Αντόνιο Μορέσκο: «Ως συγγραφέας έχω ανάγκη να σταματάω τον χρόνο»

Συνομιλήσαμε με έναν από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους λογοτέχνες με αφορμή την επίσκεψή του στην Αθήνα.

Η ασκητική φυσιογνωµία του Αντόνιο Μορέσκο σε κερδίζει αµέσως. Μεγάλωσε σε µια οικογένεια που έπρεπε να αντιµετωπίσει ένα σοβαρό ζήτηµα, είχε δυσκολίες προσαρµογής στο σχολείο, για µια δεκαετία είχε ενεργή επαναστατική δράση σε ακροαριστερές οργανώσεις όπως η Servire il Popolo και η Autonomia Operaia. Εκείνη την περίοδο έζησε σε διάφορες πόλεις, κυρίως σε καταλήψεις, και κέρδιζε τα προς το ζην εργαζόµενος σκληρά και κακοπληρωµένος. Η πρώτη του εµφάνιση στη λογοτεχνία έγινε όταν ήταν ήδη 45 ετών, µε έργα στα οποία οι ήρωες δυσκολεύονται να προσαρµοστούν στην πραγµατικότητα.

Αναγνωρισµένος πλέον ως ένας από τους σηµαντικότερους συγγραφείς της χώρας του, µε το θάρρος της γνώµης του για υποθέσεις που ακόµη αποτελούν πληγή για την Ιταλία, όπως η δολοφονία του Παζολίνι, επισκέφτηκε πριν από λίγο καιρό την Αθήνα, όπου και συναντηθήκαµε µε αφορµή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Το φωτάκι» (Εκδόσεις Καστανιώτη, µετάφραση Μαρία Φραγκούλη). Η ιστορία αφορά τη συνάντηση ενός άντρα που αποφασίζει να ζήσει σε έναν εγκαταλειµµένο ορεινό οικισµό µε ένα αγόρι που ζει µόνο του σε ένα σπίτι που µοιάζει από άλλη εποχή. Η µεταξύ τους σχέση θα είναι άκρως αποκαλυπτική.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου σας αποµακρύνεται από την κοινωνία για να βρει τη γαλήνη. Θεωρείτε τον πολιτισµό πρόβληµα για τον άνθρωπο;

∆εν λέει ποτέ για ποιον λόγο εγκαταλείπει την κοινωνία, σίγουρα όµως φεύγει µε φρίκη και τρόµο. Επιλέγει τη µοναξιά και το σκοτάδι για να είναι έτοιµος να δεχτεί αυτή την ακραία συνάντηση που θα τον οδηγήσει εκεί που θα τον οδηγήσει.

Θίγετε ένα ζήτηµα-ταµπού, ειδικά στην κοινωνία της καθολικής Ιταλίας. Πόσο εύκολο ήταν να γράψετε για το θέµα της αυτοκτονίας;

Κατάλαβα πόσο δυνατό είναι το θέµα όταν το βιβλίο µεταφέρθηκε στον κινηµατογράφο. Μια µέρα στο γύρισµα εγώ και το παιδί καθόµασταν αντικριστά και κρατούσαµε χαρτάκια που επάνω υπήρχαν οι ατάκες που έπρεπε να πούµε. Οι ατάκες αυτές αφορούσαν την αυτοκτονία. Η µητέρα του παιδιού, το οποίο ήταν ερασιτέχνης ηθοποιός, άρχισε να κλαίει γοερά. Εκεί, µε την καταλυτική παρουσία των άλλων, αντιλήφθηκα πόσο δύσκολο είναι αυτό το ζήτηµα.

Το παιδί στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο αντιµετωπίζει µαθησιακά προβλήµατα, όπως είχατε κι εσείς σε αυτή την ηλικία. Πώς καταφέρατε να τα ξεπεράσετε και να ξεχωρίσετε ως ένας τους σηµαντικούς συγγραφείς της Ευρώπης;

Οντως είχα σοβαρά προβλήµατα µάθησης και ήµουν παιδί κλεισµένο στον εαυτό του. Εζησα την εποχή που στο σχολείο χτυπούσαν τα παιδιά. Εµενα στην ίδια τάξη και δεν κατάφερα να πάω στο πανεπιστήµιο. Ενιωθα πως για µένα δεν υπήρχε πουθενά ένα µέρος στον κόσµο. Οταν διάβασα κάποιους ποιητές, συγκεκριµένα το «Απειρο» του Λεοπάρντι, ένιωσα ότι υπήρχε πατρίδα και για µένα. Για χρόνια είχα ενεργή επαναστατική δράση και έκανα πάρα πολλές δουλειές, µέχρι που στα τριάντα µου ξεκίνησα να γράφω. Το έκανα τις νύχτες σε ένα σηµειωµατάριο, στην τουαλέτα της γκαρσονιέρας όπου ζούσα µε τη γυναίκα µου και την κόρη µου που ήταν µωρό, για να µην την ξυπνά το φως. Οσα έγραψα τότε εκδόθηκαν 15 χρόνια µετά, γιατί µε απέρριπταν οι εκδοτικοί οίκοι.

Λόγω της πολιτικής σας δράσης;

∆εν είµαι σίγουρος. Εγραψα ένα βιβλίο, το «Γράµµατα σε κανέναν», όπου αφηγούµουν όχι µόνο την επαναστατική µου δράση αλλά και τα προβλήµατα που συνάντησα κατά την προσπάθειά µου να εκδώσω βιβλίο. Το συγκεκριµένο βιβλίο δεν µου το συγχώρησαν ποτέ οι εκδοτικοί οίκοι.

Γιατί;

Επειδή έλεγα τα πράγµατα µε το όνοµά τους και µου είπαν: «Ηταν ανάγκη να γράψεις κάτι τέτοιο, ειδικά όντας αδύναµος και ανυπεράσπιστος;». Αυτό που απάντησα ήταν ότι τότε ακριβώς πρέπει να γράφει κανείς έτσι, όταν δεν έχει τίποτε να χάσει.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ζήσατε σε καταλήψεις. Τι αποκοµίσατε από αυτή την εµπειρία;

Μπορεί να βλέπω αλλιώς όσα έγιναν τότε αλλά δεν έχω µετανιώσει για τίποτε. Πρώτον, γιατί έµαθα να έχω το κουράγιο να κάνω παράτολµα πράγµατα τα οποία µε οδήγησαν στα δικαστήρια και στη φυλακή και, δεύτερον, επειδή αποκόµισα σπουδαία γνώση δίπλα στους χαµάληδες και τους βαστάζους των οποίων τον πόνο και τα βάσανα συµµερίστηκα.

Είστε µεταξύ εκείνων που προσπαθούν να επιτύχουν την επανεξέταση της δολοφονίας του Παζολίνι.

Στην Ιταλία όλοι ξέρουν ότι ο Παζολίνι δολοφονήθηκε όχι για προσωπικούς λόγους, όπως έχει επικρατήσει, αλλά γιατί ενοχλούσε πολύ µε τα ζητήµατα που έθιγε. Εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία γίνονταν πολλές πολιτικές δολοφονίες, πραγµατική σφαγή. Παρ’ όλες τις υπογραφές που έχουµε συγκεντρώσει, το θέµα δεν έχει επανεξεταστεί. Κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι η δολοφονία του Παζολίνι ήταν πολιτική, ενώ για τον Λόρκα ήταν αδιαµφισβήτητο.

Γιατί περπατάτε τις νύχτες;

Ξεκίνησα τους νυχτερινούς περιπάτους στα 30 µου, τότε που τελείωσε η περίοδος της επαναστατικής δράσης µου, γιατί ήµουν ψυχικό ράκος. Με τον καιρό συνέχισα να περπατάω γιατί τελικά αποδείχτηκε µια άσκηση που µου κρατούσε ζωντανό το µυαλό. Μου αρέσει να κάνω αυτό που συνηθίζουν οι Ινδιάνοι, οι οποίοι πάντα ακολουθούν την ίδια διαδροµή µε στόχο να σταµατήσουν τον χρόνο. Ως συγγραφέας αυτό έχω ανάγκη, να σταµατάω τον χρόνο. Και µετά να τον εκκινώ ξανά. Τις νύχτες συναντώ ενδιαφέροντες ανθρώπους και υπόγειες διαδροµές που δεν είναι διακριτές το πρωί.

Ποια η άποψή σας για την Ιταλία του Σαλβίνι;

Η Ιταλία είναι µια χώρα δύσκολη, στην κοιλιά της οποίας φωλιάζει ο φασισµός που πάντα έχει την τάση να επιστρέφει µε διαφορετική όψη. Σαν ένα παράσιτο που πάντα θα αναδύεται.

* Θερμές ευχαριστίες στη Μαρία Φραγκούλη για τη διερμηνεία. 

*Φωτογραφία Εφη Σκάζα/Eurokinissi

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.