Ακρίβεια: Ο μισθός αυξάνεται, η τσέπη μένει άδεια

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αύξηση του κατώτατου μισθού, την ώρα που με τις πολιτικές της έχει εκτοξεύσει στα ύψη το κόστος διαβίωσης

Βρισκόμαστε πλέον μία εβδομάδα μετά την τέταρτη αύξηση του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Από την 1η Απριλίου ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 830 ευρώ, μια ποσοστιαία αύξηση 6,1%. Ουσιαστικά αυτή η αύξηση αφορά άμεσα περί τις 700.000 μισθωτούς σε σύνολο 2,29 εκατομμυρίων. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ που μετρά τη μισθωτή εργασία, 709.712 είναι οι μισθωτοί που λαμβάνουν αμοιβή ίση ή και μικρότερη από τον κατώτατο μισθό. Μεταξύ αυτών μετριούνται και 284.134 που αμείβονται με λιγότερα από 500 ευρώ (μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση). Εμμέσως επηρεάζεται το σύνολο του κόσμου της μισθωτής εργασίας, δεδομένου ότι η αύξηση αυτή προσφέρει διαπραγματευτική ισχύ σε κλάδους όπου υπάρχει μεγάλη κινητικότητα, καθότι οι μισθωτοί αξιώνουν αύξηση στον μισθό τους που είναι πάνω από το όριο του κατώτατου μισθού.

Παρότι η σχετική εξαγγελία έγινε την περασμένη Παρασκευή, τα πανηγύρια για την ευαισθησία του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στους χαμηλόμισθούς ξεκίνησαν από την Πέμπτη. Είναι χαρακτηριστική η αμετροεπής δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη: «Ο κατώτατος μισθός από το 2019 και τα 650 ευρώ που ήταν έχει φτάσει στα 780 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός έφτασε στα 1.251 από 1.046 που ήταν το 2019» σημείωσε και συμπλήρωσε: «Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους και δεν χρειάζονται πολλές επεξηγήσεις».

Οντως, το να πετάς αριθμούς και να μην επεξηγείς βολεύει το κυβερνητικό αφήγημα ότι ζούμε στη χώρα που έχει καταπληκτική ποιότητα ζωής. Ομως αν κάποιος επεξηγήσει αυτούς τους αριθμούς, θα διαπιστώσει ότι ζούμε στις παρυφές της Ευρώπης και κινδυνεύουμε να είμαστε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα με λατινοαμερικανική οικονομία, όπου οι πολλοί συνθλίβονται για να ζουν πλουσιοπάροχα οι λίγοι.

Η αλήθεια και η παραποίηση

Πράγματι η κυβέρνηση Μητσοτάκη από το 2022 έχει προβεί σε τέσσερις αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Ομως ο Κυρ. Μητσοτάκης ανέλαβε πρωθυπουργός το 2019. Με το πρόσχημα ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έδωσε υπερμεγέθεις αυξήσεις στις αρχές του 2019 (10,91% και κατάργηση του υποκατώτατου, που σήμαινε αύξηση για τους νέους 18-25 ετών της τάξης του 27,22%), ο γνωστός για την έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας πρωθυπουργός, καλυπτόμενος πίσω από την πανδημική κρίση, αρνήθηκε να δώσει αυξήσεις το 2020 και το 2021.

Ωστόσο η πληθωριστική πίεση που επέφεραν οι πολιτικές του υπέρ των καρτέλ –μαζί με την κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες που προκάλεσαν η πανδημία και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία– τον ανάγκασε να θεσμοθετήσει αυξήσεις σε μια προσπάθεια να μειώσει την κρίση κόστους ζωής που έχει φέρει ο πληθωρισμός της αισχροκέρδειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στην περυσινή έρευνά του εξήγαγε το συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα ο μέσος ονομαστικός μεικτός μισθός το 2022 αυξήθηκε κατά 1,5% αλλά ο μέσος πραγματικός μισθός μειώθηκε κατά 7,4% λόγω του πληθωρισμού. Σύμφωνα δε με τα τελευταία στοιχεία από το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, οι μέσες μεικτές αποδοχές των 2,29 εκατ. μισθωτών το 2023 υπολογίζονται περίπου στις 1.250 ευρώ (καθαρές αποδοχές σε δωδεκάμηνη βάση της τάξης των 983 ευρώ).

Αύξηση κόστους ζωής πάνω από 30%

Τώρα βρισκόμαστε μπροστά στη νέα αύξηση και την προσπάθεια των κυβερνώντων να μας πείσουν ότι νοιάζονται για την κοινωνία. Ομως η αύξηση από μόνη της δεν ανατρέπει το γεγονός ότι οι Ελληνες καταναλωτές συντρίβονται λόγω της αισχροκέρδειας στα ράφια των σουπερμάρκετ. Μπορεί ο πληθωρισμός σε μέσο όρο να έδωσε αύξηση το 2023 στο 4,2% (προστέθηκε βέβαια στο 9,7% του 2022), όμως αυτή η αύξηση αλλοιώνει την πραγματικότητα.

Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειονότητα του παραγωγικού δυναμικού της χώρας που κάθε μήνα εισπράττει από την εργασία της κατά μέσο όρο 983 ευρώ (καθαρές αποδοχές) ξοδεύει τα χρήματα αυτά για τις βασικές ανάγκες. Το πάντα αξιόπιστο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), θεωρώντας ότι το βιοτικό επίπεδο ενός νοικοκυριού εξαρτάται από τη μεταβολή των τιμών στις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών που συνθέτουν το καταναλωτικό τους πρότυπο, περιόρισε την αναζήτηση για την εξέλιξη του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή σε τέσσερις βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες απορροφούν αθροιστικά το μεγαλύτερο μερίδιο της κατανάλωσης των νοικοκυριών.

Από αυτή την ανάλυση προκύπτει ότι οι αυξήσεις στα τρόφιμα από το 2020 στο τέλος του 2023 διαμορφώνονται στο 31,2%. Αντίστοιχα το μεταφορικό κόστος αυξήθηκε από το 2020 κατά 21,1%. Τέλος στην κατηγορία «Ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια» υφίσταται τον Δεκέμβριο του 2023 αυξημένο κόστος κατά 15,2% συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα του 2020. Από την άλλη η στέγαση κόστιζε τον τελευταίο μήνα του περασμένου χρόνου ακριβότερα κατά 20,3% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2020!

Ολα αυτά συνιστούν την επεξήγηση των αριθμών που παραθέτει η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε σχέση με την αύξηση του κατώτατου μισθού και δείχνουν την πνιγηρή πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη…

Διαβάστε επίσης: Ακρίβεια: Μαρτύριο για τους γονείς τα έξοδα των παιδιών – «Θαύμα πώς ζούμε»

Σούπερ μάρκετ: Φτώχεια και ακρίβεια ανεβάζουν τα μερίδια των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας

Η νέα γκάφα του Μητσοτάκη στο σούπερ μάρκετ – Τι πρότεινε σε συνταξιούχο (Video)

Ετικέτες