Αν δεν παίξεις, πώς θα χάσεις;

Η παγκόσμια λογοτεχνία έχει αφιερώσει εξαιρετικές σελίδες στη ρουλέτα

Στο παιχνίδι της ρουλέτας η παγκόσμια λογοτεχνία έχει αφιερώσει εξαιρετικές σελίδες.

Η Τύχη είναι άστατη θεά κι αυτές τις γιορτινές μέρες έχει την τιμητική της. Πολλοί την κυνηγούν με την προσδοκία ότι φέτος θα γυρίσει ο τροχός – και μονάχα λίγοι φτάνουν ως τ’ αποφόρια που αφήνει στο φευγιό της. Ενα θορυβώδες και πολύχρωμο πλήθος πιστών την αναζητά σε λαμπρά καζίνα και ύποπτα καταγώγια, κοσμικές λέσχες και συνοικιακά καφενεία. Μεταξύ τους πλούσιοι και φτωχοί, αφελείς και πονηροί, διανοούμενοι και μαθηματικοί. Ολοι γονατίζουν μπροστά στον βωμό της με ικεσίες και απειλές, λυγμούς ή κραυγές, μα ελάχιστοι απολαμβάνουν έστω και την παροδική της εύνοια.

Η Τύχη ξέρει πολλά παιχνίδια για να ζαλίζει τους οπαδούς της και το πιο ζαλιστικό είναι το παιχνίδι της ρουλέτας. Στην πυρετώδη περιγραφή του η παγκόσμια λογοτεχνία αφιέρωσε εξαιρετικές σελίδες και μικρό τους απάνθισμα σχολιάζεται στο βιβλίο μου «Σημειώσεις για τη ρουλέτα». Προέχει φυσικά η ατμόσφαιρα των μητροπόλεων του τζόγου που τηρουμένων των αναλογιών, λέει ο Ροζέ Καγιουά, «μοιάζουν με τεράστιους οίκους ανοχής ή απέραντα οπιοποτεία». Οι εθισμοί λοιπόν είναι αναμενόμενοι, το ρίσκο αναπόφευκτο και ο περιστροφικός ίλιγγος μεθυστικός. Με τη ρουλέτα, γράφει ο Ερνστ Γιούνγκερ στο βιβλίο του «Μέθη και ναρκωτικά», «η παλιά ιδέα του τροχού της τύχης αγγίζει την άκρα τελειότητα, η οποία γίνεται μουσειακή στο Μόντε Κάρλο ή φουτουριστική στο Λας Βέγκας που αποθεώνει τις Βερσαλλίες της Μαζικής Δημοκρατίας».

Τα ύποπτα πρόσωπα από την ενδοχώρα

Σε επιβλητικό μέγαρο στεγάζεται και το καζίνο της Ντοβίλ που περιγράφει ο Ζέμπαλντ στους «Ξεριζωμένους», αν και η λαμπρότητά του δεν αντιστοιχεί πάντα στην πελατεία. «Γύρω στα μεσάνυχτα οι μόνοι που έπαιζαν ρουλέτα ήταν ως επί το πλείστον κάτι ύποπτες φάτσες από την ενδοχώρα. Δικηγορίσκοι, κτηματομεσίτες ή μεγαλογκαραζιέρηδες με τις ερωμένες τους, πασχίζοντας να ξεγελάσουν τη θεά Τύχη που έστεκε αντίκρυ τους με τη μορφή ενός μικροκαμωμένου κρουπιέρη με στολή ιπποκόμου». Ανάμεσά τους ο ήρωας του συγγραφέα αποτελούσε κερδοφόρο εξαίρεση καθώς «έπαιζε ρουλέτα με τα μάτια μισόκλειστα σαν υπνωτισμένος, ποντάριζε αλλεπάλληλα στο σωστό νούμερο και δυο βραδιές στη σειρά κατάφερε να ξετινάξει την μπάνκα ενώ την τρίτη τα κέρδη του ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο και οι πράκτορες του καζίνου έτρεχαν να φέρουν επιπλέον μετρητά».

Παρόμοιες μυθικών διαστάσεων νίκες στοιχειώνουν τα όνειρα κάθε παίκτη, αν και ο εκκεντρικός, υπερόπτης και τρομακτικά σπάταλος ήρωας του Ζέμπαλντ βυθίζεται τελικά σε βαθιά και αδιέξοδη καταθλιπτική κρίση, πληρώνοντας ακριβά λύτρα για τις επιτυχίες του. Οι ήρωες του Αντώνη Σουρούνη στον «Χορό των ρόδων» δεν έχουν βέβαια τέτοιο φόβο γιατί οι προσδοκίες τους είναι περιορισμένες. Αποτελούν διαφορετική κατηγορία καθώς πρόκειται για μικροεπαγγελματίες της ρουλέτας που με τη μέθοδο της υπομονής σουφρώνουν λίγες μάρκες και απέρχονται βιαστικά. Τέτοιοι παίκτες επιδιώκουν να περνούν απαρατήρητοι από τη διεύθυνση του καζίνου, αλλάζουν συχνά κυνηγότοπο και συμπεριφέρονται σαν εφεδρικοί κομπάρσοι. Κατά συνέπεια δεν αυτοδιαφημίζονται και είναι ασκημένοι στις τεχνικές λαθραίας επιβίωσης των νυκτόβιων τρωκτικών.

Δύο ζωές σε μία μπίλια

Η επιβίωση, εντούτοις, προσλαμβάνει σε έκτακτες περιστάσεις χαρακτήρα υπαρξιακής αγωνίας, η έκβαση του παιχνιδιού είναι κρίσιμη και η μπίλια της ρουλέτας ταλαντεύεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Στην «Ανθρώπινη μοίρα» του Αντρέ Μαλρό, μυθιστόρημα που διαδραματίζεται με φόντο την επαναστατημένη Σανγκάη του 1927, ένας τυχοδιώκτης καταφεύγει στη ρουλέτα για να εξασφαλίσει τα έξοδα της φυγής του ενώ πρέπει να ειδοποιήσει επειγόντως ένα φίλο που πρόκειται επίσης να συλληφθεί. «Ο κρουπιέρης έριξε την μπίλια και ολόκληρη η ζωή του Κλαπίκ έμοιαζε αρπαγμένη από πάνω της. Εχασε ξανά και ξανά. Επαιζε τώρα με τις τελευταίες του δεκάρες τη ζωή του και τη ζωή ενός άλλου, ιδίως τη ζωή ενός άλλου, αλλά δεν μπορούσε να φύγει. Ηταν αλυσοδεμένος σ’ αυτό το τραπέζι, σ’ αυτή τη γελοία μπίλια και την κοίταζε με βλέμμα έξαλλο, εξαντλημένος από μια ιλιγγιώδη ντροπή».

Ο Κλαπίκ κρεμάει δύο ζωές σε μία μπίλια γιατί ο παθιασμένος παίκτης δεν παίζει για το κέρδος αλλά για το ίδιο το παιχνίδι. Παίζει για τη χαρά της πτήσης και το ρίγος της πτώσης. Θέλει να κερδίσει αλλά όχι για να φύγει, μα για να μείνει ρισκάροντας παράλογα την ελευθερία του – και ο Ντοστογιέφσκι συμμερίζεται αυτήν τη στάση: «Ορκίζομαι πως η απληστία μου δεν έχει να κάνει με τα λεφτά, μολονότι ένας Θεός ξέρει

πόσο τα έχω ανάγκη». Λίγα χρόνια πριν αρχίσει να γράφει τον «Παίκτη», ο Ρώσος συγγραφέας σκιαγραφεί τον ήρωά του ως «μια πολύπλευρα ανεπτυγμένη αλλά ανώριμη προσωπικότητα. Ολη του η ενεργητικότητα και η δύναμη, η τρέλα και η αποκοτιά καταναλώνονται στη ρουλέτα. Με τον τρόπο του είναι ποιητής μα ο ίδιος ντρέπεται γι’ αυτό το είδος ποίησης, αν και η ορμή προς τον κίνδυνο εξευγενίζει στα μάτια του την αναξιότητά της».

Η ιδέα ήταν όντως λαμπρή αλλά δυστυχώς για τη λογοτεχνία η εκ του προχείρου πραγματοποίησή της υπήρξε ατυχής, με αποτέλεσμα αντί για μια φιγούρα με πνευματική οξύτητα και μαγνητικό δυναμισμό, να εμφανιστεί το νευρασθενικό της υπόλοιπο. Ετσι, το μυθιστόρημα του αυθεντικού παίκτη, που συνδυάζει στη μορφή του τα χαρίσματα του επιστήμονα, του τυχοδιώκτη και του καλλιτέχνη, περιμένει ακόμη τον συγγραφέα του.

Ετικέτες