Αστυνομική λογοτεχνία του 19ου αιώνα

Η πρώτη περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό «Beeton’s Christmas annual» το 1887

Άραγε θα υπήρχαν σήμερα ο Τζορτζ Πελεκάνος, ο Γιου Νέσμπε (ή Τζο Νέσμπο όπως τον ξέρουμε στην Ελλάδα), η Καμίλα Λάκμπεργκ, η Τζέιν Χάρπερ αν δεν είχε ανοίξει τον δρόμο για το αστυνομικό μυστήριο ο Έντγκαρ Άλαν Πόε; Και τι σήμαινε για την εποχή του μια υπόθεση με πτώματα που ζητάει άμεσα λύση; Ξαναθυμόμαστε τέσσερα από τα σημαντικότερα έργα του 19ου αιώνα τα οποία διαμόρφωσαν αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως αστυνομική λογοτεχνία.

Όταν το 1841 εκδόθηκαν σε συνέχειες οι «Φόνοι της οδού Μοργκ» (Εκδόσεις Ερατώ, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας) στο «Graham’s Magazine» ίσως ο Πόε να μην είχε αντιληφθεί ότι στήνοντας έναν γρίφο για δυνατούς λύτες δημιουργούσε νέο λογοτεχνικό είδος. Το κλείσιμο στο μάτι στον αναγνώστη γίνεται ήδη με τον τίτλο: η αγγλική λέξη «morgue» αποδίδεται στα ελληνικά ως νεκροτομείο. Στην οδό Νεκροτομείου λοιπόν στο Παρίσι δύο γυναίκες, μάνα και κόρη, βρίσκονται άγρια δολοφονημένες. Οι μάρτυρες κάνουν λόγο για μια παράξενη φωνή που ακούστηκε κατά τη διάρκεια των φόνων η οποία πιθανότατα ανήκει στον δολοφόνο. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά σε ποια γλώσσα μιλούσε.

Όταν η αστυνομία αδυνατεί να δώσει λύση στο έγκλημα το οποίο συνέβη σε κλειδωμένο δωμάτιο (ένα από τα στοιχεία που θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τους μελλοντικούς συγγραφείς) την υπόθεση αναλαμβάνει ο Αύγουστος Ντιπέν, ένας νεαρός ευγενής ο οποίος κατάγεται από μια πρώην ένδοξη, νυν πάμφτωχη οικογένεια και η μόνη του χαρά είναι πλέον το διάβασμα. Σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο γνωρίζεται με τον αφηγητή της ιστορίας και γίνονται φίλοι και στη συνέχεια συγκάτοικοι. Ο Ντιπέν, ο οποίος παρακολουθεί την έκβαση της υπόθεσης μέσω του Τύπου, αποφασίζει να λύσει το μυστήριο όταν για το διπλό φονικό κατηγορείται ένας γνωστός του. Μέσω της αφήγησης του φίλου του οι αναγνώστες παρακολουθούν τους λογικούς συσχετισμούς που κάνει χρησιμοποιώντας τις μαρτυρίες και τα δεδομένα και κάπως έτσι γεννιέται ο πρώτος ντετέκτιβ στην ιστορία της λογοτεχνίας.

«Σε μερικά από τα παλιότερα μυθιστορήματά μου, ο προτεινόμενος στόχος ήταν η αναζήτηση της επίδρασης των περιστάσεων στο χαρακτήρα του ατόμου. Στο μυθιστόρημα αυτό έχω αντιστρέψει αυτή τη διαδικασία. Η προσπάθεια που γίνεται εδώ είναι η ανεύρεση της επίδρασης των χαρακτήρων των ανθρώπων πάνω στις περιστάσεις» σημειώνει ο Γουίλκι Κόλινς το 1868 στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης της «Φεγγαρόπετρας» (Εκδόσεις Μέδουσα, μτφρ. Τάσος Δαρβέρης). Η ιστορία αφορά το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύεται για τον εντοπισμό της «φεγγαρόπετρας», ενός διαμαντιού το οποίο συνδέεται με τον Τσάντρα, τον θεό της Σελήνης στην ινδική παράδοση. Το πετράδι που με εντολή του Βισνού προστατεύεται από τρεις ινδουιστές ιερείς περνάει διά της βίας στα χέρια ενός διεφθαρμένου αξιωματικού του βρετανικού στρατού στην Ινδία ο οποίος το παίρνει μαζί του στην Αγγλία. Με την ενηλικίωσή της η ανιψιά του γίνεται κάτοχος του διαμαντιού, μέχρι τη στιγμή που περνάει ξανά σε άλλα χέρια.

Ο Κόλινς, ήδη γνωστός από την επιτυχία που είχε κάνει με τη «Γυναίκα με τα άσπρα» (1860) και το «Αρμαντέιλ» (1866), έγραψε τη «Φεγγαρόπετρα» υπό την επήρεια οπίου που έπαιρνε για να ανακουφίσει τους πόνους της ρευματοειδούς αρθρίτιδας που τον ταλαιπωρούσε σε όλη του τη ζωή. Πρότυπα για το έργο, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «All the Year Round» του Τσαρλς Ντίκενς και θεωρείται αρχέτυπο της αγγλικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ήταν τα κείμενα του Έντγκαρ Άλαν Πόε και του Εμίλ Γκαμποριό.

«Φόνος στην άμαξα» στη λονδρέζικη έκδοση του 1888

Τα εξαιρετικά δημοφιλή βιβλία μυστηρίου του Γκαμποριό είχε στο νου του και ο Φέργκους Χιουμ όταν έγραψε τον «Φόνο στην άμαξα» (Εκδόσεις Gutenberg, μτφρ. Κωνσταντίνος Ματσούκας). Ο Χιουμ ζούσε στη Μελβούρνη και στα τέλη του 19ου αιώνα είδε το πρώτο του μυθιστόρημα να απορρίπτεται από όλους τους εκδοτικούς οίκους λόγω της αντίληψης της εποχής ότι κανένας κάτοικος των αποικιών δεν θα μπορούσε να γράψει κάτι αξιόλογο. Οι συνεχείς αρνήσεις από τους εκδοτικούς τον ώθησαν να το εκδώσει μόνος του το 1886, με αποτέλεσμα όχι μόνο να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο επιδραστικά έργα της βικτοριανής λογοτεχνίας αλλά και να διαβαστεί περισσότερο από κάθε άλλο αστυνομικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Σημειωτέον, όταν ο Χιουμ δέχτηκε πρόταση από εκδοτικό οίκο του Λονδίνου πούλησε τα δικαιώματα σε τρίτους με αποτέλεσμα πέρα από 50 λίρες που εισέπραξε από την παραχώρησή τους να μην κερδίσει τίποτε από τα 750.000 αντίτυπα που πουλήθηκαν στην Αυστραλία, τη Βρετανία και στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Η πλοκή λαμβάνει χώρα στη Μελβούρνη των μέσων του 19ου αιώνα όταν το πτώμα ενός αγνώστου βρίσκεται μέσα σε μια άμαξα. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ο άντρας έχει δηλητηριαστεί με χλωροφόρμιο. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο αστυνομικός Γκόρμπι που ανακαλύπτει ότι το θύμα είναι ο Όλιβερ Χουάιτ, ο οποίος είχε ταξιδέψει από την Αγγλία στη Μελβούρνη και διεκδικούσε ερωτικά μία πλούσια κληρονόμο. Βασικός ύποπτος θεωρείται ο αντίζηλός του, ο οποίος οδηγείται στη φυλακή. Ωστόσο, η αποκάλυψη κρυμμένων οικογενειακών μυστικών θα ανατρέψει την υπόθεση.

Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του Χιουμ, ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ στην Αγγλία εισάγει στη λογοτεχνία τον Σέρλοκ Χολμς, τον ήρωα δηλαδή που θα του χάριζε την αθανασία. Όταν ο συγγραφέας εξέδωσε τη «Σπουδή στο κόκκινο» (Εκδόσεις Ερατώ, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), μόλις είχε παντρευτεί και ζούσε στο Σάουθσι όπου εργαζόταν ως παθολόγος, γεγονός που επηρέασε το έργο του. Σύμφωνα με την Π. Ντ. Τζέιμς, ο Σέρλοκ Χολμς είχε στοιχεία από τον Τζόζεφ Μπελ, σύμβουλο χειρουργό του Βασιλικού Νοσοκομείου του Εδιμβούργου, αλλά και από τον Αύγουστο Ντιπέν, τον ήρωα του Πόε.

Αυτό που διαφοροποιεί τον ήρωά του από τους προγενέστερους του είδους είναι ότι εκτός από τη λογική σκέψη χρησιμοποιεί επιστημονικές μεθόδους –γνωρίζει άψογα τη χημεία, τη βοτανολογία, τη γεωλογία, ενώ παίζει στα δάχτυλα τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, την πολιτική θεωρία– ενώ ίσως το πιο σημαντικό του χάρισμα είναι ότι ξέρει να ακούει και να παρατηρεί αυτά που οι άλλοι δεν προσέχουν. Όλα αυτά φυσικά τον κάνουν εξαιρετικά γοητευτικό αλλά και αντιπαθή ταυτόχρονα λόγω της έπαρσης που αναπτύσσει. Εξού και θέλει να απαλλαγεί από αυτόν ο Ντόιλ, όπως δεκαετίες μετά θα θελήσει η Άγκαθα Κρίστι να ξεφορτωθεί τον δικό της ήρωα, Ηρακλή Πουαρό, κάτι που δεν επέτρεψαν σε κανέναν από τους δύο οι αναγνώστες.

Η υπόθεση της πρώτης περιπέτειας του Σέρλοκ Χολμς αφορά τη διαλεύκανση της δολοφονίας ενός πλούσιου άντρα –εδώ εμφανίζεται και για πρώτη φορά ο μεγεθυντικός φακός ως εργαλείο για την εξέταση στοιχείων– την οποία αφηγείται ο Δρ Γουότσον, απόστρατος αξιωματικός ο οποίος υπηρέτησε στον Β΄ Αγγλοαφγανικό Πόλεμο. Για πρώτη φορά το έργο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Beeton’s Christmas Annual» και εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου το 1888 – ο συγγραφέας παραχώρησε τα δικαιώματα για μόλις 25 λίρες με αποτέλεσμα όπως ο Χιουμ να μην κερδίσει ούτε εκείνος χρήματα από την πρώτη επιτυχία του.