Ελεγκτές και εισαγγελείς «έκρυβαν» κακουργήματα

01 Η εισαγγελική διάταξη, με την οποία απαλλάσσονται οι δύο ελεγκτές του πρώην ΣΔΟΕ, αποδέχεται ότι είχαν δόλο ώστε να ευνοήσουν οικονομικά τους τρεις κατηγορούμενους και ότι με πρόθεση παρέβησαν το υπηρεσιακό τους καθήκον. Παρ’ όλα αυτά, τα αδικήματα που τέλεσαν παραγράφηκαν ως πλημμελήματα 02 Στη δεύτερη πρόταση αρχειοθέτησης η εισαγγελέας έκρινε ότι οι εμπλεκόμενοι φορολογικοί ελεγκτές δεν τέλεσαν κακούργημα επειδή η ζημία που προκλήθηκε στο δημόσιο από τις πράξεις είναι μικρότερη των 120.000 ευρώ. Ετσι η υπόθεση αρχειοθετήθηκε λόγω παραγραφής. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ωστόσο ότι το ποσό που απώλεσε εξαιτίας των πρακτικών των δύο εφοριακών το δημόσιο ανέρχεται σε 119.964 ευρώ, ενώ δεν έχουν υπολογιστεί οι προσαυξήσεις από τόκους που όλα αυτά τα χρόνια χάθηκαν

Αρωμα παραδικαστικού σε επιχείρηση παραγραφής διώξεων για αποδεδειγμένες παρανομίες

Οι ποινικές υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται ο γνωστός επιχειρηματίας και εφοπλιστής Γιάννης Βαρδινογιάννης του Σήφη έχουν προεκτάσεις που αγγίζουν φορολογικές αρχές αλλά και εισαγγελείς οι οποίοι έχουν καταγγελθεί επισήμως στον υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα για ξέπλυμα των εμπλεκομένων. Πρώτη η εφημερίδα «ΜΠΑΜ στο ρεπορτάζ» έγραψε για τη δυσώδη υπόθεση στην οποία εμπλέκονται δύο ζεύγη ελεγκτών της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), οι οποίοι, αν και διαπιστώθηκε ότι επιχείρησαν να ευνοήσουν οικονομικά τον εφοπλιστή, δεν διώχθηκαν, ενώ ένας εξ αυτών κατάφερε να πάρει και προαγωγή.

Οταν ξεκίνησε η ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, πολλά χρόνια μετά τη μηνυτήρια αναφορά κατά του Γ. Βαρδινογιάννη του Σήφη και δύο συνεργατών του, αποκαλύφθηκε ότι δύο ελεγκτές του τότε ΣΔΟΕ, που είχαν την ιδιότητα του προανακριτικού υπαλλήλου, είχαν κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να ευνοήσουν τον επιχειρηματία. Οι δυο τους είχαν δεχτεί ότι οι εικονικές συναλλαγές εκατομμυρίων του επιχειρηματία, ο οποίος επιχειρούσε να κλείσει τις τρύπες που είχε δημιουργήσει στην ΕΛΜΙΝ ΑΕ λόγω της υπεξαίρεσης, έγιναν με μετρητά, ενώ η νομοθεσία προβλέπει με απόλυτη σαφήνεια ότι η εφορία αναγνωρίζει συναλλαγές άνω των 3.000 ευρώ μόνο αν έχουν γίνει με έμβασμα ή τραπεζική επιταγή. Και η εισαγγελική αρχή όμως στη συνέχεια αποδέχτηκε ως απολύτως φυσιολογική και νόμιμη τη διακίνηση μαύρου χρήματος.

Προκύπτει μάλιστα ότι η εισαγγελική έρευνα δεν αξιολόγησε καν πόρισμα της Οικονομικής Αστυνομίας, στην οποία είχε ανατεθεί η προανάκριση, μέσω της οποίας αποκαλύφτηκε η προσπάθεια συγκάλυψης της απάτης με μαύρο χρήμα. Οι δύο εφοριακοί όμως είχαν επίσης βεβαιώσει ότι ποσά τελών χαρτοσήμου άνω των 200.000 ευρώ που οφείλονταν στο ελληνικό δημόσιο με αφορμή την υπεξαίρεση-μαμούθ είχαν δήθεν πληρωθεί, πράγμα το οποίο δεν ίσχυε.

Υποβάθμισαν τα αδικήματα για να τους απαλλάξουν

Οι δύο εμπλεκόμενοι ελεγκτές βρέθηκαν με αμετάκλητες ποινικές διαγνώσεις εναντίον τους για τα πλημμελήματα της παράβασης καθήκοντος σε βάρος του ελληνικού δημοσίου και της ψευδούς αναφοράς στην εισαγγελική αρχή. Μάλιστα η εισαγγελική διάταξη με την οποία απαλλάχθηκαν (διότι κρίθηκε ότι αυτές οι πράξεις τους είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και επομένως έχουν παραγραφεί) αποδέχεται ότι οι δυο τους είχαν άμεσο δόλο να προσπορίσουν οικονομικό όφελος στους τρεις κατηγορούμενους, δηλαδή στον εφοπλιστή Γ. Βαρδινογιάννη του Σήφη και στους δύο συγκατηγορούμενούς του. Ωστόσο σε αναφορές που έχουν κατατεθεί στον Αρειο Πάγο αναφέρεται ότι η εισαγγελέας «βάφτισε» τα κακουργήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της κακουργηματικής απιστίας που φέρονται να είχαν διαπράξει οι ελεγκτές ως εγκλήματα παράβασης καθήκοντος και ψευδούς αναφοράς, με αποτέλεσμα να αρχειοθετήσει την υπόθεση λόγω παραγραφής.

Η δυσωδία δεν σταματά εδώ. Οπως αποδεικνύεται, παρότι για την υπόθεση είναι ενήμερος με σειρά εξωδίκων τόσο ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας όσο βέβαια και ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) Γιώργος Πιτσιλής, ο ένας εκ των δύο εμπλεκόμενων εφοριακών πήρε και προαγωγή και ανέλαβε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ελέγχων της ΑΑΔΕ.

Με νομική αλχημεία βγήκαν λάδι ακόμη δύο

Πέραν των παραπάνω, ακόμη ένα ζευγάρι ελεγκτών –εκείνοι οι οποίοι διενήργησαν το 2005 τακτικό φορολογικό έλεγχο σε βάρος της εταιρείας που διοικείτο από τους τρεις κατηγορούμενους– κρίθηκε αμετάκλητα ότι διέπραξαν απιστία σε βάρος του δημοσίου. Και αυτή ωστόσο χαρακτηρίστηκε πλημμεληματικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει παραγραφεί και κανείς να μη διώκεται.

Το εντυπωσιακό και συνάμα ιδιαίτερα προκλητικό στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι κρίθηκε πως το ποσό που απώλεσε εξαιτίας των πρακτικών των δύο εφοριακών το δημόσιο ανέρχεται σε 119.964 ευρώ. Το όριο ώστε η απιστία σε βάρος του δημοσίου να θεωρείται κακούργημα ανέρχεται στις 120.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, η πράξη των δύο ελεγκτών χαρακτηρίστηκε πλημμέλημα και όχι κακούργημα μόλις για 36 ευρώ. Μάλιστα προκειμένου να επιτύχει την αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω πλημμελήματος η εισαγγελέας δεν υπολόγισε ως ζημία του δημοσίου τις προσαυξήσεις από τόκους που όλα αυτά τα χρόνια χάθηκαν.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οπως προκύπτει από αναφορά που έχει κατατεθεί σε βάρος της, η εν λόγω εισαγγελέας δεν επιτρεπόταν να χειριστεί τη σχετική δικογραφία που αφορούσε κρατικούς λειτουργούς. Αντιθέτως, ακριβώς επειδή η υπόθεση σχετιζόταν με δημόσιους λειτουργούς, τη δικογραφία όφειλε να χειριστεί η αρμόδια Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς, δηλαδή την περίοδο εκείνη η Ελένη Τουλουπάκη. Από τα στοιχεία του ρεπορτάζ προκύπτει ότι πράγματι η Ελ. Τουλουπάκη ζήτησε και μάλιστα εγγράφως να της διαβιβαστεί η δικογραφία, αλλά η εισαγγελέας που την είχε αναλάβει αρνήθηκε.

Η υπόθεση θυμίζει έντονα τον χειρισμό της δικογραφίας Βγενόπουλου από την εισαγγελέα Γεωργία Τσατάνη. Οπως και σε εκείνη τη σκανδαλώδη υπόθεση, η εισαγγελέας που ανέλαβε αρχικώς την έρευνα όχι απλώς αρνήθηκε να παραδώσει στην Εισαγγελία Διαφθοράς τη δικογραφία, αλλά προχώρησε και στην αρχειοθέτησή της με το πρόσχημα της παραγραφής.

Το πλέον παράδοξο, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ, είναι ότι η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ανέλαβε να χειριστεί τις αναφορές κατά της συναδέλφου της και να διενεργήσει πειθαρχική έρευνα έκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι άσκησης δίωξης κατά της συναδέλφου της και ακόμη δύο δικαστικών λειτουργών που επικύρωσαν τις διατάξεις αρχειοθέτησης που εκείνη εξέδωσε.

Διαβάστε επίσης

Δεκαπέντε χρόνια πέρα δώθε η δικογραφία για τον Γ. Σ. Βαρδινογιάννη

Το σκάνδαλο μες στο σκάνδαλο

Ετικέτες