Ενέργεια: Από το κλείσιμο του Nord Stream 1 στον περιορισμό των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα

Η κυβέρνηση αλλάζει ριζικά την πολιτική της στο ενεργειακό και διακινεί πλήθος κινδυνολογικών σεναρίων

Από την περασμένη εβδομάδα κεντρικό θέμα σε όλα τα δελτία ειδήσεων υπήρξε η διακοπή της ροής φυσικού αερίου από τη Ρωσία μέσω του αγωγού Nord Stream 1 προς τα κράτη της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης κ.λπ.

Η Ελλάδα δεν έχει σε τίποτε να κάνει με τον Nord Stream. Συνεχίζει να λαμβάνει φυσικό αέριο από τη Ρωσία μέσω του αγωγού Turk Stream, από το Αζερμπαϊτζάν μέσω του αγωγού TAP, αλλά και φορτία LNG, δηλαδή υγροποιημένου φυσικού αερίου, το οποίο εισάγει κυρίως από τις αραβικές χώρες.

Αντίθετα, μάλιστα, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία η χώρα προχώρησε σε τόσο μεγάλες προληπτικές εισαγωγές φυσικού αερίου που είχε περίσσεια και κατέληξε να το επανεξάγει στους γείτονες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, το πρώτο εξάμηνο 2022 η Ελλάδα μείωσε τις εισαγωγές ρωσικού αερίου κατά 21%, αύξησε τις εισαγωγές αζερικού αερίου κατά 13,4% και αύξησε τις εισαγωγές LNG στο 44,5% του συνόλου έναντι 31% πέρσι. Ετσι κατέληξε με εισαγωγές φυσικού αερίου τόσο μεγάλες που οδήγησαν σε σημαντική άνοδο κατά 134,3% των εξαγωγών φυσικού αερίου στις γειτονικές χώρες σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2021.

Ολα αυτά τα στοιχεία, αν μη τι άλλο, υποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες η χώρα να ξεμείνει από φυσικό αέριο.

Να όμως που, κρίνοντας από ό,τι ακολούθησε την εβδομάδα που μας πέρασε, μετά τη διευρυμένη σύσκεψη της Ομάδας Διαχείρισης Κρίσεων του υπουργείου Ενέργειας με τη συμμετοχή όλων των ιθυνόντων του ενεργειακού τομέα, του οικονομικού επιτελείου και του ίδιου του

από την οποία βγήκε προς τα έξω μόνο ένα γενικόλογο μήνυμα του τύπου «θα συνεχίζουμε να στηρίζουμε τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις απέναντι στο ακριβό ρεύμα για όσο χρειαστεί» αλλά όχι επίσημες ανακοινώσεις σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, έχουμε μια ριζική αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής στο ενεργειακό, με βασικό άξονα τον περιορισμό των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα.

Η προληπτική εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου από την Ελλάδα μετά την έναρξη του πολέμου δείχνει ότι η χώρα δεν έχει σοβαρές πιθανότητες να ξεμείνει

Επικοινωνιακό μασάζ

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η ριζική αυτή αλλαγή αποφασίστηκε στη συγκεκριμένη σύσκεψη αλλά επειδή η κυβέρνηση ούτε θέλει ούτε μπορεί να την εξηγήσει με ειλικρίνεια στον κόσμο, βάλθηκε από την επόμενη μέρα να προετοιμάζει την κοινή γνώμη με ένα επικοινωνιακό μασάζ κινδυνολογικών μηνυμάτων που διέρρεαν προς διάφορες μιντιακές κατευθύνσεις.

Κοινός τόπος αυτών των μηνυμάτων ήταν πως η Ελλάδα έχει κάθε λόγο πια να φοβάται τα χειρότερα. Είτε επειδή, στο πλαίσιο της κλιμάκωσης της σύγκρουσης με την Ευρώπη, ενδέχεται η Ρωσία να κλείσει τις ροές στον αγωγό Turk Stream από όπου λαμβάνει φυσικό αέριο η Ελλάδα. Είτε επειδή η ενεργειακή ασφυξία της κεντρικής Ευρώπης θα οδηγήσει την Κομισιόν να αποφανθεί ότι όλες οι χώρες-μέλη, κατά συνέπεια και η Ελλάδα, θα πρέπει υποχρεωτικά να μειώσουν την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 15%. Στην περίπτωση αυτή, ανέφεραν τα ίδια σενάρια, μπορεί να χρειαστεί να ενεργοποιηθεί το εθνικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, αλλά είναι θέμα αν ακόμη κι έτσι θα καλύπτεται πλήρως η ζήτηση, ειδικά αν έχουμε κρύο χειμώνα. Και βέβαια προκύπτει πια πολύ σοβαρό θέμα με τον κίνδυνο νέας έκρηξης των τιμών του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, που καθιστά αδύνατο τον οικονομικό προγραμματισμό του ύψους των κρατικών επιδοτήσεων από την κυβέρνηση ακόμη και σε επίπεδο τριμήνου, οι οποίες απορροφούν τεράστια ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ορισμένα από αυτά τα κινδυνολογικά σενάρια δεν είχαν ουσία, π.χ. δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τη Ρωσία, ακόμη κι αν αντιδρώντας σε επιβολή πλαφόν των Ευρωπαίων κόψει εντελώς το φυσικό αέριο προς τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης κλείνοντας τον ουκρανικό αγωγό, να κόβει τη ροή στον αγωγό Turk Stream που δίνει φυσικό αέριο στην φιλική της Τουρκία.

Αδυνατεί επίσης να φανταστεί κανείς γιατί η Ελλάδα, η οποία –όπως εξήγησε αναλυτικά και η Alpha Bank στο τελευταίο εβδομαδιαίο δελτίο– είναι η τελευταία ευρωπαϊκή χώρα που θα αντιμετωπίσει θέμα ενεργειακής ασφάλειας καθώς έχει πολλές εναλλακτικές, αποκτά ξαφνικά πρόβλημα επειδή έκλεισε ο Nord Stream 1. Η χώρα μας εισάγει φυσικό αέριο και LNG από διάφορους προμηθευτές, έχει λιγνιτικές μονάδες και μονάδες που μπορούν να λειτουργήσουν με πετρέλαιο. Συν τοις άλλοις, το ελληνικό ενεργειακό σύστημα θα ενισχυθεί ως τα τέλη του έτους με την Πτολεμαΐδα 5 της ΔΕΗ που θα λειτουργήσει με λιγνίτη και με μια νέα μονάδα φυσικού αερίου της Μυτιληναίος στη Βοιωτία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες γιατί να υπάρχει πρόβλημα, θα σκεφτεί κανείς.

Τα πραγματικά προβλήματα

Είναι όμως γεγονός ότι υπάρχουν προβλήματα για την Ελλάδα και μάλιστα δύο. Το ένα προκύπτει από την ισχυρή πιθανότητα να καταστήσει η Κομισιόν λίαν συντόμως υποχρεωτική τη μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 15% για τα κράτη-μέλη. Το δεύτερο έχει να κάνει με την αδυναμία της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει περαιτέρω με οριζόντιες κρατικές επιδοτήσεις τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίες αν μέχρι σήμερα αυξάνονταν με τρελό τρόπο, στο εξής, με την έκρηξη της κερδοσκοπίας που έχει προκαλέσει στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου το κλείσιμο του Nord Stream 1, θα αυξάνονται με τρόπο θεοπάλαβο.

Αν η Κομισιόν βγάλει οδηγία περί υποχρεωτικής μείωσης της κατανάλωσης του φυσικού αερίου κατά 15%, όπως αναμένεται, η Ελλάδα, η οποία χρησιμοποιεί το 70-73% του φυσικού αερίου που εισάγει αποκλειστικά για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και που λόγω της επίμονης άρνησης της ΔΕΗ να επιστρέψει στον λιγνίτη (για να μην αυξήσει το επιτόκιο του πράσινου δανείου της) δεν έκανε καμία προετοιμασία τόσους μήνες ώστε να αυξήσει τα λιγνιτικά της αποθέματα, για να προσαρμοστεί θα υποχρεωθεί να θέσει σε κίνδυνο την ηλεκτροπαραγωγή (διακινδυνεύοντας προβλήματα επάρκειας, μπλακ άουτ κ.λπ.). Η μόνη λύση για να μειώσει η χώρα την κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 15% αποφεύγοντας παράλληλα τον συγκεκριμένο κίνδυνο είναι να περιορίσει την κατανάλωσή του το μικρό μέρος της ελληνικής βιομηχανίας που χρησιμοποιεί φυσικό αέριο, να μην την αυξήσουν τα νοικοκυριά και να μειωθεί συνολικά η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.

Για τον σκοπό αυτό, υπ’ αριθμόν 1 κυβερνητικός στόχος από την περασμένη εβδομάδα έγιναν τα μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου. Και είδαμε ξαφνικά την κυβέρνηση να θεσπίζει κυρώσεις και μπόνους, με στόχο την άμεση εξοικονόμηση ενέργειας στο δημόσιο κατά 10%, να θυμάται το πρόγραμμα «Ηλέκτρα» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για την ενεργειακή αναβάθμιση των δημόσιων κτιρίων, να ζητά από τις τρεις κορυφαίες ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας να αντικαταστήσουν το φυσικό αέριο με πετρέλαιο και να ανακοινώνει ότι θα δώσει κίνητρα ώστε όποιοι έχουν καυστήρες πετρελαίου να τους επιλέξουν ως μέσο θέρμανσης, αντί του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας.

Το δεύτερο πρόβλημα, το οικονομικό, είναι το πιο σοβαρό για όλους μας. Οπως προκύπτει από όσα είπε ο υπουργός Ενέργειας Κώστας Σκρέκας την Τετάρτη, με την έκρηξη των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος στα τρελά επίπεδα των 50-55 λεπτών την κιλοβατώρα τον Αύγουστο και των 75-79 λεπτών τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση για να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αυξήσεων με οριζόντιο τρόπο έδωσε επιδοτήσεις 3 δισ. ευρώ σε δύο μήνες, άντλησε όμως από την επιβολή των πλαφόν στα υπερκέρδη των παραγωγών μόνο το 1,5 δισ., επιβαρύνοντας με 1,5 δισ. τον κρατικό προϋπολογισμό. Με δεδομένο ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος που απέμενε

μετά τον Σεπτέμβριο, με βάση τις δηλώσεις Σταϊκούρα, ήταν μόλις 1,2 δισ. ευρώ, το Documento από την περασμένη εβδομάδα έγραφε ότι ήταν απορίας άξιο από πού περίμενε η κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει τις επιδοτήσεις των υπόλοιπων μηνών του 2022 και προέβλεπε πως ήταν θέμα χρόνου είτε ο τερματισμός είτε η μεγάλη μείωση των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα.

Ερχεται σκληρός χειμώνας

Να λοιπόν που η κυβέρνηση, πιο γρήγορα από ό,τι κι εμείς περιμέναμε, έσπευσε να μας επιβεβαιώσει και ύστερα από ένα τριήμερο επικοινωνιακό μασάζ περί «κινδύνων για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας» και ανάγκης για «εξοικονόμηση ενέργειας στο δημόσιο» άρχισε να δημοσιοποιεί σχέδια περιορισμού των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα που θα αφήσουν τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις εκτεθειμένα στις όλο και πιο ανεξέλεγκτες αυξήσεις της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας, υπό την επιρροή των χρηματιστηριακών στοιχημάτων που παίζονται πάνω στην τιμή του φυσικού αερίου στο Χρηματιστήριο του Αμστερνταμ και της σύνδεσης της τιμής του με την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.

Αλλά βεβαίως ο επικείμενος περιορισμός των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα δεν παρουσιάζεται ως τέτοιος, αλλά ως μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας και αποθάρρυνσης της χρήσης του ηλεκτρικού ρεύματος, που επιβάλλονται –κλασικά– από την εξωτερική συγκυρία, το κλείσιμο του Nord Stream, τον κακό Πούτιν κ.λπ.

Η ουσία που μας αφορά άμεσα όμως είναι πως οι επιδοτήσεις θα πάψουν να δίνονται οριζόντια και από τον επόμενο μήνα θα περιοριστούν είτε στις μικρές καταναλώσεις είτε σε όσους κάνουν εξοικονόμηση. ηλεκτρικού ρεύματος, μειώσουν δηλαδή την κατανάλωσή τους κατά 1020% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Τα μέτρα αυτά, ανεξάρτητα από το σενάριο που θα επιλέξει τελικά η κυβέρνηση, αναμένεται να δημιουργήσουν οξύ πρόβλημα σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά που αναγκαστικά χρησιμοποιούν ηλεκτρικό ρεύμα για θέρμανση και θα βρεθούν τον προσεχή χειμώνα εκτός επιδοτήσεων αλλά και με την τιμή της κιλοβατώρας να υπερίπταται από τον Οκτώβριο άνω των 80 λεπτών, δηλαδή σε τριπλάσια επίπεδα σε σχέση με πριν από τρεις μήνες.

Και βέβαια αγνοούμε ακόμη τι επιβαρύνσεις θα επιφέρει η περικοπή των κρατικών επιδοτήσεων στο ρεύμα για τις επιχειρήσεις –οι οποίες ούτε χαμηλές καταναλώσεις έχουν ούτε εξοικονόμηση ενέργειας έχει νόημα να τους ζητηθεί να κάνουν–, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν ακόμη κυβερνητικές ανακοινώσεις για τις επιχειρήσεις.

Σε ό,τι αφορά πάντως τη μικρή και μεσαία ελληνική βιομηχανία, είναι ήδη στα κάγκελα, καθώς όπως έχουν αναφέρει εκπρόσωποί της, ειδικά για τους καταναλωτές μέσης τάσης η κυβέρνηση προχώρησε σε περικοπή των κρατικών επιδοτήσεων από τον Σεπτέμβριο και μάλιστα αθόρυβα, χωρίς να το ανακοινώσει ή να το εξηγήσει σε κανέναν, σε μια κίνηση που πλήττει για μια ακόμη φορά την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής.