ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Φώντας Λάδης: «Είμαι αντίθετος με το ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο»

© Αγγελική Παπαϊωάννου

Μια ζωή σε λίγες χιλιάδες λέξεις: η ζωή ενός επαναστατημένου νέου, ενός επιδραστικού στιχουργού και ποιητή, ενός μαχητικού δημοσιογράφου

Ο Φώντας Λάδης κατοικεί στην καρδιά του κέντρου, στη Γρανικού, σε έναν από τους ωραιότερους δρόµους της Αθήνας, όπως έγραψε και ο συνάδελφός του, ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης. Μας υποδέχτηκε στην αυλή του σπιτιού του, ενός νεοκλασικού στο οποίο µένει από τη δεκαετία του 1980. Μας είπε πως όταν ήρθε εδώ για να εγκατασταθεί τον βοήθησαν οι «καλοί άνθρωποι του απέναντι σπιτιού». «∆εξιοί», όπως µας διευκρίνισε, «αλλά µακάρι να ήταν σαν κι αυτούς όλοι οι αριστεροί». Περάσαµε στον κυρίως χώρο του, ένα δωµάτιο γεµάτο βιβλιοθήκες. Εφτιαξε εσπρεσάκια και κάπως έτσι ξεκίνησε η συνέντευξη µαζί του, η οποία ναι µεν είχε αφορµή την πρόσφατη δισκογραφική συνεργασία του µε τη συνθέτρια Μαίρη ∆αλάκου, επεκτάθηκε όµως και σε πολλά άλλα θέµατα.

Σας συναντώ την πρώτη µέρα των πρόσφατων περιοριστικών µέτρων για την εστίαση και σκέφτοµαι ότι ταιριάζει πολύ η «εθνική µελαγχολία» µας µε µια συνέντευξη µαζί σας. Συµφωνείτε;

Εν µέρει, διότι χθες βράδυ, ενώ είχαν αρχίσει να ισχύουν τα µέτρα, εδώ στη διασταύρωση Κεραµεικού και Πλαταιών µαζεύτηκαν καµιά πεντακοσαριά νέοι άνθρωποι µε νταούλια και ξεφάντωσαν. Τράβηξα τρία καταπληκτικά βίντεο ως την έκφραση µιας άλλης τάσης απέναντι στην κατάσταση αυτή. Ηταν συγκλονιστικό να τους βλέπεις να χορεύουν θρακιώτικα παραδοσιακά τραγούδια µες στο σταυροδρόµι. Από τη µια υπάρχει αυτό, ένα σπάσιµο δηλαδή της «εθνικής µελαγχολίας» µας, από την άλλη υπάρχει και ο πρωθυπουργός µας, ο οποίος µιλάει µόνο για ατοµική ευθύνη. Λες και όλα τα άλλα τα έκαναν καλά για το σύστηµα υγείας ή για τα ΜΜΜ που είναι πάντα… άδεια.

Για ποιον λόγο γίνατε επαναστάτης µε τη γραφή σας;

Νοµίζω ότι οφείλεται σε έναν συγκερασµό της ιδιοσυγκρασίας µου µε την ιδεολογία µου, που είναι σταθερή από τα 15-16 µου χρόνια. Προέρχοµαι από συντηρητική οικογένεια, µε τον πατέρα µου, παιδί αγροτών, αυτοδίδακτο, να γίνεται φιλόλογος και µετά γυµνασιάρχης. Τελείωσα το εξατάξιο γυµνάσιο στη ∆ράµα σε µια συγκλονιστική εποχή µε Καζαντζίδη και ∆όξα ∆ράµας και µε όλους τους φίλους µου παιδιά µεταναστών στη Γερµανία. Φτώχεια, καπνοτόπια, αλλά και µια παρέα µεγαλύτερών µου λόγιων της ∆ράµας που οργάνωναν φιλολογικές βραδιές. Ολα αυτά µε διαµόρφωσαν και κατεβαίνοντας στην Αθήνα πήγα στην «Επιθεώρηση Τέχνης» µε τα πρώτα µου ποιήµατα που µιλάνε γι’ αυτά τα θέµατα. Εκεί λοιπόν µε οδήγησαν τα βιώµατά µου σε συνδυασµό µε το ταµπεραµέντο µου.

Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι σας, πότε και µε ποιον συνθέτη κυκλοφόρησε;

Το «Καράβια αλήτες» που γράψαµε µε τον Μάνο Λοΐζο και τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος στη Lyra. Προτού δισκογραφηθεί το είχε πει και η Κλειώ ∆ενάρδου σε µια ταινία, νοµίζω στην «Μπετόβεν και µπουζούκι». Το παιδέψαµε πολύ µε τον Μάνο. Θέλαµε να φύγουµε από τα τυποποιηµένα και να µην επηρεαζόµαστε από καµία φωνή στιχουργική ή συνθετική. Φυσικά εµείς ήµασταν της σχολής Θεοδωράκη, που ήταν κάτι εξίσου σοβαρό µε την άλλη σχολή, του Χατζιδάκι. Εµείς θέλαµε όµως να φτιάξουµε τη δική µας φωνή, όχι σχολή.

Θα το ενέτεινε αυτό και η ένταξή σας στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ).

Ακριβώς. Εκεί έγραψα επίσης µε τον Χρήστο Λεοντή µερικά πρωτόλεια τραγούδια που δεν βγήκαν ποτέ, αλλά τα παρουσιάσαµε στο Ακροπόλ το 1963, παρουσία του ίδιου του Μίκη. Από κάτω ήταν ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος κι εγώ απήγγειλα ένα ποίηµα. Ο Θεοδωράκης µε έπαιρνε µαζί του σε όλες τις συναυλίες του, σταµάταγε τον Μπιθικώτση που τραγούδαγε κι έλεγε: «Και τώρα θα σας παρουσιάσω έναν νέο ποιητή». Οπως έκανε στη Ρωσία ο Γεφτουσένκο, ανέβαινα εγώ στη σκηνή και έκανα τα τρελά µου. ∆ιάβαζα ένα πολιτικό ποίηµα και από κάτω πάγωνε ο κόσµος, δηλαδή ο κύριος ταξίαρχος, ο κύριος νοµάρχης κ.ά. Θυµάµαι µια άλλη συναυλία µε τον Μίκη στο Ναύπλιο, στο παλιό τζαµί. Του έλεγε η γυναίκα του του νοµάρχη: «Τι θα γίνει απόψε, αηδίες θα κάνουµε; Εγώ θέλω να πάω στη συναυλία», οπότε µπροστά µπροστά καθόταν η άρχουσα τάξη. Σε αυτούς έβγαινα εγώ, λες κι ήµουν σε κάνα εργοστάσιο, και τους πέταγα το «Ενας άνθρωπος είναι ένα χέρι κι ένα σφυρί», το πρώτο µου ποίηµα που δηµοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», πολύ ωραίο ποίηµα.

Φαίνεται µε τον Λοΐζο να βρήκατε την αδερφή ψυχή σας.

Καταφέραµε µε τον Μάνο, πίνοντας κρασάκι και τρώγοντας µια µερίδα πατσά στο πατσατζίδικο του Νώντα, αρχή της Αλεξάνδρας, µεταξύ του Παρκ και του Μετροπόλιταν, δύο ιστορικών θεάτρων, να ξεκινήσουµε µια συνεργασία χρόνων πολλών. Καθόµασταν µέχρι τα πρωινά εκεί, ήταν το στέκι µας, µαζί µε τον Τάσο Λειβαδίτη κ.ά. Πάντως οι βασικές µου γνωριµίες ξεκίνησαν από τον ΣΦΕΜ. Τραβιόµασταν µετά στις µπουάτ, ερωτευόµασταν, όλα αυτά τα νεανικά. Μην ξεχνάτε πως εγώ από τα 20-21 µου ήµουν υπεύθυνος των πολιτιστικών στην «Αυγή» και τη «∆ηµοκρατική Αλλαγή». Είχα µια οµάδα 15 επώνυµων ανθρώπων: τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, την Τώνια Μαρκετάκη, τον Βασίλη Ραφαηλίδη, τον Νίνο Φένεκ Μικελίδη. Μέσα από τη δηµοσιογραφική δουλειά, παίρνοντας συνεντεύξεις από Ελληνες και ξένους που έρχονταν, σαν τη Σιµόν Σινιορέ, γνώρισα τους πάντες. Θυµάµαι ότι πήγα στα 21 µου να πάρω συνέντευξη από τον Κοσµά Πολίτη, τον Βρεττάκο και πολλούς άλλους.

Ο Μάνος πάντως, έχετε δίκιο, ήταν η αδερφή ψυχή µου. Γράψαµε το τραγούδι και του έκανα τις παρατηρήσεις µου ως προς τη µελοποίησή του. Του άλλαζα ας πούµε τη ρυθµολογία του, αυτός το λάµβανε υπόψη και ερχόταν την επόµενη µέρα µε κάτι άλλο. Από την άλλη µπορούσε κι αυτός να µου έλεγε: «Τι µαλακία στίχος είναι αυτός;». Με τον ίδιο τρόπο γράψαµε αργότερα και το «Λιώνουν τα νιάτα µας στη βιοπάλη» λέξη λέξη. Η Μυρσίνη Λοΐζου, η κόρη του Μάνου, µου έστειλε τις προάλλες µια ηχογράφηση του Μάνου που τραγουδάει 20 διαφορετικές βερσιόν του «∆έντρου» και άλλες 20 της «Βιοπάλης». Ηταν ψυχοβγάλτης.

Ο Φώντας Λάδης με τον Αντώνη Μποσκοΐτη (© Αγγελική Παπαϊωάννου)

Μες στη χούντα βρεθήκατε στην Ιταλία, όπου συγκατοικήσατε µε τον Σταύρο Τορνέ. Πώς επιλέξατε τη γειτονική χώρα ενόσω άλλοι πολιτικοί εξόριστοι έφευγαν για το Παρίσι ή το Λονδίνο;

∆ιάλεξα την Ιταλία καθαρά για οικονοµικούς λόγους. Οταν τον Σεπτέµβριο του ’67 έµαθα ότι στα σπίτια όπου κρυβόµουν όντας άνεργος ήρθε η αστυνοµία και µε έψαχνε, έφυγα µέσα σε µία µέρα. ∆εν ήµουν σε καµία λίστα, είχα διαβατήριο από το 1965 όταν είχα πάει στο Παρίσι, συναντήθηκα µε τον πατέρα µου, µου έδωσε αυτά που είχε, ένα δύο χιλιάρικα τα οποία έφταναν για το εισιτήριο µέχρι τη Ρώµη και αυτό ήταν το πρώτο σκαλοπάτι. Στη Ρώµη συναντήθηκα µε τον Λοΐζο, ο οποίος είχε φύγει δέκα µέρες πριν για παρόµοιους λόγους αλλά πολύ πιο ισχυρούς. Στο σπίτι του µαζευόµασταν µε τον Σαββόπουλο και άλλους κι όταν έγιναν οι συλλήψεις του Πατριωτικού Μετώπου είχαν βρεθεί φυλλάδια. Κάποιος µίλησε ότι και στο σπίτι του Λοΐζου γινόταν νταλαβέρι. Τον πιάσανε, τον τροµοκράτησαν και πήρε δρόµο. Κάναµε ένα πάρτι αποχαιρετιστήριο, θυµάµαι, µε τον ∆ηµήτρη Γκιώνη και τον κοροϊδεύαµε: «Πού πας τώρα, ρε συ; Παρατάς τον αγώνα;». Νοµίζαµε ότι θα τον δούµε ύστερα από δέκα χρόνια πάλι. Και µε το που φτάνω στη Ρώµη πέφτω πάνω του.

Στο µεταξύ ο Τορνές, που ανήκε σε µια οµάδα µε τον Βασίλη Ραφαηλίδη στην Ελλάδα, προφανώς κινδύνεψε και βρέθηκε κι αυτός στη Ρώµη. Ο Τορνές, που είχε προλάβει να περάσει κι από τη Μακρόνησο ως φαντάρος, νεαρούλης, πλέον δήλωνε αναρχικός, αλλά εν πάση περιπτώσει αριστερός, ήταν και εργάτης του µεροκάµατου. Γνωριστήκαµε σύντοµα στα στέκια των Ελλήνων της Ρώµης, µου έδειξε µεγάλη συµπάθεια και κάποια στιγµή µείναµε µαζί για δύο χρόνια, συγκατοικήσαµε. Κάποιοι φίλοι µού είχαν παραχωρήσει µια εγκαταλειµµένη βίλα µε κήπο που δεν είχε καν ηλεκτρικό. Μια Πρωτοµαγιά που είχε γενική απεργία στην Ιταλία έφαγα τριαντάφυλλα µε λίγη µουστάρδα και ωµά ραδίκια· δεν υπήρχε τίποτε άλλο (γέλια). Στη βίλα αυτή ήρθε ο Σταύρος κι αρχίσαµε µε δική του προτροπή να φτιάχνουµε καραγκιοζάκια και κοσµήµατα από αλουµίνιο που τα πουλάγαµε στα µαγαζιά της Ρώµης. Σε αυτό ήταν ανυποχώρητος. Ελεγε: «Οχι πολλές κουβέντες, προέχει το µεροκάµατο». Μια µέρα πήρε ένα καλέµι, γκρέµισε έναν τοίχο ενάµισι µέτρου πάχους και µου έφτιαξε ένα αποµονωµένο διαµερισµατάκι. Μετά ήρθε και τον βρήκε η γυναίκα του, η ηθοποιός Ηρώ Κυριακάκη, που πολύ αγαπιόντουσαν κι έµειναν σε µια πανσιόν.

Εχω τόσα ανέκδοτα να θυµάµαι από τη συµβίωσή µας. Ως νέοι ήµασταν ροµαντικοί και λέγαµε «γιατί όχι;» στον ένοπλο αγώνα δεδοµένης της χούντας στην Ελλάδα. Λέγαµε δηλαδή γιατί να µη µάθουµε να φτιάχνουµε και να βάζουµε µια βόµβα;

Αναφέρεστε στο Λαϊκό ∆ηµοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης;

Ακριβώς, εµείς ήµασταν το Λαϊκό ∆ηµοκρατικό, όχι το Λαϊκό σκέτο. Πραγµατικά αριστερή πολυσυλλεκτική οργάνωση. Στον βαθµό µάλιστα που οι άνθρωποι µάχονταν κατά του Ισραήλ υποστηρίζαµε τον ένοπλο αγώνα τους. Ετσι βρέθηκα στη Μέση Ανατολή στο πλαίσιο µιας πολιτικής και στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ο Τορνές ήθελε κι αυτός να έρθει, αλλά είχε υποχρεώσεις στην Ιταλία και ύστερα από 15 µέρες µάς άφησε. Κάτσαµε κοντά στο Αµάν σε κάτι αντίσκηνα στο στρατόπεδο της οργάνωσης. Στη συνέχεια µας πήγαν στο βουνό και κάναµε στρατιωτική εκπαίδευση µε αληθινά πυρά. Να µας κυνηγάνε και να τρέχουµε ενόσω οι Ισραηλινοί ερχόντουσαν από πάνω µας µε Mirage και έψαχναν για στρατόπεδα µες στα δάση. Κινδυνεύαµε να µας κάψουν ζωντανούς µε ναπάλµ. Κοιµόµασταν κάτω από δέντρα, ακόµη και µε φίδια. Είχα την πρόνοια να πάρω µαζί µου µια µικρή γραφοµηχανή Olivetti µε ελληνικά στοιχεία και κάθε βράδυ έγραφα ενώ οι άλλοι ξεκουράζονταν ή µαγείρευαν. Ετσι κράτησα ένα ηµερολόγιο 40 ηµερών.

Ο Τσίπρας και ο Κουτσούµπας νόµιζαν ότι οι στίχοι σας «ο φασισµός δεν θα πεθάνει µόνος, τσάκισέ τον» ανήκαν στον Μπρεχτ. Το θεωρώ επιεικώς απαράδεκτο.

∆εν νοµίζω ότι ήταν τόσο µεµπτό, αφού αυτή η φήµη κυκλοφορούσε για χρόνια στο διαδίκτυο. Εβλεπα συζητήσεις του τύπου «δεν µπορεί να το έχει γράψει αυτό ο Λάδης, µάλλον θα το έχει µεταφράσει». Στην αρχή δεν µε πείραζε – έως µε κολάκευε να µε ταυτίζουν µε τον Μπρεχτ. ∆εν επιδίωξα ποτέ τη δηµοσιότητα, δεν ήµουν ποτέ σταρ. Θαύµαζα στον αγαπηµένο µου Μανώλη Ρασούλη ότι ήταν ετοιµοπόλεµος στον τσακωµό και τον αγώνα. Εµένα πρέπει να µε κατηγορήσουν πολύ, να µε σκάσουν, για να βγω µε ένα γράµµα και να πω «δεν είναι έτσι, είναι αλλιώς τα πράγµατα». Οταν όµως µε την άνοδο του αντιφασισµού είδα να βγαίνει ο Λαφαζάνης π.χ. µε τεράστια πλακάτ που είχαν ολόκληρους τους στίχους µου µε το όνοµα «Μπρεχτ» από κάτω, κατάλαβα πως είχαν παρασυρθεί όλοι. Η µοίρα των στιχουργών είναι αυτή. Πρώτα γίνεται γνωστός ο τραγουδιστής, µετά ακούγεται ο συνθέτης αν είναι γνωστός και τελευταίος ο στιχουργός. Πάντως αµέσως οι δυο τους µε αποκατέστησαν µε πολύ εµφατικό λόγο: ο Τσίπρας στην οµιλία του στη νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε µε τους στίχους µου λέγοντας «όπως έγραψε και ο Φώντας Λάδης». Ο Κουτσούµπας το ίδιο επίσης αποκατέστησε την αλήθεια σε πολλές οµιλίες του, άρα το θέµα έληξε εκεί.

Οι συγκεκριµένοι στίχοι σας µαζί µε τον στίχο του Νεγρεπόντη «∆εν θα περάσει ο φασισµός» έγιναν σλόγκαν του αντιφασιστικού κινήµατος. Σκεφτήκατε ότι µπορεί να στέρησαν τη γνωριµία ενός ενδεχοµένως πιο απολιτίκ κοινού µε τις πιο λεπτές αποχρώσεις της γραφής σας;

Οπως; Πείτε µου ένα δείγµα πιο λεπτής γραφής µου (σ.σ.: του αναφέρω ένα τραγούδι από τη συνεργασία του µε τον ∆ηµήτρη Λάγιο για τη φωνή του Αντώνη Καλογιάννη). Το απολιτίκ κοινό ίσως κατάφερα να το κινητοποιήσω µέσα και από άλλα τραγούδια µου. Γι’ αυτό κάνω πολιτική τέχνη, γιατί κερδίζεις µέσω του συναισθήµατος τη συµπάθεια ενός κοινού που δεν το είχες δικό σου. Είµαι κάθετα αντίθετος µε την άποψη ότι η τέχνη δεν µπορεί να αλλάξει τον κόσµο. Οσο απλωνόταν το αντιφασιστικό κίνηµα οι άνθρωποι µάθαιναν το τραγούδι µας µε τον Θάνο Μικρούτσικο. Κάποιοι, οι οποίοι ήταν ούτως ή άλλως απολιτίκ, προφανώς δεν θα ήρθαν να το ακούσουν στις αντιφασιστικές συναυλίες µας, άρα έµειναν στο «Η µέρα εκείνη δεν θ’ αργήσει» ή στα τραγούδια του Λάγιου. Μπορεί πάλι να ακούν ένα πιο αισθαντικό τραγούδι µου και να µην ξέρουν επίσης πως είναι δικό µου. ∆εν διαφέρουν από τους άλλους που άκουγαν το «Ο φασισµός δεν θα πεθάνει µόνος, τσάκισέ τον» και νόµιζαν πως είναι του Μπρεχτ. Στη ζωή όλα χρειάζονται και έρχεται η ώρα που τα έργα και οι δηµιουργοί τους ανακαλύπτονται. Σάµπως έχουµε γνώση όλων των έργων του Μίκη Θεοδωράκη;

(© Αγγελική Παπαϊωάννου)

Ενώ είστε πολιτικός ποιητής από το έργο σας λείπουν η ήττα, η συντριβή και η αυτοκαταστροφή. Είστε µάλλον ένας φωτεινός επαναστάτης.

Με βρίσκετε απροετοίµαστο, αν και είναι σωστό αυτό που λέτε. Θα ήθελα ωστόσο, αν είχα τον καιρό να το σκεφτώ, να έβρισκα σε ποια σηµεία του έργου µου υπάρχουν η ήττα και η συντριβή. ∆εν µπορεί να µην υπάρχουν· απλώς δεν είµαι άνθρωπος απαισιόδοξος και αυτό το µεταδίδω. Είναι τόσο σύνθετα τα πράγµατα στη ζωή του ανθρώπου για να µπορέσει να κάνει ένα βήµα προς τα µπρος. Επειδή τα «Τραγούδια µας» µε τον Νταλάρα βγήκαν ηρωικά και µερικά σε απλουστευτικό τόνο και εξακολουθούν να αρέσουν, εµένα δεν είναι όλα από τα πιο αγαπηµένα µου, χωρίς να λέω ότι δεν µε εκφράζουν βέβαια.

Μου ζητήσατε να έρθω µε µάσκα στον χώρο σας. Υπήρχε περίπτωση να µην το έκανα και να σας έλεγα πως δεν υπάρχει ιός και ότι µας παραµυθιάζουν;

∆ιάφορες πτυχές του τι συµβαίνει αυτήν τη στιγµή πολύ αργότερα θα µπορέσουµε να τις αποτιµήσουµε. Για κάποιες στιγµές συγκεκριµένες, από τα Ιουλιανά µέχρι τον ∆εκέµβρη του 2008 µε τον Γρηγορόπουλο, ξέραµε πολύ καλά τι γινόταν. ∆εν χρειαζόταν να περιµένουµε τον χρόνο να µας εξηγήσει. Ο κορονοϊός δεν είναι µόνο δικό µας πρόβληµα αλλά πλανητικό, ενώ κυκλοφορούν διάφορες θεωρίες για το πώς και από πού µας ήρθε. Επειδή είναι εµφανής η προσπάθειά τους να εφαρµόσουν αυταρχικές πολιτικές ακόµη και στον πολιτισµό, το θέµα περιπλέκεται και µπορεί πολλοί άνθρωποι να πιστέψουν εύκολα στη συνωµοσιολογία. Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβληµα και χρειάζονται στοιχειώδεις προφυλάξεις αλλά δεν υποστηρίζω τα αστυνοµικά µέτρα, που επιδρούν όχι µόνο στην οικονοµία αλλά και στην ψυχολογία των ανθρώπων. Προσέχω και θέλω να τηρούνται τα βασικά µέτρα, όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά για να προλάβουµε να δώσουµε κανένα επιπλέον έργο (γέλια).

Εξακολουθείτε να απασχολείτε τη δισκογραφία µε την καινούργια σας συνεργασία µε τη Μαίρη ∆αλάκου.

Οι στίχοι που έδωσα στη Μαίρη ήταν προσεκτικά επιλεγµένοι. Της έδωσα τον «Βυθό» και µερικά άλλα σκόρπια ποιήµατά µου θέλοντας να δείξω µια άλλη πτυχή µου στον στίχο. Εκανε πολύ καλή δουλειά και ο καηµός µας όλα αυτά τα χρόνια ήταν η αλλαγή των δεδοµένων της δισκογραφίας. Σηµειωτέον, τα ποιήµατα του «Βυθού» τα είχα δώσει στον Μάνο Χατζιδάκι από το 1974, όταν παρουσίαζε στο Πολύτροπον στην Πλάκα το έργο του «Ο οδοιπόρος, ο Αλκιβιάδης και το µεθυσµένο κορίτσι». Τον βρήκα, του συστήθηκα και την επόµενη µέρα χτύπησε το τηλέφωνό µου: «Ο Μάνος Χατζιδάκις είµαι» άκουσα κι έπαθα πλάκα µε την ευγένειά του. Μου εξήγησε ότι εκείνο τον καιρό ήθελε να υπεισέλθει σε άλλες, πιο προσωπικές περιοχές του τραγουδιού. Μου είπε ότι του άρεσαν πάρα πολύ τα ποιήµατά µου και αν ήθελα να µε έφερνε σε επαφή µε κάποιους συνθέτες του κύκλου του – πιθανώς τον Κουρουπό ή τον Κυπουργό. Του απάντησα πως στην παρούσα φάση θα µε ενδιέφερε µόνο να δουλέψω µαζί του και το πράγµα έµεινε εκεί. Χρόνια αργότερα, όταν τσακώθηκα µε τον Θεοδωράκη για τα σωµατειακά και µε αποκάλεσε «άνθρωπο των εταιρειών», βγήκε ο Χατζιδάκις κι έλεγε: «Είναι κι ένας Λάδης, άνθρωπος των εταιρειών» – προφανώς δεν µε θυµόταν µε τόσο κόσµο που είχε γνωρίσει από το ’74. Τώρα λοιπόν η Μαίρη µε το µεράκι και την πίστη της σε αυτήν τη δουλειά κάθισε και ξαναδούλεψε ενορχηστρωτικά και ερµηνευτικά τα κοµµάτια, κάνοντάς τα πολύ σύγχρονα. Θα ήθελα, τέλος, πέραν της ψηφιακής τους έκδοσης να βγουν κάποια στιγµή και σε CD ή βινύλιο, να υπάρχει δηλαδή διαθέσιµος και ένας φυσικός φορέας.

Εχουµε κοινωνία χωρίς πολιτισµό µετά την ανακοίνωση των νέων µέτρων κατά του ιού;

Είναι µειονότητα οι πολιτικοί παγκοσµίως που πραγµατικά ασχολούνται µε τον πολιτισµό, τον ξέρουν και τον βάζουν πρόταγµα όταν κυβερνάνε. Οι περισσότεροι σταµατάνε στη διασκέδαση και την επιφανειακή ψυχαγωγία. Προσωπικά πιστεύω ότι ούτε η Αριστερά κάνει κάτι για τον πολιτισµό, παρόλο που ασκεί κριτική για όλα τα άλλα στην κυβέρνηση και πολύ σωστά κάνει. Αυτό για µένα είναι το χειρότερο δείγµα για το τι θα έκαναν αν ήταν στα πράγµατα. Πλέον πάντως τα πράγµατα είναι de facto αρνητικά και από την υπουργό Πολιτισµού και από την κυβέρνηση συνολικά. Μπορεί να επιχορηγούνται µερικοί –και το λέω εγώ που επιχορηγηθήκαµε για µια δουλειά που θα κάναµε µε την εταιρεία Μνήµες–, τι γίνεται όµως µε όλους τους άλλους δεκάδες χιλιάδες εργάτες της τέχνης; ∆εν είναι µόνο οι επώνυµοι, που µπορεί να έχουν ένα απόθεµα και να τη βγάζουν. Μιλάµε για τεχνικούς, εικαστικούς, ηθοποιούς, µικρούς τραγουδιστές και στιχουργούς, οι οποίοι πένονται. Πού είναι αυτά τα µέτρα; Οταν στη Θεσσαλονίκη βγάζουν συσσίτια και περνάνε καλλιτέχνες για να πάρουν ένα πακέτο ρύζι, αυτό είναι σκέτη Κατοχή και δεν υπάρχει καµία υποστήριξη σε αυτούς τους ανθρώπους.

INFO

Το digital album «Βυθός» της Μαίρης Δαλάκου και του Φώντα Λάδη κυκλοφορεί στο marydalakou.bandcamp.com

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.