Βενεζουέλα: Ενός εμπάργκο μύρια κακά έπονται

Πώς η πετρελαιοπαραγωγός χώρα βρέθηκε να παίρνει καύσιμα από το Ιράν λόγω των μέτρων Τραμπ

Η μεταφορά ενάμισι εκατομμυρίου βαρελιών πετρελαίου από το σιιτικό καθεστώς του Ιράν στη Βενεζουέλα, τη χώρα με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου στον πλανήτη, είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων οι οποίοι οδήγησαν την οικονομικά χειμαζόμενη χώρα της Λατινικής Αμερικής να στραφεί στους μουλάδες του Ιράν βρίσκοντας μια –προσωρινή– λύση στο γιγαντωμένο τις τελευταίες εβδομάδες πρόβλημα των τρομερών ελλείψεων καυσίμων.

Πρώτον, η Βενεζουέλα των 29 εκατ. κατοίκων, η οποία από τις αρχές του περασμένου χρόνου βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια τεράστια, διεθνοποιημένη πολιτική κρίση με κύριους πρωταγωνιστές τον μη χαρισματικό διάδοχο του Ούγκο Τσάβες Νικολάς Μαδούρο και το αγαπημένο παιδί των Αμερικανών, επικεφαλής της αντιπολίτευσης και αυτοανακηρυγμένο πρόεδρο Χουάν Γκουαϊδό, έχει καταφύγει εδώ και χρόνια στη λύση της εισαγωγής καυσίμων.

Οι εισαγωγές αποτελούν έναν τρόπο πληρωμής για τις εξαγωγές αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας. Ομως οι «ανταλλαγές» αυτές με τη Citgo, θυγατρική της κρατικής εταιρείας πετρελαίου της Βενεζουέλας (PVDSA) εταιρεία διύλισης πετρελαίου με έδρα τις ΗΠΑ, διακόπηκαν τον περασμένο Ιανουάριο όταν η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην PVDSA εντείνοντας τον οικονομικό στραγγαλισμό, τον οποίο χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης για την αλλαγή καθεστώτος.

Εκτοτε η Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το Reuters, έχει πιέσει και άλλους εμπορικούς εταίρους της PVDSA να σταματήσουν τη μεταφορά καυσίμων στη Βενεζουέλα, όπως την ισπανική Repsol, την ιταλική ENI και την ινδική Reliance, ενώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ξαφνική διακοπή της τροφοδοσίας της χώρας από τη ρωσική Rosneft τον περασμένο Μάρτιο.

Πίσω από την κίνηση αυτή κρύβεται και πάλι η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία επέβαλε κυρώσεις σε δύο μονάδες της Rosneft λόγω των συναλλαγών της με τη Βενεζουέλα. H Rosneft αποτέλεσε τον κύριο διαμεσολαβητή για την προώθηση του βενεζουελάνικου αργού, αλλά και προμηθευτή καυσίμων της χώρας το 2019.

Δεύτερον, η πτώση της τιμής του πετρελαίου λόγω της μειωμένης κατανάλωσης τον καιρό της πανδημίας αλλά και των οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ όχι μόνο στη Βενεζουέλα αλλά και στo Ιράν (μετά την απόσυρση της κυβέρνησης Τραμπ από τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με την Τεχεράνη) καθώς και στις χώρες που συνέχιζαν τις εμπορικές συναλλαγές με τις χώρες αυτές οδήγησαν τη Βενεζουέλα στη λύση της συνεργασίας με την Τεχεράνη.

Τρίτον, η χρόνια απουσία επαρκών επενδύσεων και σωστής συντήρησης των διυλιστηρίων από την κυβέρνηση Μαδούρο, η οποία δεν κατάφερε να διαχειριστεί σωστά τον πλούτο της χώρας παρότι –λανθασμένα– επέμεινε στη μονοκαλλιέργεια του πετρελαίου, συρρίκνωσε τη δυνατότητα διύλισης εντός της χώρας. Η Βενεζουέλα μπορεί να παράγει 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως αλλά τον περασμένο Μάρτιο έφτασε να επεξεργαστεί μόλις 101.000 βαρέλια σε έναν ολόκληρο μήνα και να παραγάγει εντέλει 7.000 βαρέλια.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.