Ενα δεύτερο Γκεζί το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου;

Την 1η Ιανουαρίου 2021 το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προέβη με διάταγμα στον διορισμό πρύτανη στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, ίσως το πιο αναγνωρισμένο διεθνώς πανεπιστήμιο της Τουρκίας, αγνοώντας τους κανόνες και τις διαδικασίες του ίδιου του ιδρύματος. 

Αυτή η πράξη έρχεται να προστεθεί στην πρώτη, αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο τον Ιούλιο του 2016 σε μια απόπειρα «εκκαθάρισης» των «επικίνδυνων» στοιχείων που «απειλούσαν και συνεχίζουν να απειλούν» τη χώρα.

Κάτι τέτοιο δεν προκαλεί ίσως έκπληξη, αφού ήδη από το 1981, μετά το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης (Yüksek Öğretim Kurulu, YÖK) ιδρύθηκε γι’ αυτό τον σκοπό ακριβώς: τον έλεγχο και τη χειραγώγηση των πανεπιστημίων και του προσωπικού τους. Με την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016 και την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κηρύχθηκε αμέσως μετά εκατοντάδες ακαδημαϊκοί απομακρύνθηκαν από την εργασία τους και τα διαβατήριά τους ακυρώθηκαν εμποδίζοντάς τους να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, μια διαδικασία που με υπερηφάνεια περιέγραψε η τουρκική κυβέρνηση ως «καταδίκη πολιτών σε θάνατο». Ο πρόσφατος διορισμός του Μελίχ Μπουλού έρχεται να συνεχίσει αυτή την πρακτική, επιχειρώντας να επιφέρει τη χαριστική βολή στον πανεπιστημιακό θεσμό και στην ελευθερία της έκφρασης, στοχοποιώντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα του πανεπιστημίου, αφού μία από τις πρώτες αποφάσεις της νέας διοίκησης ήταν να κλείσει η ΛΟΑΤΚΙ λέσχη του πανεπιστημίου. Μάλιστα ο ίδιος ο υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού αποκάλεσε τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας «ανώμαλους».

Ο χαρακτηρισμός αυτός προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις αρχικά στο ίδιο το πανεπιστήμιο, ενώ πολύ σύντομα πήρε εθνικές διαστάσεις, με διαδηλώσεις στις μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας και με χιλιάδες φοιτητές και καθηγητές να διαμαρτύρονται απέναντι στον διορισμό του Μπουλού.

Αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία, αρχικά τοπικά και πολύ γρήγορα εθνικά, ενάντια σε έναν αμφιλεγόμενο διοικητικό διορισμό γρήγορα μετατράπηκε σε πογκρόμ συλλήψεων φοιτητών –πολλές εξ αυτών «ζωντανά»– και σε κρεσέντο αστυνομικής βίας με χρήση χημικών και πλαστικών σφαιρών. Ταυτόχρονα, όμως, η αντίδραση της πανεπιστημιακής κοινότητας έρχεται απέναντι όχι μόνο στον διορισμό του Μπουλού αλλά και στην πλήρη αποσύνθεση των δημοκρατικών αρχών της χώρας και ως τέτοια σηματοδοτεί μια σοβαρή απειλή για το καθεστώς του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Συνειδητά ή ασυνείδητα έρχεται στη μνήμη το έκρυθμο κλίμα που δημιουργήθηκε με τις διαδηλώσεις για το πάρκο Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη. Πράγματι, οι πρακτικές ανεξέλεγκτης βίας και καταστολής της αστυνομίας μαζί με τη σκληρή αδιαλλαξία του Τούρκου πρόεδρου φέρουν αβίαστα στη μνήμη τις διαμαρτυρίες του 2013, όταν μια μικρή ομάδα ακτιβιστών περιβαλλοντολόγων οργάνωσε διαδήλωση ενάντια στη σχεδιαζόμενη καταστροφή ενός πάρκου για να μετατραπεί σε εμπορικό κέντρο σε κεντρική περιοχή της Κωνσταντινούπολης.

Οι ομοιότητες είναι πράγματι εντυπωσιακές. Οπως τότε έτσι και τώρα το κατεξοχήν στοιχείο που επικρατεί είναι η αστυνομική βαρβαρότητα, αλλά ίσως ακόμη σημαντικότερο αναδεικνύεται η έντονη διαφωνία και αντίθεση του συνόλου των φοιτητών απέναντι στις ανελεύθερες πολιτικές της κυβέρνησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρείται πάλι η συνένωση των φωνών διάφορων φοιτητικών ομάδων με διαφορετικό πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο απέναντι σε ακόμη μία ανελεύθερη, αυταρχική και αμφιλεγόμενη απόφαση του Τούρκου αρχηγού, ο οποίος δεν αμέλησε να επιχειρήσει να δυσφημίσει τους διαδηλωτές χαρακτηρίζοντάς τους «τρομοκράτες», ενώ η διχαστική ρητορική ενισχύεται και πάλι από τον Τύπο, ο οποίος τελεί υπό κυβερνητικό έλεγχο.

Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί πως η δήλωση του Ερντογάν σε μέλη του κόμματός του στις 3 Φεβρουαρίου «αυτή η χώρα δεν πρόκειται να ξαναζήσει άλλο Γκεζί. Δεν θα το επιτρέψουμε» έρχεται ως απάντηση στο σχόλιο φιλοκυβερνητικής δημοσιογράφου η οποία αναρωτιόταν, ενώ άκουγε ήχους δοχείων και τηγανιών από τους δρόμους, όπως και κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί, αν «είναι αυτά τα σημάδια ενός δεύτερου Γκεζί».

Είναι αμφίβολο έως και απίθανο οι πρόσφατες διαδηλώσεις από μόνες τους να επιφέρουν την ανατροπή της κυβέρνησης. Αυτό που διαφαίνεται, όμως, είναι πως οι διαδηλώσεις δεν αποτελούν μάχη μονάχα για την ακαδημαϊκή ελευθερία στη χώρα αλλά και για την ύπαρξη της ίδιας της δημοκρατίας στην Τουρκία και ως τέτοια επιφέρει ακόμη ένα ρήγμα στην ηγεμονία του Ερντογάν.

Ο Νίκος Χριστοφής είναι αναπληρωτής καθηγητής Τουρκικής και Μεσανατολικής Ιστορίας και Πολιτικής, Shaanxi Normal University, Σιάν, Κίνα

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.