Αφορολόγητο: Μείωση έως 3.000 ευρώ με απαίτηση ΔΝΤ

Με τρικ η κυβέρνηση επαναφέρει την απαίτηση του ΔΝΤ για μείωσή του. Επιβεβαιώνεται το ρεπορτάζ του Documento για δημοσιονομικό αδιέξοδο της πολιτικής Μητσοτάκη. Τι χάνουν μισθωτοί και συνταξιούχοι.

Τη μείωση του αφορολόγητου για μισθωτούς, αγρότες και συνταξιούχους στις 6.500 ευρώ προετοιμάζει η κυβέρνηση μέσω ενός ειδικού τρικ, επαναφέροντας σε ισχύ και πάλι όσα το ΔΝΤ είχε επιβάλει πριν από μερικά χρόνια αλλά κατάργησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λόγω της θετικής οικονομικής πορείας της χώρας και της επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα χωρίς τη λήψη έκτακτων μέτρων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Οικονομικών και ο Χρήστος Σταϊκούρας επεξεργάζονται σχέδιο βάσει του οποίου το βασικό αφορολόγητο από 8.636 ευρώ (για ένα άτομο χωρίς παιδιά, με κλιμάκωση μέχρι τις 9.500 ευρώ περίπου, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση) θα μειωθεί στις 6.500 ευρώ περίπου. Η δυνατότητα να φτάνει ο φορολογούμενος τα ισχύοντα σήμερα υψηλότερα αφορολόγητα θα υφίσταται εάν και μόνο η κατανάλωση μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών είναι ιδιαιτέρως αυξημένη σε σχέση με τα ισχύοντα σήμερα επίπεδα (10% για εισοδήματα μέχρι 10.000, 15% για 10.000-30.000 και 20% για 30.000 και άνω, με μέγιστο ποσό δαπάνης τις 30.000 ευρώ). Μέχρι στιγμής πάντως δεν υπάρχουν πληροφορίες για το επιπλέον ποσοστό δαπανών μέσω κάρτας.

Τα προαναφερθέντα όρια είναι ήδη υψηλά και παρά τα υποστηριζόμενα από το υπ. Οικονομικών για ήδη μεγαλύτερο δηλούμενο ποσοστό κατανάλωσης με αποδείξεις από το προβλεπόμενο, οι επιπτώσεις σε ορισμένες κατηγορίες (κυρίως αγρότες και χαμηλόμισθοι) θα είναι τραγικές καθώς η δυνατότητα περαιτέρω αύξησης της κατανάλωσης εκ μέρους τους είναι σχεδόν μηδενική.

Προεκλογικές υποσχέσεις

Οι μεγαλοστομίες για φορολογικές ελαφρύνσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται ότι φτάνουν πια στο όριό τους καθώς το ακοστολόγητο πρόγραμμά της που έταζε… λαγούς με πετραχήλια αποδεικνύεται απύθμενο πηγάδι στο οποίο, όπως όλα δείχνουν, κινδυνεύει να πέσει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Γίνεται πλέον απολύτως κατανοητό γιατί στα νομοσχέδια που με ιδιαίτερη βιασύνη ψήφισε μέχρι τις 10 Αυγούστου η κυβερνητική πλειοψηφία δεν υπήρχε η εμβληματική εξαγγελία Μητσοτάκη για μείωση του πρώτου συντελεστή της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος από το 20% (που θα ίσχυε με βάσει τα όσα είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Τσίπρα) στο 9% για καθαρά έσοδα μέχρι 10.000 ευρώ.

Σύμφωνα με πληροφορίες αλλά και «μασημένες» διαρροές στον φιλοκυβερνητικό Τύπο, αυτό συνέβη επειδή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει, όπως ήδη έχουμε αποκαλύψει, τα πιεστικά ερωτήματα των θεσμών και ειδικά του βασικού δανειστή της χώρας, του ESM, ο οποίος διά του προέδρου του Κλάους Ρέγκλινγκ έχει εκφράσει την ανησυχία του για τη σιωπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη ως προς τα δημοσιονομικά και τον κίνδυνο να απολεσθεί οι στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2020 (για το 2019, όπως αποδεικνύουν τα προσφάτως δημοσιευθέντα στοιχεία εξαμήνου, χάρη στην προηγούμενη κυβέρνηση –της οποίας ο προϋπολογισμός εκτελείται– ο στόχος είναι μάλλον κλειδωμένος).

Το κόστος

Για τους 398.737 υποβάλλοντες φορολογική δήλωση ελεύθερους επαγγελματίες, εκ των οποίων οι περίπου 100.000 δηλώνουν πάνω από 10.000 ευρώ ετησίως, η φορολογική ελάφρυνση θα έφτανε μάξιμουμ τα 1.300 ευρώ ετησίως (αντί 2.200 με τον ισχύοντα φορολογικό συντελεστή 22% και 900 ευρώ με τον προτεινόμενο 9%). Κάτι που σήμαινε αυτομάτως μείωση κρατικών εσόδων κατά 130 εκατ. ευρώ μόνο από αυτή την κατηγορία. Αλλά και για τους υπόλοιπους περίπου 298.000 ελευθεροεπαγγελματίες που δηλώνουν μέχρι 10.000 ευρώ η ελάφρυνση θα ήταν 1.300 ευρώ για όσους είναι στην κορυφή της κλίμακας και χαμηλότερη για τους φτωχότερους. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η μέση ελάφρυνση γι’ αυτή την κατηγορία ήταν περίπου η μισή (δηλαδή 650 ευρώ), τότε οι απώλειες για τον προϋπολογισμό ετησίως θα ήταν 298.000×650=193,7 εκατομμύρια. Δηλαδή αν αθροίσουμε τις δύο κατηγορίες (πάνω και κάτω από 10.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα), οι απώλειες για τον προϋπολογισμό θα υπερέβαιναν με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις τα 330 εκατ. ευρώ και το πιο πιθανό είναι να άγγιζαν τα 400 εκατ. Αν συνυπολογιστούν και οι απώλειες από αγρότες και μισθωτούς (μικρές μεν, αλλά λόγω πλήθους σημαντικές), τότε μιλάμε για ποσό που για να υπολογιστεί απαιτείται ακριβής γνώση των στοιχείων που διαθέτει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το οποίο πιθανώς να ξεπερνά κατά πολύ το μισό δισ. ευρώ.

Βεβαίως, όπως έχει αποκαλύψει η εφημερίδα μας, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων Μητσοτάκη (μείωση συντελεστών και για επιχειρήσεις στο 20%, για μερίσματα στο 5%, μείωση του ΕΝΦΙΑ κ.λπ.) φτάνει τα 6,4 δισ., για την εξασφάλιση των οποίων δεν υπάρχει σαφές σχέδιο πέραν των γνωστών ευχολογίων για ανάπτυξη και επενδύσεις.

Οι συνέπειες

Υπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, ενόψει κατάθεσης στους θεσμούς του νέου μεσοπρόθεσμου (πενταετούς) δημοσιονομικού προγράμματος την 1η Οκτωβρίου αλλά και της κατάρτισης του προϋπολογισμού 2020, η κυβέρνηση ανακρούει πρύμναν. Ενώ μόλις λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου αναγκαζόταν να υπερψηφίσει τη νομοθετική πρόταση ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση της μείωσης του αφορολόγητου.

Τις μεγαλύτερες συνέπειες θα τις υποστούν οι έχοντες τα χαμηλότερα εισοδήματα που βρίσκονται κοντά στο όριο του παλαιού αφορολόγητου. Με δηλούμενο εισόδημα 8.500 ευρώ φορολογούμενος μισθωτός, αγρότης ή συνταξιούχος σήμερα πληρώνει 0 ευρώ εφόσον έχει κατανάλωση με κάρτες τουλάχιστον 850 ευρώ (10%). Με τη μείωση του αφορολόγητου στις 6.500 ευρώ θα πληρώνει με τις ίδιες αποδείξεις 9% φόρο, δηλαδή 585 ευρώ. Αρα θα έχει ισόποση επιβάρυνση (585 από 0)!

Είναι χαρακτηριστικό ότι εισόδημα μέχρι 10.000 ευρώ (στο όριο του ισχύοντος αφορολόγητου) δηλώνουν 2.472.049 μισθωτοί και συνταξιούχοι, ήτοι το 51% των φορολογουμένων αυτής της κατηγορίας. Αν επιβαρυνθούν όλοι αυτοί με 500 ευρώ φόρο, το κράτος θα εισπράξει πάνω από 1 δισ. τον χρόνο, ποσό τριπλάσιο από αυτό που θα ωφεληθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες από τη μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 9%!