Αν ο Παύλος Σιδηρόπουλος γνώριζε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο

Πριν από δέκα χρόνια, σαν σήμερα, ο δεκαπεντάχρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έπεφτε νεκρός, από το χέρι του Επαμεινώνδα Κορκονέα, στα Εξάρχεια.

Πριν από 28 χρόνια, σαν σήμερα, ο Παύλος Σιδηρόπουλος έπεφτε νεκρός από την ηρωίνη κατά τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό.

Εξάρχεια – Ευαγγελισμός, δύο «διαφορετικοί» νεκροί δρόμος…

Ο Αλέξανδρος ήταν 15, ο Παύλος ήταν 42. Δύο άνθρωποι έξω από την «κοινωνική νόρμα» της πλειοψηφίας και του μέσου όρου.

Ο Αλέξανδρος, ένα παιδί αστικής οικογενείας, από τα βόρεια προάστια, που θα μπορούσε να έχει βρεθεί στην Κηφισιά, αλλά προτιμούσε τα Εξάρχεια.

Ο Παύλος, ένα παιδί αστικής οικογενείας, από το κέντρο της Αθήνας, που θα μπορούσε να έχει γίνει «φίρμα», αλλά προτιμούσε τα Εξάρχεια.

Ο Παύλος ήταν καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης και πρόλαβε να το ζήσει.

Ο Αλέξανδρος δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα γινόταν, γιατί δεν πρόλαβε να ζήσει.

Στην πραγματικότητα δε συναντήθηκαν ποτέ.

Σ’ αυτήν τη σελίδα ας συναντηθούν εικονικά.

Ίσως αν ο Παύλος γνώριζε τον Αλέξανδρο να του έλεγε:

«Βάλ’ το παράθυρο στην πρίζα

κάλεσε το καλοριφέρ

δώσ’ τη μπουγάδα στην εφορία

γράψ’ ένα σύνθημα στο ασανσέρ

στο ασανσέρ

Άνοιξε γκάζι με το μυαλό σου

βάλε ταχύτητα με την καρδιά

η φαντασία στην εξουσία

δώσε τα ρέστα σου για μια βραδιά

για μια βραδιά».

Η Φαντασια στην Εξουσια-Παυλος Σιδηροπουλος

Ίσως να είχε μια διαίσθηση για το τι θα συνέβαινε:

«Ετοιμοθάνατου είσαι γέννα,

κουλός με χρυσαφένια πένα.

Που το πας;

Με το χαβά του θυμικού σου

ματζούνι του μυαλού σου

πιπιλάς.

Ξέρουνε τι τους περιμένει

στην πολυθρόνα βολεμένοι.

Τι ρωτάς;

Θάνατος…

Κάπου τριγυρίζει μια παράξενη ματιά.

Κάτι σε γεμίζει με θανάτου σιγουριά.»

Ίσως να προσπαθούσε να τον σώσει, να τον προτρέψει να φύγει:

“Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω”

“Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω”

Χωρίς διαφάνεια σωτηρίας

παλεύει με ρυθμό αοριστίας

Ρουφάει μ’ αγωνία αναπνέει

κι αντί να περπατάει παραπέει

“Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω”

“Σου λέω φύγε ρε φύγε ρε φύγε ρε φύγε από δω”»

Ίσως να έσκυβε δίπλα με τους άλλους περαστικούς πάνω στον νεκρό Αλέξανδρο:

«Μη μου μιλάς για τα παιδιά

που ψάχνανε στους δρόμους

σαν τους αλήτες τους σοφούς

δεν ξέρουν από νόμους

σαν τους αλήτες τους σοφούς

δεν ξέρουν από νόμους»

Αυτό πάντως που σίγουρα θα έλεγαν και οι δύο σ΄εμάς θα ήταν:

«Κάποτε θα `ρθουν να σου πουν

πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν

και πώς σε θένε

Έχε το νου σου στο παιδί,

κλείσε την πόρτα με κλειδί

ψέματα λένε

Κάποτε θα `ρθουν γνωστικοί,

λογάδες και γραμματικοί

για να σε πείσουν

Έχε το νου σου στο παιδί

κλείσε την πόρτα με κλειδί,

θα σε πουλήσουν

Και όταν θα `ρθουν οι καιροί

που θα `χει σβήσει το κερί

στην καταιγίδα

Υπερασπίσου το παιδί

γιατί αν γλιτώσει το παιδί

υπάρχει ελπίδα»

Ας τους ακούσουμε…