Αδύνατη η ανάπτυξη με μειωμένα εισοδήματα

Σε αντιδιαστολή με τα κυβερνητικά στελέχη που υποστηρίζουν ότι η διακυβέρνηση ΝΔ αύξησε το διαθέσιμο εισόδημα μειώνοντας φόρους και εισφορές και ενόψει εκλογών καλλιεργούν ένα υπεραισιόδοξο αφήγημα περί «ισχυρών προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», η ΤτΕ στην Ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική Πολιτική καταγράφει διαφορετική εικόνα. Λέει ότι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε στο πρώτο εξάμηνο 2022 κατά 4,7% λόγω του υψηλού πληθωρισμού, επισημαίνει τις «διανεμητικές επιδράσεις του πληθωρισμού που πλήττουν περισσότερο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν σχετικά υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε είδη διατροφής και ενέργεια» και τονίζει ότι στο εξής μια από τις βασικές προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής είναι «η ανάσχεση μέρους των επιπτώσεων των πληθωριστικών πιέσεων στο εισόδημα των νοικοκυριών, κυρίως για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, προκειμένου να στηριχτεί η κατανάλωση και να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική το 2023». Δηλαδή η ΤτΕ επισημαίνει ότι ο τρέχων υψηλός πληθωρισμός στην ενέργεια και στα τρόφιμα διαβρώνει δραστικά το εισόδημα των πιο αδύναμων οικονομικά στρωμάτων και τονίζει πως κάτι πρέπει να γίνει για να προστατευτούν, γιατί αν οι φτωχοί συνεχίσουν να φτωχοποιούνται με τον τρέχοντα ρυθμό και συντριβεί η κατανάλωσή τους, η ελληνική οικονομία θα περάσει σε ύφεση.

Ελληνικά παράδοξα

Επ’ αυτού όμως έχουν να πουν πολύ περισσότερα τα στοιχεία μιας μελέτης που δημοσίευσε προ ημερών το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών και συνυπογράφουν ο πρώην υποδιοικητής της ΤτΕ και σήμερα στη Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της κεντρικής τράπεζας Θοδωρής Μητράκος και η οικονομολόγος Ειρήνη Νταή. Η μελέτη έχει τον εύγλωττο τίτλο «Το ελληνικό παράδοξο: Οικονομική ανάπτυξη με υποχώρηση κοινωνικής ευημερίας, μείωση αγοραστικής δύναμης και αύξηση ανισοτήτων» και αξιοποιώντας στοιχεία των ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat, μεταξύ των άλλων, δείχνει πως:

Η Ελλάδα εισήλθε στην εποχή των πληθωριστικών πιέσεων με μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της ήδη φτωχό λόγω της πολύχρονης οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε, καθώς με βάση τα στοιχεία της Eurostat το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας μας σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (PPS) διαμορφώθηκε το 2021 στο 64,6% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 – στην προτελευταία θέση πριν από τη Βουλγαρία (55%).

Η πράγματι μεγάλη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας κατά 8,3% το 2021, που αποκατέστησε σχεδόν πλήρως τις απώλειες της πανδημίας (-9%), δεν ωφέλησε τα οικονομικά των νοικοκυριών, καθώς σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat στην Ελλάδα μόλις το 6,9% των νοικοκυριών αύξησε το εισόδημά του το 2021 σε σχέση με το 2020, το 26,3% υπέστη μείωση εισοδήματος, ενώ και τα υπόλοιπα νοικοκυριά είχαν στάσιμο εισόδημα.

Η μεγάλη ανάπτυξη του 2021 αλλά και του α΄ εξαμήνου του 2022 στηρίχτηκε στη μεγάλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 5,8% το 2021 και 11,4% το α΄ εξάμηνο του 2022, όμως η συγκεκριμένη αύξηση της κατανάλωσης προήλθε από τα πλουσιότερα και μεσαία νοικοκυριά και χρηματοδοτήθηκε όχι μόνο από τα εισοδήματα αλλά και από τις αποταμιεύσεις – με την αποταμίευση από το β΄ τρίμηνο του 2021 να παίρνει αρνητικό πρόσημο και ένα χρόνο μετά να μειώνεται κατά 14,2%. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, τα νοικοκυριά του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αύξησαν τις δαπάνες τους το 2021 σε σχέση με το 2020 κατά 2,6%, ενώ τα νοικοκυριά του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού τις αύξησαν κατά 10,7%.

Συν τοις άλλοις, η μέση μηνιαία ισοδύναμη καταναλωτική δαπάνη του φτωχότερου 20% το 2021 διαμορφώθηκε σε 336 ευρώ ή στο ένα πέμπτο της δαπάνης του πλουσιότερου 20%, το οποίο είχε καταναλωτική δαπάνη 1.744 ευρώ.

Η ψαλίδα των ανισοτήτων

Από το 2020 άρχισε ξανά η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων μετά τη μερική έστω υποχώρησή τους κατά την περίοδο 2016-19, όπως φαίνεται από την ως άνω Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ αλλά και από άλλους γνωστούς δείκτες, π.χ. τον ευρέως χρησιμοποιούμενου δείκτη Gini (που από 31 το 2019 αυξήθηκε σε 32,4 το 2021), το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας (που από 17,95% το 2019 ανέβηκε σε 19,66% το 2021), αλλά και από τον δείκτη S80/S20 ο οποίος δηλώνει το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού συγκριτικά με το μερίδιο του φτωχότερου 20%. Συγκεκριμένα, ο δείκτης S80/S20 αυξήθηκε κατά 13%, από 5,1 το 2019 σε 5,8 το 2021, δηλώνοντας ότι κατά την τελευταία διετία το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού αύξησε το μερίδιό του στο εθνικό εισόδημα και σήμερα έχει 5,8 φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%.

Η διεύρυνση των ανισοτήτων αναμένεται να συνεχιστεί και να προσλάβει δραματικές διαστάσεις μες στα επόμενα χρόνια, καθώς (με εκτίμηση μέσου ετήσιου πληθωρισμού στο 10%, 6,5% και 3,5% το 2022, το 2023 και το 2024 αντίστοιχα) τα ελληνικά νοικοκυριά κατά την τριετία 2022-24 θα χάσουν το 20% του πραγματικού εισοδήματος και της αγοραστικής τους δύναμης εξαιτίας του πληθωρισμού. Η απώλεια αυτή θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη για τα φτωχότερα νοικοκυριά, που καταναλώνουν σε ενέργεια, διατροφή και στέγαση το 58,1% του εισοδήματός τους έναντι των πλουσιότερων νοικοκυριών, που καλύπτουν τις ίδιες βασικές ανάγκες με το 36,3% του εισοδήματός τους.

Συνεκτική πολιτική

Υπό αυτές τις συνθήκες όλο και πιο μειωμένου εισοδήματος για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, είναι πρακτικά αδύνατο η ελληνική οικονομία, που βασίζεται κατά σχεδόν 70% στην ιδιωτική κατανάλωση, να διατηρήσει την αναπτυξιακή δυναμική που εμφάνισε μετά την πανδημία και τα επόμενα χρόνια, ενώ παράλληλα δημιουργείται το έδαφος για κοινωνικές εντάσεις που θα θέσουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή. Στις συνθήκες του κοινωνικά άδικου σε βάρος των ασθενέστερων οικονομικά ομάδων υψηλού πληθωρισμού, καταλήγουν οι ερευνητές Θοδ. Μητράκος και Ειρ. Νταή, αντί μιας πολιτικής πενιχρών επιδομάτων χρειάζεται μια συνεκτική οικονομική πολιτική που να προστατεύει όλους τους πολίτες από το κύμα των ανατιμήσεων, να στηρίζει το εισόδημα των εργαζομένων, να διευκολύνει την ένταξη σε ποιοτικές και λιγότερο επισφαλείς θέσεις εργασίας και να διασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία του κοινωνικού κράτους.

Ετικέτες