Άοπλη η Ελλάδα στη μάχη εναντίον της νέας κρίσης

Τα πραγματικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας από τη μεγέθυνση του χρέους μέχρι την εξαφάνιση των επενδύσεων δεν επιτρέπουν αισιόδοξες σκέψεις αλλά απαιτούν ένα κυβερνητικό σχέδιο άμυνας που δυστυχώς δεν υπάρχει.

Μπορεί μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας να ανακάμψει έπειτα από μια δεκαετία μνημονίων και το κλείσιμο της στρόφιγγας λόγω της πανδημίας Covid-19; Μπορεί μια κυβέρνηση σαν αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη να οδηγήσει την ελληνική οικονομία αλλά και την κοινωνία σε ήρεμα ύδατα; Υπάρχει άραγε κυβερνητικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που ήδη ποδοπατά την πραγματική οικονομία;

«Ένας πληθυσμός που γερνάει, μια οικονομία που δεν επενδύει, μια κοινωνία που δεν αποταμιεύει και ένα κράτος που είναι υπερδανεισμένο» είναι τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του ΣΕΒ Μιχάλη Μασουράκη. Πρόκειται για τον άνθρωπο που η κυβέρνηση Μητσοτάκη όρισε ως νέο αντιπρόσωπο της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Τα νέα του καθήκοντα ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΣΕΒ θα τα αναλάβει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Ο Μιχ. Μασουράκης δηλώνει (προφανώς επηρεασμένος από τον διορισμό του) αισιόδοξος και ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία ανάτασης, ωστόσο τούτο δεν αποτυπώνεται στα χαρακτηριστικά τα οποία εκείνος επικαλείται ως δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Καταρχάς ας λάβουμε υπόψη ότι η γενική θεώρηση ότι είμαστε μια γερασμένη κοινωνία που δεν αποταμιεύει, ότι έχουμε μια οικονομία που δεν επενδύει και ένα κράτος που είναι υπερδανεισμένο αποτελεί σωστή επισκόπηση επί των πραγματικών χαρακτηριστικών μιας δυτικού τύπου κοινωνίας. Ωστόσο και βαδίζοντας προς τη συμπλήρωση ενός έτους που κυβερνά τον τόπο ο Κυρ. Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός, σε κανέναν τομέα από αυτούς που ο ίδιος ο Μιχ. Μασουράκης στρέφει το ενδιαφέρον του δεν υπάρχει θετική εξέλιξη, είτε πριν είτε μετά την κρίση από την πανδημία. Από πού αντλεί λοιπόν (αν όχι από την ίδια την προσωπική του εξέλιξη, να διοριστεί δηλαδή αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ) την αισιοδοξία του ο Μιχ. Μασουράκης; Μήπως τελικά απλώς ο Μιχ. Μασουράκης, όπως και πολλοί άλλοι, χρησιμοποιεί τα πτυχία του προκειμένου να ρίξει νερό στην επικοινωνιακή πομφόλυγα «καταλληλότερος πρωθυπουργός ο Κυρ. Μητσοτάκης»;

Άραγε ο Μιχ. Μασουράκης γνωρίζει αν υφίσταται σχέδιο αύξησης των γεννήσεων ώστε να μη μειώνεται ο γηράσκων ελληνικός πληθυσμός; Μήπως ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΣΕΒ μπορεί να μας εξηγήσει πώς θα μειωθεί ο υπερδανεισμός του κράτους με δεδομένο ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκατέλειψε τη μάχη για το ευρωομόλογο και είπε «ναι» σε νέο δανεισμό για έξοδο από την κρίση; Ποια είναι η γνώμη του Μιχ. Μασουράκη για τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που από τις αρχές του 2000 δεν κάνει η ελληνική βιομηχανία, με αποτέλεσμα να καταρριφθεί σαν χάρτινος πύργος το επιχείρημα του ΣΕΒ το 2010, ότι η μείωση των μισθών θα φέρει έκρηξη εξαγωγών; Όσο για την αποταμίευση, πώς εξηγεί ο νέος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ τη μνημονιακή λογική της εσωτερικής υποτίμησης που έφερε τους Έλληνες στα νύχια των ενεχυροδανειστών;

Σε αυτό το σημείο ας αρχίσουμε να ξετυλίγουμε το κουβάρι των πραγματικών γεγονότων ώστε να αποτιμήσουμε την κατάσταση υπό το κράτος της πραγματικότητας που δεν διαθέτει επικοινωνιακό περιτύλιγμα για τα ΜΜΕ τα οποία έλαβαν τη γενναιόδωρη… πέτσινη επιχορήγηση. Αποτελεί ωστόσο αυτή η πραγματικότητα έναν δομικό κλυδωνισμό στην αισιοδοξία Μασουράκη αλλά και μια τεράστια αμφιβολία για το τι μας περιμένει από τη θητεία του ως εκπροσώπου της χώρας μας στο ΔΝΤ.

Μη αναστρέψιμη η γήρανση μέχρι το 2040

Τον περασμένο Μάρτιο ο καθηγητής Δημογραφίας Βύρων Κοτζαμάνης, με ανάλυσή του που δημοσιεύτηκε στο 38ο τεύχος της ψηφιακής έκδοσης «Δημογραφικά Νέα» του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ανέφερε ότι η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού (η μείωσή του δηλαδή) θα είναι μη αναστρέψιμη μέχρι το 2040. Αναλυτικότερα αναγράφεται στην ανάλυση αυτή: «Με βάση τις προβολές του πληθυσμού της Ελλάδας που διεξήγαμε, η μείωσή του αναμένεται να είναι, ανεξαρτήτως σεναρίων, συνεχής, αν και με διαφοροποιημένους ανά σενάριο ρυθμούς. Μια μείωση του πληθυσμού μας κατά 1.000.000 το 2040 σε σχέση με το 2019 (ελαφρώς αισιόδοξο σενάριο) είναι πολύ πιθανή. Η μείωση δε αυτή θα προκύψει ως αποτέλεσμα της αύξησης των άνω των 65 ετών κατά 450.000, της μείωσης κατά 450.000 των 0-19 ετών, ως και της μείωσης των 20-64 ετών κατά 1.000.000 περίπου. Επομένως, το 2040 το ποσοστό στον συνολικό πληθυσμό των 65+ θα κυμανθεί γύρω από το 29% (22% σήμερα) και αυτό των 85+ γύρω από το 4,5% (3,4% το 2019). Το πλήθος των 65+ θα αυξηθεί κατά 20%, των 85+ κατά 40% και το ειδικό βάρος των τελευταίων στους 65+ θα περάσει από το 15,5% σήμερα στο 17,5% το 2040».

Από την άλλη, ο Β. Κοτζαμάνης θεωρεί πως το γεγονός ότι οι εργάσιμης ηλικίας θα είναι πιθανότατα κατά 1.000.000 λιγότεροι το 2040 δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά θα μειωθεί και ο πληθυσμός των εργαζομένων και ότι η υφιστάμενη σήμερα αναλογία εργαζόμενοι 20-64 ετών/άτομα 65 ετών (62,5 εργαζόμενοι 20-64 ετών για 100 άτομα 65 ετών και άνω) θα αλλάξει άρδην. Η προϋπόθεση που θέτει ο καθηγητής Δημογραφίας είναι η ανεργία ως ποσοστό να κυμαίνεται στο 5%, προοπτική που προς το παρόν και με δεδομένη την κρίση που έχει απλώσει τις μαύρες φτερούγες της πάνω από την ελληνική οικονομία μοιάζει ακόμη μάλλον αδύνατη για το 2040.

Συρρίκνωση των επενδύσεων

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) οι ακαθάριστες επενδύσεις κεφαλαίου («πραγματικές επενδύσεις») του ιδιωτικού τομέα μειώθηκαν την τελευταία δεκαετία από 21,9% του ΑΕΠ το γ΄ τρίμηνο του 2007, σε 8,7% του ΑΕΠ το β΄ τρίμηνο του 2018 σε ετησιοποιημένη βάση (κινητό άθροισμα τεσσάρων τριμήνων). Το ίδιο διάστημα η συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα συρρικνώθηκε κατά πολύ περισσότερο, από 35,9% του ΑΕΠ σε 4,2% του ΑΕΠ. Η μεγάλη αυτή μείωση προήλθε τόσο από τον περιορισμό της εσωτερικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα από ιδίους πόρους όσο και από την κατάρρευση της εξωτερικής χρηματοδότησής του, πρωτίστως από τις τράπεζες και δευτερευόντως από τις εγχώριες και διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Αγνωστη έννοια η αποταμίευση τα μνημονιακά χρόνια

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2017, η αποταμίευση ιδιωτών στην Ευρώπη κυμαινόταν στο 12% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα διαθέταμε αρνητικό πρόσημο (-8,3%). Η ΕΛΣΤΑΤ έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σωρευτική μείωση του αποταμιευτικού πλούτου των νοικοκυριών ανέρχεται στα -32,9 δισ. ευρώ για την περίοδο 2011-2017. Για να κάνουμε ακόμη πιο σκοτεινή την εικόνα θα πρέπει να πούμε ότι οι άνθρωποι που δεν αποταμιεύουν σήμερα είναι εκείνοι στις πιο παραγωγικές ηλικίες των 35-54 ετών, που πριν από την κρίση και αποταμίευαν και αποπλήρωναν τα δάνειά τους και έβαζαν κάτι στην άκρη για αργότερα. Μάλιστα τα νοικοκυριά με αρχηγό οικογένειας ηλικίας 35-44 ετών είναι τα πλέον επιβαρυμένα. Ενώ στην αρχή της κρίσης (2010) αποταμίευαν το 2,3% των εισοδημάτων τους, το 2016 η αποταμίευσή τους είχε γίνει βαθιά αρνητική (-13,3%). Όταν οι άνθρωποι αυτοί πάρουν σύνταξη, οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις τους θα είναι χαμηλές, ενώ και οι συντάξεις τους θα είναι μειωμένες λόγω της ανυπαρξίας συνταξιοδοτικής αποταμίευσης αλλά και της προϊούσας γήρανσης του πληθυσμού. Έτσι η κατανάλωσή τους θα συμπιέζεται και από τις δύο πλευρές.

Όλα αυτά φαίνεται να ανασχέθηκαν μερικώς κατά τη διάρκεια των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, από τις 23 Μαρτίου έως τις 24 Απριλίου οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες αυξήθηκαν κατά περίπου 2 δισ. ευρώ (διαμορφώθηκαν σε 158,3 δισ. ευρώ, από 156 δισ. ευρώ). Ωστόσο αυτό το φαινόμενο θεωρείται παροδικό, καθότι αφενός ο εγκλεισμός δεν βοηθούσε την κατανάλωση, αφετέρου όλοι γνωρίζουν τι έρχεται και εμφανίζονται συγκρατημένοι όσον αφορά τις αγορές προϊόντων. Μια τέτοια όμως λογική φέρνει προ αδιεξόδου τις επιχειρήσεις, καθώς μειώνεται δραματικά ο τζίρος τους αφού η πραγματική οικονομία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εσωτερική κατανάλωση.

Ανω του 200% το δημόσιο χρέος

Το δημόσιο χρέος από το 179,2% του ΑΕΠ το 2019 αναμένεται να ανέλθει στο 200,8% του ΑΕΠ εφέτος, εκτιμά το ΔΝΤ.

Ωστόσο πριν από την κρίση που προκάλεσε ο κορονοϊός η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε καταφέρει να προσδώσει αυξητικές τάσεις στο δημόσιο χρέος! Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έφτασε τα 361,8 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου του 2020. Αυτό σημαίνει αύξηση κατά 5,8 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος Δεκεμβρίου 2019. Βασική αιτία αυτής της αύξησης, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση των στοιχείων του ΟΔΔΗΧ, είναι το ενδοκυβερνητικό χρέος.

Συγκεκριμένα, στο τέλος Μαρτίου το χρέος της κεντρικής διοίκησης που είχε σταθερό επιτόκιο αντιστοιχούσε στο 95,8% του συνολικού χρέους, όταν στο τέλος Δεκεμβρίου 2019 αντιστοιχούσε στο 94,6% του συνολικού χρέους. Αυτό προκύπτει καθότι το χρέος της κεντρικής διοίκησης είναι υψηλότερο από το χρέος της γενικής κυβέρνησης, κάτι που οφείλεται στο ενδοκυβερνητικό χρέος, το οποίο περιλαμβάνει και τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό μέσω συμφωνιών επαναγοράς από φορείς της γενικής κυβέρνησης.

Από τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ προκύπτει πως η εικόνα όσον αφορά τη δομή του χρέους της κεντρικής διοίκησης μεταβλήθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.