Από την «Κυρία με τας καμελίας» στον «Joker» – Οι βλαβερές συνέπειες του κινηματογράφου (Μέρος 3ο)

Από την «Κυρία με τας καμελίας» στον «Joker» – Οι βλαβερές συνέπειες του κινηματογράφου (Μέρος 3ο)

Εκτός από τις πολύ σοβαρές «ασθένειες» που προκαλούσε ο κινηματογράφος, είχε και κάποιες άλλες επιπτώσεις, ήπιες θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε. 

Για να μην τις πούμε αστείες. Διότι, σύμφωνα με τα πνεύματα της εποχής που διαμόρφωναν οι ελέγχοντες τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και οι ταινίες με τα άγρια θηρία στη ζούγκλα (γενικώς οι ταινίες της Αφρικής), τα «γουέστερν», ακόμη και οι ερωτικές ταινίες ήταν ικανές να διαρρήξουν και τους υμένες των πατριαρχικών οικογενειών και των… κοριτσιών!

Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν

Ας έρθουμε τώρα στα πραγματικά περιστατικά όπως εμφανίστηκαν στον Τύπο της εποχής και κατά περίεργη (;) σύμπτωση όλα μέσα σε μια διετία, το 1932-33. Μια διετία που στο πολιτικό επίπεδο εμφανίζεται εξαιρετικά ταραγμένη: τρεις εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα, ένα πραξικόπημα (Πλαστήρας) και η επικράτηση του φασισμού στη Γερμανία.

Την άνοιξη του 1932 η μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσιεύει πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Ύποπτοι εξαφανίσεις νέων εις τον Πειραιά – Εφυγαδεύθησαν εις το Μαρόκον». Τίποτε το αξιοπερίεργο μέχρι εδώ. Ο υπέρτιτλος όμως δίνει την ξεχωριστή διάσταση στο θέμα: οι δύο νέοι είναι «θύματα της οθόνης».

Οι δύο έφηβοι, ο Χρήστος Μπαφέρας –17 χρόνων, μαθητής της δημόσιας Εμπορικής Σχολής Πειραιώς, γόνος καλής οικογενείας– και ο 19χρονος Νικόλαος Κεκάκος –όχι και τόσο άμεμπτου ηθικής, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Τύπου–, μια ωραία μέρα εξαφανίζονται. Ελλείψει ειδικών τηλεοπτικών εκπομπών την εποχή εκείνη, οι γονείς του πρώτου καταφεύγουν στην αστυνομία και καταγγέλλουν ότι ο γιος τους, παρασυρμένος από τον δεύτερο, πρέπει να βρίσκεται ήδη στην Αφρική καταταγμένος στη Λεγεώνα των Ξένων! Και πώς εμπλέκεται ο κινηματογράφος σε όλα αυτά; Το εξηγεί ο ευφάνταστος ρεπόρτερ της εφημερίδας: «Εις την περιπλοκήν του δράματος έχει επιδράσει πολύ και ο… κινηματογράφος. Τα φιλμ με τον αποικιακόν στρατόν εις το Μαρόκον και τους θερμούς έρωτας των μελαχροινών γυναικών, είχαν κινήσει φαίνεται την όρεξιν των δύο νέων. Ο Κεκάκος ήτο παρών σε κάθε προβολήν ταινίας με αποικιακήν υπόθεσιν και είχεν εμφυσήσει την ιδικήν του λατρείαν εις τον νεαρώτερον Μπαφέρον. Επί ώρας τα δύο παιδιά ομιλούσαν διά την ποίησιν και τας περιπετείας των αποικιακών στρατευμάτων εις τας ερήμους με τους ιθαγενείς».

Διαβάστε επίσης: Από την «Κυρία με τας καμελίας» στον «Joker» – Οι βλαβερές συνέπειες του κινηματογράφου (Μέρος 1ο)

Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1933, εξαφανίζονται άλλοι δύο νέοι. Κι εδώ υπόλογος ο κινηματογράφος! Τι είχε συμβεί; Έξι μαθητές του γυμνασίου, ανάμεσά τους και οι εξαφανισθέντες Τάκης Λεκάκης (15 χρόνων) και Ιωάννης Καραμάλης (17 χρόνων), είχαν αποκτήσει από πολύ νωρίς κακές συνήθειες: «Προτιμούσαν αντί να πηγαίνουν εις το σχολείο, να κρύπτουν τα σχολικά βιβλία των και να μεταβαίνουν εις τους λαϊκούς κινηματογράφους, όπου περνούσαν ολόκληρον σχεδόν την ημέραν των. Φανατικοί θαυμασταί των κάου μπόυς και των γενναίων αστέρων της οθόνης, εξώδευαν και τον τελευταίον οβολόν των διά να αποθαυμάζουν τα κατορθώματά των. Ώρας πολλάς διέθετον επίσης και εις την ανάγνωσιν λαϊκών μυθιστορημάτων τα οποία μαζί με τας κινηματογραφικάς ταινίας εξήπτον τας παιδικάς των φαντασίας. Ολίγον κατ’ ολίγον, τα περιπετειώδη αυτά αναγνώσματα και αι συναρπαστικαί ταινίαι, τους εφούσκωσαν, κατά το δη λεγόμενον, το μυαλό τους και οι έξι αυτοί γυμνασιόπαιδες έλαβον προ τριμήνου μίαν μεγάλην απόφασιν. Να ζήσουν και αυτοί την ζωήν των ηρώων της οθόνης και να ζωντανεύσουν τους θρύλους που είχαν διαβάση εις τα βιβλία.

Απεφάσισαν, όπως ομολογεί ο αρχηγός της παρέας αυτής, Καράντζας, να φύγουν για την Αφρική. Εκεί θα επεδίδοντο εις την ανεύρεσιν χρυσού, ακολούθως δε θα προχωρούσαν εις τα ενδότερα της ηπείρου, εις τας αγρίας περιοχάς της οποίας –εις την ζούγκλαν δηλαδή– θα κυνηγούσαν άγρια θηρία. Και απ’ εκεί θα έκαναν –πλούσιοι πλέον– τον γύρο του κόσμου».

Τελικά, το φιλόδοξο σχέδιο των έξι νεαρών ναυάγησε γιατί ο ένας από αυτούς, ο Νικ. Πέτσης, που είχε υποσχεθεί να εξοικονομήσει τα αναγκαία για το ταξίδι χρήματα ( 50.000 δρχ.), δεν τα έφερε. Οι δύο της παρέας, ο Λεκάκης και ο Καραμάνης, παιδιά με μεγάλο θάρρος προφανώς, αποφάσισαν παρ’ όλα αυτά να υλοποιήσουν το σχέδιό τους. Έφτασαν στην Αφρική; Δυστυχώς όχι. Τους συνέλαβαν τέσσερις μέρες αργότερα στο λιμάνι των Χανίων και τους γύρισαν πίσω.

Οι γονείς των μικρών ταξιδιωτών ήταν κατηγορηματικοί: για όλα φταίει ο κινηματογράφος! Ο πατέρας του Καραμάνη δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Τι να σας πω και εγώ; Έβλεπα που είχε μανία με τον κινηματογράφο, αλλά δεν ήξερα ότι θα έφθανε σ’ αυτό το σημείο να τρελλαθή από τις διάφορες περιπετειώδεις ταινίες. Πού να το ξέραμε εμείς, όταν μας συζητούσε για τους διαφόρους ηθοποιούς, ότι θα μας έφερνε αυτή τη συμφορά;».

Διαβάστε επίσηςΑπό την «Κυρία με τας καμελίας» στον «Joker» – Οι βλαβερές συνέπειες του κινηματογράφου (Μέρος 2ο)

Κι οι γονείς του Λεκάκη: «Ο κινηματογράφος τον πήρε στο λαιμό του. Είχε τόση μανία μ’ αυτόν ώστε έφθασε να αγοράση ένα μικρό και να μας κάνη άνω-κάτω με τις παραστάσεις του».

Η εξαφάνιση των δύο παιδιών δίνει την ευκαιρία στον ανώνυμο συντάκτη της «Φωνής του Λαού» να κατακεραυνώσει κι αυτός με τη σειρά του τον κινηματογράφο: «Το μέγα σχολείον της εποχής είνε ο κινηματογράφος, που διδάσκει αφθονώτατα πράγματα και διεγείρει την φαντασίαν των θεατών – μαθητών του. Οι επιρρεπείς προς τον έρωτα διδάσκονται τα μεγάλα ερωτικά πάθη, την επιστήμην του κατακτάν τας καρδίας, μεταβάλλονται εις αξιοθρηνήτους γόητας, οι δε ρέστοι αποκτούν ορέξεις και φιλοδοξίας εξερευνητών».

Ζαχαρώματα στον λόφο και διακορεύσεις

Οι περιπέτειες ενός άλλου πιτσιρικά, λίγο αργότερα, δίνει την ευκαιρία στον χρονογράφο της ίδιας εφημερίδας που υπογράφει με το ψευδώνυμο Πικαντόρ, πίσω από το οποίο πιθανόν να κρύβεται ο Δημήτρης Ψαθάς, να αναπτύξει εκτενέστερα τις θεωρίες περί «κακού σχολείου». Ο πιτσιρικάς αυτός, ο 14χρονος Ιωάννης Εμμανουήλ, απλώς μπάρκαρε λαθραία σε ένα υπερωκεάνιο για Νέα Υόρκη. Κι ο Πικαντόρ σχολιάζει:

«Ο κινηματογράφος είνε το μέγα σχολείο της εποχής. Σχολείον; Τι λέτε; Πανεπιστήμιον! Γιατί δεν περιορίζεται μονάχα στην ξηράν διαδσκαλίαν κειμένων. Έχει την ιδιότητα να κινή την ανησυχίαν πρός την έρευναν, την πρακτικήν εφαρμογήν της ομιλούσης, ηχητικής και τραγουδούσης διδασκαλίας. Αφήστε τις χιλιάδες των αποφοίτων που βγάζει καθημερινώς στο κεφάλαιον του έρωτος – τσιράκια μονάχα στην τέχνην του γοητεύειν. Έχει κι’ άλλην μίαν πολύ αξιοσημείωτον συνομοταξίαν μαθητευομένων, που ξυπνά μέσα τους τις ανησυχίες του πρωτόγονου ανθρώπου, την πάλην με τα στοιχεία της φύσεως, την περιπέτειαν, τον πόθον της εξερευνήσεως.

Έχετε μπή μέσα σε λαϊκόν κινηματογράφον, απ’ αυτούς που προβάλλουν αποκλειστικώς και μόνον ταινίας περιπετειώδους περιεχομένου; Είνε το είδος που έχει τους φανατικωτέρους και πιστοτέρους θαυμαστάς. Οι αίθουσές τους αποτελούν το ορμητήριον για τα μεγάλα φτερουγίσματα των νεανικών ονείρων που παίρνουν σάρκα και οστά καθώς φλογίζονται από την δίψαν της νεότητος και την τόλμην της αγνοίας. Η περιπέτεια του 14ετούς μικρού Ιωάννου Εμμανουήλ, που εμπάρκαρε ως λαθρεπιβάτης για την Νέαν Υόρκην και ανεκαλύφθη μέσα εις το υπερωκεάνειον, είνε δημιούργημα αυτής της σχολής.

– Είνε ένα τρελλόπαιδο, είπε η μητέρα του, που τρελλαίνεται για μυθιστορήματα όπου περιγράφονται ταξείδια και κυνήγια αγρίων θηρίων και που παρακολουθούσε τέτοιες ταινίες στους κινηματογράφους. Τώρα όμως ύστερα από το πάθημά του πρέπει να βάλη μυαλό.

Να βάλη μυαλό; Πιθανώς ο ατυχήσας μικρός εξερευνητής να συνετισθή αλλά τι θα γίνη με τ’ άλλα “τρελλόπαιδα” που τρελλαίνονται το ίδιο μέσα στο “Ροζικλαίρ” για τα ταξείδια και τα κυνήγια των αγρίων θηρίων; Ο κινηματογράφος είνε μια αναπαράστασις της ευτυχούς πλευράς της ζωής, τις περισσότερες φορές, γιατί και τα μεγαλείτερα δράματά του έχουν πάντοτε σχεδόν αίσιον πέρας. Η φαντασία των μικρών παιδιών πού να βρή τον τρόπο να ξεκαθαρίση το προσφερόμενον θέαμα και να το τοποθετήση επάνω στα σκληρά ενδεχόμενα της πραγματικότητος; Οι εντυπώσεις που μαζεύει από τους ήρωας των ψεύτικων περιπετειών είνε τόσο ζωηρές ώστε ολόκληρον το μικροσκοπικόν μπουλούκι των θεατών ανάβει από ενθουσιασμόν, τον οποίον ελάχιστα φροντίζει να συγκρατή. Ευρίσκεται εις άμεσον ψυχικήν επικοινωνίαν με τα πρόσωπα της συμπαθείας του, τα παρακολουθεί με αγωνίαν, τα θαυμάζει, τ’ αγαπά, τα χειροκροτεί, και μέσα στους φλογερούς του ενθουσιασμούς αφήνει σπαρακτικές εκρήξεις:

– Το νού σου, Ταρζάν, είνε λιοντάρι πίσω από το δέντρο!

– Βάρτου, Πέτρο!

– Μπράβο, Τζιμ. Μη φοβάσαι!

Αλλ’ ο κινηματογράφος και η ζωή είνε δύο πράγματα που έχουν πολύ ολίγην σχέσιν. Ο Ταρζάν ποτέ δεν κατατρώγεται από το λιοντάρι εις την ταινίαν, ούτε ο τολμηρός θαλασσοπόρος καταποντίζεται στα κύματα, ούτε ο εξερευνητής σκοτώνεται από τους αγρίους. Όλοι αυτοί οι ήρωες αφού εκτελέσουν τας διαταγάς του σκηνοθέτου ευρίσκουν την τελευταίαν στιγμήν τρόπον να γλυτώσουν. Εις την πραγματικότητα όμως ούτε τα θηρία, ούτε η θάλασσα, ούτε οι άγριοι περιμένουν διαταγάς από τον ρεζισσέρ.

Αν ο μικρός ήρως της περιπετείας του υπερωκεανείου ήταν πρόσωπον κινηματογραφικόν και λεγόταν, ας πούμε, Ραμόν Ναβάρο, θα επετύγχανε περίφημα και θα γινόταν ένας εκατομμυριούχος στην Αμερική. Αλλά δυστυχώς ήταν πρόσωπο πραγματικό και λεγόταν Ιωάννης Εμμανουήλ. Εφ’ ω και επανήλθε μετά πολλών επαίνων…».

Ασφαλώς θα παρατηρήσατε ότι στις παραπάνω ιστορίες όλοι οι νέοι που παρασύρθηκαν από το σινεμά σε περιπέτειες και τελικά απώλεσαν την ελευθερία τους ήταν γένους αρσενικού. Μια κοπέλα, παρασυρμένη κι αυτή από τον κινηματογράφο, τι θα μπορούσε –άραγε– να απολέσει; Μα ότι πολυτιμότερο είχε την εποχή εκείνη: την παρθενία της! Τουλάχιστον αυτή είναι η αντίληψη του δικαστικού ρεπόρτερ της ίδιας εφημερίδας, που υποπτευόμαστε ότι ταυτίζεται με τον πάσχοντα από μανία κινηματογραφικής καταδίωξης χρονογράφο Πικαντόρ. Ιδού το «έγκλημα» σε εκτενή αποσπάσματα:

«Εδικάζετο χθες ο Κωνσταντίνος Σιμόπουλος, νέος κομψός και με αρκετόν σεξ-απηλ, ικανός να παίξη και ρόλον ζεν-πρεμιέ εις κινηματογραφικόν έργον, κατηγορούμενος ότι δι’ απατηλών μέσων και υποσχέσεων γάμου απεπλάνησεν εις ασέλγειαν την δεκαεπταέτιδα Καλλίοπην Βουρλιωτάκη. Ούτος είχε γνωρισθή μετά της νεαράς Καλλιόπης, νέας αρκούντως ορεκτικής, ρωμαντικής και καταναλισκούσης τας ώρας της εις την παρακολούθησιν του σινεμά, των φιλμ και των σταρ. Η σύμπτωσις αυτή των κινηματογραφικών γούστων των δύο νέων εβοήθησε τόσον πολύ εις την πρόοδον των σχέσεών των, ώστε μετ’ ολίγον ο Κωστάκης ή Ντίνος ή άλλως Ντιντής εθεωρείτο ως ο μέλλων συμβίος της Καλλιόπης, ή διά να ομιλήσωμεν κινηματογραφικώτερον, ο “παρτενέρ” της. Συχνάκις ο Κωστάκης ή Ντίνος ή Ντιντής επεσκέπτετο την αγαπημένην του Λίλιαν –έτσι την έλεγε, γιατί νόμιζε πως μοιάζει της Χάρβεϋ– έκαναν περιπάτους σε απόμερα και ρωμαντικά τοπεία, αναπολούντες με ιεράν κινηματογραφικήν συγκίνησιν αναλόγους σκηνάς υποβλητικών φιλμ. Εις έναν από τους περιπάτους αυτούς επέπρωτο να λάβη χώραν το “δράμα” και τι δράμα! Δράμα παρλάν, σονόρ, αισθησιακόν, υποβλητικόν, σκανδαλιστικόν, τρομακτικόν, συγκλονιστικόν. Πρωταγωνισταί ο Κωστάκης και η Καλλιόπη. Οπερατέρ αριστουργηματικός το ολόγιομο καλοκαιρινό φεγγάρι που γελούσε από ψηλά με όσα έβλεπε. Σκηνοθεσία εκ του φυσικού. Πάνω στο μνημείο του Φιλοπάππου με γύρω τα χαμηλά πευκάκια που χρόνια τώρα προσπαθούν να μεγαλώσουν μα δεν μπορούν γιατί καίγονται τα άμοιρα από τα αχ και τα βαχ των ερωτευμένων ζευγαριών. Στο βάθος η θάλασσα του Φαλήρου και ψηλά το καταγάλανο ατλάζι του ουρανού, γαρνιρισμένο με χρυσά άστρα – όπως θάλεγε νεοέλλην ποιητής. Οι δύο ήρωές μας βαδίζουν σφιχταγκαλιασμένοι με τα βλέμματα υψωμένα με μυστηριώδη έκστασι προς τον ουρανό – περίεργο πώς δεν σκοντάφτουν. Το φεγγάρι-οπερατέρ παίρνει πόζες. Σε μια στιγμή το ζεύγος φθάνει σε έναν απόμερο κρυψώνα και κάθεται πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Το φεγγάρι- οπερατέρ εξακολουθεί να τραβά πόζες. Καθισμένοι τώρα πάνω στην πέτρα οι δύο ερωτευμένοι αστέρες, αρχίζουν τας χειρονομίας, τας γνωστάς υπό τον όρον “ζαχαρώματα”. Το φεγγάρι-οπερατέρ τραβά. Σε λίγα λεπτά τα δύο κορμιά ανάβουν, οι χειρονομίες γίνονται πιο τολμηρές, τα φιλιά πιo θερμά ως που… θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου… Το φεγγάρι-οπερατέρ παύει να τραβά πόζες και αποστρέφει το πρόσωπόν του από εντροπήν. Έπειτα από μισή περίπου ώρα ο Κωστάκης και η Καλλιόπη επέστρεφαν στα σπίτια τους φοβερά κουρασμένοι. Το φιλμ είχε επιτύχη.

Ο Σιμόπουλος εσκέφθη ότι μετά την επιτυχίαν δεν υπήρχε λόγος να φανή συνεπής εις τον λόγον του και ανέκρουσε πρύμναν. Η Καλλιόπη εξωμολογήθη το πάθημά της εις την μητέρα της και έκαμαν μήνυσιν κατά του απίστου. Και χθες συν θεώ έγινεν η δίκη. Ο Σιμόπουλος διά του δικηγόρου του κ. Κανταρέ ισχυρίζεται ότι… απεπλανήθη υπό της Καλλιόπης να την αποπλανήση, διά να υποχρεωθή κατόπιν να την νυμφευθή. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η Καλλιόπη δεν είνε δεκαεπταέτις, ως λέγει, και επομένως δεν υπάρχει αποπλάνησις. Αυτά όμως δεν πιάνουν και ο ατυχής Σιμόπουλος πληρώνει την… κινηματογραφικήν απόλαυσιν μιας βραδυάς με επτά μηνών φυλάκισιν».

Η «Κυρία με τας καμελίας», λοιπόν, τρελαίνει αλλά η Λίλιαν Χάρβεϊ –προσοχή!– διακορεύει! Μετά ήρθε και η Γκρέτα Γκάρμπο και τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ. Η αμέπτου ηθικής αστυνομία μας είναι όμως εδώ για να πάρει προληπτικά μέτρα. Επιλεκτικά και περίεργα. Ένας γονιός αγανακτεί και γράφει:

«Αξιότιμε κύριε διευθυντά,

Σας παρακαλώ θερμώς δημοσιεύσατε εις την αγαπητή “Φωνή” τα κάτωθι: ο διοικητής του γ΄ αστυνομικού τμήματος έχει απαγορεύσει την είσοδο εις τον κινηματογράφον “Νεάπολις” εις παιδιά από ηλικίας 5-16 ετών νομίζων ότι κατ’ αυτόν τον τρόπον προσφέρει μεγάλην υπηρεσίαν εις την μόρφωσιν των παιδιών, ενώ εκ παραλλήλου επιτρέπει την είσοδον από ηλικίας 16 και άνω, τουτέστιν ηλικίαν κατά την οποίαν εις τα σημερινά χρόνια αρχίζει η πονηρία και ότι άλλο δύναται να φαντασθή τις, και απόδειξις αι τελευταίαι αθρόαι αυτοκτονίαι των νεαρών υπάρξεων.

Ενώ εις όλους τους άλλους κινηματογράφους ανήκοντας εις άλλας αστυνομικάς περιφερείας όχι μόνον επιτρέπεται η είσοδος αλλά και δίδονται και παραστάσεις χάριν αυτών όπως π.χ. εις τον κινηματογράφον Έσπερον.

Και ρωτώ τον κ. διοικητήν του άνω αστυνομ. τμήματος πού πρέπει ν’ αφήσω τα τέκνα μου εφ’ όσον δεν μου επιτρέπουν τα οικονομικά μου να έχω υπηρέτριαν ώστε να υπηρετή αυτά όταν θελήσω να μεταβώ εις τον κινηματογράφον;».

Καθώς η υποτιθέμενη αποπλάνηση των κοριτσιών από τον κινηματογράφο είναι πλέον προσφιλές θέμα, τα διάφορα έντυπα δεν περιορίζονται μόνο στον σχολιασμό. Δημοσιεύουν και υποτιθέμενες έρευνες-ρεπορτάζ. Σε μια από αυτές, που εμφανίζεται στο περιοδικό «Θεατής» τον Ιανουάριο του 1940, δίνεται ο λόγος και σε ένα από τα «θύματα» που μάλιστα αναγορεύεται σε «κατηγορουμένη» (η λέξη χωρίς εισαγωγικά στο πρωτότυπο)! Είναι μια νεαρή δακτυλογράφος μεγάλου τραπεζικού ιδρύματος. Ο δημοσιογράφος καταγράφει τον εξής διάλογο:

Εσείς, δεσποινίς, τι νομίζετε; Ο κινηματογράφος εξασκεί καμίαν επίδρασιν εις τας συνομιλίκους σας;

Η συνομιλίτριά μας κατελήφθη εξ απροόπτου. Μας εκύτταξε με απορίαν:

– Τι εννοείτε; μας ερώτησε.

– Μα… μας εξέφρασαν την γνώμην, ότι ο κινηματογράφος εξάπτει καμμιά φορά την φαντασία των νεαρών κοριτσιών, τα κάμνει να ζουν μίαν ονειρεμένην ζωήν και κατόπιν… τα προσγειώνει κάπως απότομα, με κάποιαν σκληρότητα, εις την πεζήν πραγματικότητα.

– Καθόλου! Μας απάντησε ζωηρά η νεαρά λάτρις των ομιλουσών σκιών. Σε μένα, τουλάχιστον, δεν παρετήρησα να συμβαίνη τίποτε τέτοιο! Μία ωραία ταινία με συγκινεί και με ενθουσιάζει όσο ένα ωραίο βιβλίο. Εξασκεί την ιδίαν επίδρασιν επάνω μου, που θα εξασκούσε και αυτό. Και αισθάνομαι την ιδίαν απογοήτευσιν, προσγειουμένη –όπως είπατε– εις την πραγματικότητα, μετά το τέλος μιας ταινίας, που νοιώθω και όταν διαβάσω την τελευταίαν σελίδα ενός επαγωγού μυθιστορήματος…

– Υπάρχουν, εν τούτοις, μερικαί συνομήλικοί σας, αι οποίαι προσπαθούν ν’ αντιγράψουν εις την ζωήν τις πόζες, που παίρνουν εις την οθόνην διάφοροι σταρ, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο…

– Υπάρχουν, πράγματι, μερικά τέτοια ανόητα κορίτσια, αλλά μήπως γι’ αυτό φταίει ο κινηματογράφος; Όταν εξεδόθη ο Βέρθερος του Γκαίτε, διάφοροι ανόητοι νέοι ηυτοκτόνουν… για να μοιάσουν με τον ήρωα του μυθιστορήματος αυτού. Μήπως ήταν υπεύθυνος ο Γκαίτε για τας αυτοκτονίας αυτάς;

Παρ’ όλα αυτά, ο συντάκτης του άρθρου ολοκληρώνει την έρευνά του με το συμπέρασμα-καταδίκη: «Είναι περιττόν να σας πω τώρα, πόσον κακήν επίδρασιν ασκούν όλα αυτά εις την τρυφεράν ψυχήν των, και πόσον τ’ απομακρύνουν από την πραγματικότητα…».

Η επαναφορά εις την πραγματικότητα γίνεται διά μέσου της λογοκρισίας που αποκτά την πιο ολοκληρωμένη μορφή στη χώρα μας με έναν κατοχικό νόμο!

Ετικέτες

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter