Βαρύς ο φόρος αίματος δημοσιογράφων το 2020

Σκληρή χρονιά με διπλασιασμό δολοφονιών ως αντίποινα για αποκαλύψεις

Θανατηφόρα χρονιά και για τη δημοσιογραφία αποδείχτηκε το 2020 καθώς, όπως προκύπτει από έρευνα της διεθνούς οργάνωσης Committee to Protect Journalists, οι δολοφονίες δημοσιογράφων ως αντίποινα για τα ρεπορτάζ και τις αποκαλύψεις τους διπλασιάστηκαν. Την ίδια ώρα ο αριθμός των δημοσιογράφων που σκοτώθηκαν καλύπτοντας κάποια πολεμική σύρραξη μειώθηκε σημαντικά.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, σε παγκόσμιο επίπεδο τουλάχιστον 30 δημοσιογράφοι έχασαν τη ζωή τους μέσα στο 2020. Εξ αυτών οι 21 στοχοποιήθηκαν και δολοφονήθηκαν σε αντίποινα για τη δουλειά τους, ενώ οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν εν όσω κάλυπταν κάποια πολεμική σύρραξη ή εν όσω συμμετείχαν σε κάποια επικίνδυνη αποστολή. Μάλιστα, άλλοι 15 θάνατοι δημοσιογράφων εξακολουθούν να βρίσκονται στο μικροσκόπιο της οργάνωσης, η οποία διερευνά κατά πόσο αυτοί σχετίζονται με το επάγγελμά τους.

Οι λιγότεροι θάνατοι καταγράφηκαν το 2019

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2019 ο αριθμός των δημοσιογράφων που στοχοποιήθηκαν για την αποκαλυπτική τους δημοσιογραφία ήταν κατά πολύ λιγότεροι, δέκα. Μάλιστα το 2019 καταγράφηκαν οι λιγότεροι θάνατοι δημοσιογράφων με βάση τα στοιχεία που διατηρεί η οργάνωση από το 2000.

Την ώρα πάντως που οι δολοφονίες δημοσιογράφων αυξάνονται, διαπιστώθηκε ότι μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός εκείνων που έχασαν τη ζωή τους καλύπτοντας κάποια μάχη. Σύμφωνα με τα στοιχεία, τρεις σκοτώθηκαν σε κάποιο πεδίο μάχης, γεγονός το οποίο οφείλεται τόσο στη μείωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή όσο και στην πανδημία της Covid-19, η οποία περιόρισε αρκετά τις μετακινήσεις τους. Και οι τρεις σκοτώθηκαν καλύπτοντας τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη βόρεια Συρία.

Εκτός από στυγερές δολοφονίες, το 2020 σημαδεύτηκε και από την αύξηση των περιστατικών βίας σε βάρος δημοσιογράφων οι οποίοι κάλυπταν διαδηλώσεις. Ο αριθμός των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν επίσης σημείωσε ραγδαία άνοδο μέσα στον ίδιο χρόνο καθώς πλήθος κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο επιχείρησε να αξιοποιήσει την πανδημία της Covid-19 προκειμένου να ψηφίσει επείγοντα νομοθετικά μέτρα, τα οποία είχαν στόχο να καταστείλουν την ελευθερία του Τύπου και να φιμώσουν τους δημοσιογράφους.

Παράλληλα πολλοί δημοσιογράφοι οι οποίοι κάλυπταν τις επιπτώσεις της πανδημίας Covid-19 στη χώρα τους εκτέθηκαν στον ιό και ορισμένοι εξ αυτών έχασαν τη ζωή τους.

Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία, οι χώρες στις οποίες καταγράφηκαν οι περισσότερες δολοφονίες δημοσιογράφων ήταν το Μεξικό, το Αφγανιστάν και οι Φιλιππίνες.

Η περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι το Μεξικό αναδείχθηκε το 2020 ως πιο επικίνδυνη χώρα για την ελευθερία του Τύπου καθώς τουλάχιστον τέσσερις δημοσιογράφοι δολοφονήθηκαν ως αντίποινα για τη δουλειά τους, ενώ άλλοι τέσσερις θάνατοι δημοσιογράφων ερευνώνται ως προς τα κίνητρα των δραστών.

Οπως αναφέρεται στην έρευνα της οργάνωσης, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Δεκέμβριο του 2018 ο πρόεδρος του Μεξικού Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ δεσμεύτηκε να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για τον τερματισμό της βίας κατά του Τύπου και της ατιμωρησίας για δολοφονίες δημοσιογράφων. Ωστόσο αυτός ο κύκλος συνεχίζεται αδιάκοπα. Στη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων δολοφονίας κανένας ύποπτος δεν έχει καταδικαστεί, ενώ οι ηθικοί αυτουργοί παραμένουν ελεύθεροι. Μάλιστα, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ο Λόπες Ομπραδόρ όχι μόνο δεν ασχολείται με τις ανακοινώσεις των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου, αλλά συνηθίζει να υποτιμά και να προσβάλλει τα ΜΜΕ της χώρας του στις καθημερινές του συνεντεύξεις Τύπου.

Τουλάχιστον δύο από τους δημοσιογράφους που δολοφονήθηκαν το 2020 ήταν εγγεγραμμένοι στον Ομοσπονδιακό Μηχανισμό για την Προστασία των Υπερασπιστών των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Δημοσιογράφων, ένα πρόγραμμα για την παροχή προστασίας σε δημοσιογράφους που απειλούνται. Δυστυχώς και στις δύο περιπτώσεις δολοφονήθηκαν τόσο οι δημοσιογράφοι όσο και οι διορισμένοι σωματοφύλακές τους – γεγονός το οποίο καταδεικνύει τα κενά και τις αδυναμίες του εν λόγω μηχανισμού ως προς την αντιμετώπιση των αδίστακτων δραστών.

«Ανευ προηγουμένου επίθεση στον Τύπο»

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο εκτελεστικός διευθυντής της οργάνωσης Τζοέλ Σιμόν τόνισε πως «είναι τρομακτικό ότι οι δολοφονίες δημοσιογράφων διπλασιάστηκαν τον τελευταίο χρόνο. Αυτή η κλιμάκωση αντιπροσωπεύει την αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει τη μάστιγα της ατιμωρησίας».

Ο ίδιος συμπλήρωσε πως το γεγονός ότι οι δολοφονίες αυξάνονται και ο αριθμός των δημοσιογράφων που φυλακίζονται σε όλο τον κόσμο καταγράφει ρεκόρ είναι μια σαφής απόδειξη ότι η ελευθερία του Τύπου υφίσταται μια άνευ προηγουμένου επίθεση εν μέσω μιας παγκόσμιας πανδημίας, στην οποία οι πληροφορίες είναι απαραίτητες. «Είναι απαραίτητο να ενώσουμε όλοι μαζί τις δυνάμεις μας για να αναστρέψουμε αυτή την κατάσταση» κατέληξε ο ίδιος.