δημοτικό τραγούδι και ιδίως τα μοιρολόγια.

Τα σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης είναι εμφανή στο σύνολο των ταφικών μνημείων (Φωτογραφία: Στέφανος Μαμίδης)

Η μορφή των τάφων στα χρόνια του κλασικισμού αποτυπώνει τη φιλοσοφική θεώρηση της ιδέας του θανάτου όπως τη διατύπωσαν οι Ευρωπαίοι φιλόσοφοι της εποχής εκείνης. Ωραίοι άγγελοι με ανεστραμμένους πυρσούς –και όχι σκελετοί και πτώματα– εκφράζουν το πνεύμα του θανάτου. Οδηγημένοι από τις ίδιες ιδέες, οι καλλιτέχνες δημιουργούν τις συνθέσεις τους για ταφικά μνημεία. Ο κορυφαίος γλύπτης του κλασικισμού Κανόβα έχει φιλοτεχνήσει μια μεγάλη σειρά από επιτύμβια μνημεία που έγιναν πρότυπα για νεότερους καλλιτέχνες. Πρώτος αυτός χρησιμοποίησε την επιτύμβια στήλη –τόσο γνώριμη από τα αρχαία νεκροταφεία–, που έγινε από τότε το πιο προσφιλές σήμα στους τάφους.

«Τα ταφικά μνημεία ζητούν την άμεση βοήθειά μας»

Ηδη από το 1980 στο βιβλίο «Ερμούπολη» των Ιωάννη Τραυλού και Αγγελικής Κόκκου (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1980) διαβάζουμε: «Δυστυχώς στα χρόνια που πέρασαν πολλές από τις παλιές πλάκες εκποιήθηκαν και καταστράφηκαν ή παραχωρήθηκαν για νέες ταφές. Στην τελευταία περίπτωση οι κάτοχοι εξαφάνισαν πολλές φορές τις παλιές επιγραφές για να χαράξουν καινούργιες. Παρόμοιες καταστροφές θα πρέπει από δω και στο εξής να αποφευχθούν με κάθε θυσία. Θα πρέπει να διατηρηθούν ως ιστορικά μνημεία συνδεδεμένα στενά με την ιστορία της Ερμούπολης αλλά και της νεότερης Ελλάδας. Η συντήρηση και η στερέωση αυτών που έχουν σπάσει είναι πρωταρχικό χρέος όχι μόνο του δήμου της Ερμούπολης αλλά πολύ περισσότερο των κρατικών υπηρεσιών που έχουν αναλάβει τη διάσωση και την ανάδειξη των καλλιτεχνημάτων της νεότερης Ελλάδας».

Ενα από τα πολλά γλυπτά που κινδυνεύουν από τη διάβρωση

Σαράντα χρόνια μετά η κατάσταση όχι μόνο δεν έχει αλλάξει αλλά επιδεινώνεται επικίνδυνα. Ο Συριανός γλύπτης Παναγιώτης Καλούδης μας δίνει την εικόνα της καταστροφής που συντελείται. «Το πέρασμα του χρόνου έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια καταστροφής στα μνημεία. Όχι μόνο ο χρόνος αλλά και οι βανδαλισμοί έχουν συμβάλει στην κατάσταση αυτή. Ο βανδαλισμός στο ταφικό μνημείο του Πετροκόκκινου άφησε σπασμένη τη μαρμάρινη λήκυθο που δέσποζε στο κέντρο του μνημείου και τα κομμάτια της σώζονται σε διάφορα καφάσια. Ο χώρος είναι προσβάσιμος για κάθε σκοπό: από το να μπεις και να θαυμάσεις μέχρι να λεηλατήσεις. Τα ταφικά μνημεία ζητούν την άμεση βοήθειά μας γιατί πολύ σύντομα θα λέμε ότι είχαμε ταφικά μνημεία. Η πολιτιστική κληρονομιά του νησιού μας είναι βαριά και ακριβή. Θέλει πολύ δρόμο για να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος ώστε να μπορούν να αναπνεύσουν ξανά. Με θέληση, αγάπη και υπομονή πιστεύω ότι θα βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις».

Η έκταση των βλαβών των ταφικών μνημείων είναι εκτεταμένη. Επιβάλλεται λοιπόν η ταχύτατη εκτέλεση των εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης του συνόλου των ταφικών μνημείων. Πρόκειται για δύσκολο έργο μεγάλων τεχνικών απαιτήσεων, το οποίο ωστόσο το υπουργείο Πολιτισμού οφείλει να αναλάβει σε συνεργασία με τον Δήμο Σύρου – Ερμούπολης, καθώς είναι αμφίβολο κατά πόσο ένας δήμος μπορεί να αντεπεξέλθει μόνος σε ένα τόσο εξειδικευμένο εγχείρημα.

Φωτογραφία: Στέφανος Μαμίδης

 

Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 14-02-2021

Σημείωση: Ευχαριστώ εκ βάθους τη Συριανή Ντίνα Συκουτρή-Ανδρειωμένου η οποία με βοήθησε ιδιαίτερα σε αυτό το ρεπορτάζ καθώς έχει ασχοληθεί επισταμένως με το θέμα