Χάρης Αθανασιάδης: Το φάντασμα από το παρελθόν

Χάουαρντ Φοξ, «Ξενοδοχείο Ουτοπία – Φθινοπωρινά παράθυρα»

Η δυστοπία του νεοφιλελευθερισμού, οι φασματικές παρουσίες περασμένων καιρών, ένας μη-τόπος και η διεκδίκηση καλύτερου μέλλοντος.

Ο Τόµας Μορ στην «Ουτοπία» του (1516) περιέγραφε µια ιδανική πολιτεία σε ένα µακρινό αποµονωµένο νησί. Οσοι ζούσαν εκεί εργάζονταν µόλις έξι ώρες την ηµέρα και αν σε αυτές προσθέταµε τις οκτώ του ύπνου, έµεναν δέκα γεµάτες ώρες που αξιοποιούσαν καταπώς ήθελαν για διάβασµα, µουσική και αθλητισµό – για την προσωπική τους συγκρότηση και ψυχαγωγία. Αν και δεν υπήρχαν τότε νεοφιλελεύθεροι να ανησυχήσουν για τις επιπτώσεις στην παραγωγή, ο Τόµας Μορ διαβεβαίωνε πως παρότι λιγοστές, οι ώρες εργασίας εξασφάλιζαν τα αναγκαία για την άνετη διαβίωση όλων. Αρκούσαν διότι κανείς δεν έµενε αδρανής, είχαν εξαλειφθεί πλήρως τα κάθε λογής παράσιτα της κοινωνίας. Ενώ όπου το χρήµα υπεραξιώνεται, έγραφε, «εφευρίσκονται πολλά µάταια και περιττά επαγγέλµατα, που δεν εξυπηρετούν παρά µόνο την εξοργιστική πολυτέλεια».

Θα ήταν ασφαλώς αδόκιµο να υποθέταµε πως ο πρωθυπουργός είχε κατά νου τον Τόµας Μορ όταν δήλωνε ότι για το ελαστικό ωράριο που προτίθεται να θεσπίσει «συνοµιλεί µε τον υπαρκτό κόσµο της εργασίας και όχι µε ένα φάντασµα που έρχεται από το παρελθόν». Θα ήταν κάπως βέβηλο να χαρακτηρίσει φάντασµα έναν άγιο της Καθολικής Εκκλησίας. Αλλωστε η «Ουτοπία» του ήταν ανύπαρκτη – γι’ αυτό και την ονόµασε ου-τοπία.

Η Ουτοπία ωστόσο υπάρχει και αναδύεται από τη θάλασσα του πιθανού ενόσω ταξιδεύουµε προς αυτήν. Υπάρχει ως ενδεχόµενο ή έστω ως µακρινός φάρος που προσανατολίζει την πορεία µας. Και αυτό, σαν από ταξικό ένστικτο, το ήξεραν οι χιλιάδες εργάτες που κατέβηκαν στους δρόµους του Σικάγου τρεις αιώνες αργότερα τραγουδώντας «eight hours for work, eight hours for rest, eight hours for what we will» – «οκτώ ώρες εργασία, οκτώ ώρες ανάπαυση, οκτώ ώρες ψυχαγωγία» θα ταίριαζε να το αποδώσουµε. Στον 19ο αιώνα, όταν η βιοµηχανία της ∆ύσης στήθηκε πάνω στα εξοντωτικά ωράρια, η Ουτοπία ήταν η ηχώ από το µακρινό παρελθόν, η επίµονη υπενθύµιση, η πρό(σ)κληση για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου µέλλοντος.

Στην πρό(σ)κληση αυτή απάντησαν οι µαχητικοί σοσιαλιστές που έφτασαν στο Παρίσι απ’ όλη την Ευρώπη στις 14 Ιουλίου του 1889 για να γιορτάσουν τα εκατόχρονα της Γαλλικής Επανάστασης. Τα γιόρτασαν συγκροτώντας εκεί τη ∆εύτερη ∆ιεθνή, ώστε να δώσουν στο εµβληµατικό τρίπτυχο της επανάστασης το πλήρες νόηµά του. ∆ιότι γνώριζαν πως η ελευθερία παραµένει ανάπηρη δίχως ισότητα, η ισότητα καταλήγει προσχηµατική δίχως δίκαιη κατανοµή και η αδελφοσύνη είναι ασφαλώς αταίριαστη ανάµεσα σε αφέντες και δούλους. Εκεί µαζί µε τον Βίλχελµ Λίµπκνεχτ από τη Γερµανία, τον Ουίλιαµ Μόρις από την Αγγλία, τον Πάµπλο Ιγκλέσιας από την Ισπανία, τον γηραιό Φρειδερίκο Ενγκελς και άλλους 388 µπορούσε να αισθανθεί κανείς και τα φαντάσµατα όσων έδωσαν τη ζωή τους στις διαδηλώσεις του Σικάγου για το οκτάωρο. Σε ανάµνησή τους η ∆εύτερη ∆ιεθνής κήρυξε την Πρωτοµαγιά ηµέρα µνήµης και αγώνων του κόσµου της εργασίας.

Ο απόηχος όλων αυτών έφτανε στη µικρή Ελλάδα, που τα χρόνια εκείνα µετακόµιζε κι αυτή διστακτικά από το χωράφι στο εργοστάσιο. Από τις αρχές ήδη του 20ού αιώνα οι υπάλληλοι στα εµπορικά της Αθήνας, οι εργάτες στα µεταλλεία του Λαυρίου, οι µεροκαµατιάρηδες στα βυρσοδεψεία του Πειραιά δεν κοίταζαν πια πότε θα βασιλέψει ο ήλιος για να γυρίσουν σπίτι· κοίταζαν το µεγάλο ρολόι στον τοίχο που µετρούσε αργά τα βασανιστικά δωδεκάωρα. Οταν το 1907 ο οξυδερκής Γεώργιος Σκληρός καλούσε την πολιτική ηγεσία να στρέψει το βλέµµα της εκτός από τα εθνικά, που µονοπωλούσαν τότε τη δηµόσια σφαίρα, και στο «κοινωνικόν µας ζήτηµα», τα πρώτα σωµατεία είχαν κιόλας στηθεί, οι πρώτες εργατικές διαµαρτυρίες είχαν ήδη ξεδιπλωθεί.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες του Σκληρού και θα συνδυάσει τα εθνικά µε τα κοινωνικά. Μαζί µε τους πολέµους που διπλασίασαν την Ελλάδα θεµελίωσε και ένα πυκνό νοµοθετικό πλέγµα για την προστασία της ολοένα αυξανόµενης µισθωτής εργασίας. Αποκορύφωµα η θέσπιση του οκταώρου τον Ιούλιο του 1920. Η µικρασιατική εκστρατεία βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη. Ο φιλελεύθερος Βενιζέλος θα µπορούσε, αν ήθελε, να επικαλεστεί τον πόλεµο για να υπονοµεύσει τα λιγοστά κοινωνικά δικαιώµατα. Τον επικαλέστηκε για να τα ενισχύσει: αυτοί που πολέµησαν στα µέτωπα δεν ταίριαζε να αργοπεθαίνουν στις βιοτεχνίες.

Οι σύγχρονοι φιλελεύθεροι, αντιθέτως, αξιοποιούν ακόµη και την πανδηµία για να ξηλώσουν όσα εκείνος θεµελίωσε. Σε αντίθεση µε τους πολιτικούς του απογόνους, ο Βενιζέλος έβλεπε µακριά. Γνώριζε πως ο δυναµισµός του καπιταλισµού έγκειται στον αέναο εκσυγχρονισµό των µέσων παραγωγής και στην οργάνωση της εργασίας. Και πως αν το κέρδος αντλείται από την έκταση της εργασίας, αφαιρείται το πιο κρίσιµο από τα κίνητρα για την ανανέωσή του. Ο Βενιζέλος υπήρξε διορατικός. Ισως να µην είναι λοιπόν οι επίφοβοι σοσιαλιστές, αλλά αυτός –ο δικός τους πρόγονος– το φάντασµα από το παρελθόν από το οποίο πασχίζουν να ξεφύγουν.

Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Μυστικά & Documento

09/05/2021, 17:00
Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader