Δημοσιογραφία στη δαγκάνα

SOS από τον Κρις Γέουνγκ, πρόεδρο της Ενωσης Δημοσιογράφων του Χονγκ Κονγκ, ο οποίος μιλά στο Documento

Ενα ακόμη –ισχυρότατο αυτήν τη φορά– όπλο στον αγώνα της ενάντια στην ελευθερία του Τύπου απέκτησε η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ με την ψήφιση του νέου νόμου περί εθνικής ασφάλειας. Οπως καταγγέλλει σε αποκλειστική συνέντευξή του στο Documento ο Κρις Γέουνγκ, πρόεδρος της Ενωσης Δημοσιογράφων του Χονγκ Κονγκ, ο νέος νόμος που προβλέπει σοβαρές ποινικές κυρώσεις, ακόμη και ισόβια κάθειρξη για αποσχιστικές και ανατρεπτικές δράσεις, τρομοκρατικές ενέργειες και συνεργασία με ξένες δυνάμεις έχει μεταξύ άλλων σκοπό την ποινικοποίηση της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Σύμφωνα με τον κ. Γέουνγκ, τα περισσότερα ΜΜΕ στην ηπειρωτική Κίνα είναι κατά κύριο λόγο κρατικά, ως εκ τούτου οι δημοσιογράφοι δεν έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ανεξάρτητη ενημέρωση. Ωστόσο, ακόμη και όσοι έχουν καταφέρει να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία τους έρχονται αντιμέτωποι με δύο σοβαρότατα εμπόδια. «Το πρώτο σχετίζεται με το πρόβλημα της αστυνομικής βίας απέναντι στους δημοσιογράφους και την παρεμπόδιση της άσκησης των καθηκόντων τους κατά τη διάρκεια κάλυψης διαδηλώσεων. Αυτό προέκυψε κυρίως μετά το μαζικό κύμα διαδηλώσεων που καταγράφηκε πέρυσι τον Ιούνιο ως αντίδραση στο νομοσχέδιο για την έκδοση υπόπτων στην ηπειρωτική Κίνα. Δυστυχώς το πρόβλημα αυτό παραμένει άλυτο παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις προς την κυβέρνηση και την αστυνομική διοίκηση για να βάλουν τέλος σε αυτές τις συμπεριφορές» σημειώνει.

«Εθνική ασφάλεια»

Σύμφωνα με τον ίδιο, το δεύτερο και πολύ σοβαρότερο εμπόδιο προκύπτει από τον νόμο περί εθνικής ασφάλειας που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου. «Ο νόμος τιμωρεί εγκλήματα όπως η απόσχιση, η ανατροπή και η συμπαιγνία με ξένες δυνάμεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα διώκονται και ΜΜΕ που κάνουν αναφορές σε αυτά τα εγκλήματα. Μάλιστα, ο νόμος αναφέρει ότι θα υπάρξει μεγαλύτερος έλεγχος στα τοπικά και ξένα μέσα ενημέρωσης» υπογραμμίζει.

Οσο για το ποιοι βρίσκονται πίσω από όλες αυτές τις απειλές, ο κ. Γέουνγκ δεν αφήνει καμία αμφιβολία στην απάντησή του. «Οι απειλές και οι πιέσεις που δέχονται τα μέσα ενημέρωσης οφείλονται στη σκλήρυνση της πολιτικής του Πεκίνο έναντι του Χονγκ Κονγκ. Το Πεκίνο κατέφυγε σε αυστηρά νομοθετήματα [όπως ο νόμος περί εθνικής ασφάλειας] με στόχο την καταστολή όσων εκφράζουν πολιτικά αντίθετες θέσεις από αυτές της κυβέρνησης. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται και τα ΜΜΕ. Ως αποτέλεσμα η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ και η κυβέρνηση έχουν υιοθετήσει πιο εχθρική στάση και βάζουν ακόμη περισσότερα εμπόδια στο δικαίωμα των ΜΜΕ για έρευνα και πρόσβαση σε πληροφορίες» σημειώνει.

Ο ίδιος μάλιστα ανέφερε και ορισμένα ενδεικτικά περιστατικά της καταστολής που δέχονται τα ανεξάρτητα ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια. «Μια από τις χειρότερες περιπτώσεις αστυνομικής βίας εναντίον δημοσιογράφων συνέβη τη νύχτα της 10ης Μαΐου όταν πλήθος πολιτών συγκεντρώθηκε στην περιοχή Μονγκ Κοκ. Οι αστυνομικοί επιτέθηκαν στους δημοσιογράφους, τους ζήτησαν να γονατίσουν, τους ψέκασαν με σπρέι πιπεριού και τους διέταξαν να σταματήσουν να καλύπτουν τη διαδήλωση. Ορισμένους τους ανάγκασαν να δηλώσουν on camera τα ονόματα και τα ΜΜΕ στα οποία εργάζονταν προκειμένου να τους επιτραπεί να φύγουν. Οπως είναι κατανοητό, ο θυμός των δημοσιογράφων ξεπέρασε κάθε όριο» περιγράφει.

Μάλιστα, ο πρόεδρος της Ενωσης Δημοσιογράφων του Χονγκ Κονγκ δεν κατάφερε να κρύψει την τεράστια αγωνία του για τις ευρύτερες και παράπλευρες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η νέα νομοθεσία στα ΜΜΕ. «Ορισμένοι μπορεί να οδηγηθούν στην αυτολογοκρισία ως απόρροια όλων των βιαιοτήτων που δέχονται. Κάποιοι άλλοι μπορεί να φτάσουν ακόμη και στο σημείο να παραιτηθούν. Η συνολική δύναμη των μέσων ενημέρωσης να λειτουργούν ως ελεγκτές της εξουσίας μπορεί να μειωθεί σημαντικά, όπως και ο αριθμός των ανεξάρτητων Μέσων» κατέληξε στις δηλώσεις του.

«Δεν είναι έγκλημα»

Αλλωστε ο νέος νόμος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για την ποινικοποίηση της δημοσιογραφίας και τη φίμωση των ανεξάρτητων φωνών. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η σύλληψη του Τζίμι Λάι, προέδρου της Next Media Group και ιδρυτή της ευρέως γνωστής δημοκρατικής εφημερίδας «Apple Daily» που ασκούσε κριτική στις αποφάσεις της κυβέρνησης, ειδικά σε όσες άπτονταν ζητημάτων πολιτικής και ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πλήθος διεθνών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου εξέδωσαν κοινές ανακοινώσεις καταδικάζοντας τη νέα νομοθεσία και εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία τους για τις συνέπειές της τόσο στα ΜΜΕ όσο και στους πολίτες του Χονγκ Κονγκ. «Οι απειλές κατά της ελευθερίας του Τύπου, των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της διάβρωσης της δημοκρατίας όχι μόνο παρεμποδίζουν τη δημοκρατία, αλλά αποδυναμώνουν τη θέση του Χονγκ Κονγκ στα μάτια του κόσμου. Η δημοσιογραφία δεν είναι έγκλημα. Οι αρχές πρέπει να προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης και τα δικαιώματα των δημοσιογράφων στο Χονγκ Κονγκ» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε κοινή ανακοίνωση 20 συνδικαλιστικών ενώσεων ΜΜΕ από χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού.

Ετικέτες