Φυλακή για τη δολοφονία της Δάφνης Γκαλίζια

Τέσσερα χρόνια μετά ένας εκ των δραστών δήλωσε ένοχος.

Η εβδομάδα που μας πέρασε ήταν πολύ καλή για την ελευθερία του Τύπου. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία της Μαλτέζας δημοσιογράφου Δάφνης Καρουάνα Γκαλίζια ένας εκ των τριών δραστών που κατηγορούνταν για το έγκλημα δήλωσε ένοχος και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη. Πρόκειται για τον Βίνσεντ Μουσκάτ, τον πρώτο που θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες ενός εγκλήματος το οποίο έχει λάβει διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου οδηγώντας στην παραίτηση του πρωθυπουργού της Μάλτας το 2019.

Σύμφωνα με όσα έχουν διαρρεύσει, ο Μουσκάτ, ο οποίος εκτιμάται ότι έδρασε με βάση συμβόλαιο θανάτου για τη Μαλτέζα δημοσιογράφο, διαπραγματεύτηκε πιο επιεική ποινή με αντάλλαγμα την παροχή πληροφοριών για άλλους εμπλεκόμενους. Του δόθηκε επίσης προεδρική χάρη προκειμένου να μοιραστεί πληροφορίες για μια εντελώς ξεχωριστή υπόθεση στην οποία εμπλέκεται – τη δολοφονία ενός δικηγόρου το 2015.

Τι λένε για τους δράστες και τον εγκέφαλο

Σε σχέση με την υπόθεση δολοφονίας της Γκαλίζια ο Μουσκάτ έχει παραδεχτεί και τις έξι κατηγορίες που του αποδίδονται: σκόπιμη ανθρωποκτονία, πρόκληση έκρηξης που οδήγησε στον θάνατο ατόμου, παράνομη κατοχή εκρηκτικών, συνωμοσία για την εκτέλεση εγκλήματος, σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική ομάδα. Τα στοιχεία που παρείχε σε ώρες ηχογραφήσεων στην αστυνομία αναμένεται να βοηθήσουν στη δίωξη και άλλων.

Ο Μουσκάτ συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 2017 μαζί με τους αδερφούς Τζορτζ και Αλφρεντ Ντετζόρτζιο, οι οποίοι εξακολουθούν να αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή στη δολοφονία. Την ίδια ώρα ωστόσο ένας τρίτος, ο Μέλβιν Θέουμα, ο οποίος έχει εξασφαλίσει προεδρική χάρη, ισχυρίζεται ότι ενήργησε ως μεσάζων, προσλαμβάνοντας και πληρώνοντας τους αδερφούς Ντετζόρτζιο με σκοπό να πραγματοποιήσουν τη δολοφονία για λογαριασμό του Μαλτέζου μεγιστάνα Γιόργκεν Φένεκ.

Ο Φένεκ, ο οποίος είχε βρεθεί στο επίκεντρο της ερευνητικής δημοσιογραφίας της Γκαλίζια, βρίσκεται επί του παρόντος υπό κράτηση κατηγορούμενος ως ιθύνων νους του εγκλήματος. Ο ίδιος αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στη δολοφονία, ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, λίγο πριν από τον θάνατό της η Γκαλίζια είχε αποκτήσει πρόσβαση σε εκατοντάδες χιλιάδες e-mails και έγγραφα από μια εταιρεία που ανήκει εν μέρει στον Φένεκ, η οποία είχε εξασφαλίσει προσοδοφόρα κυβερνητική σύμβαση για την κατασκευή σταθμού παραγωγής ενέργειας.

Οπως ανέφεραν από την αστυνομία, θεωρούν ότι η δημοσιογράφος δολοφονήθηκε προκειμένου να μην αποκαλύψει τις λεπτομέρειες αυτής της συνεργασίας.

«Βήμα προς την πλήρη απονομή δικαιοσύνης»

Η κίνηση του Μουσκάτ να παραδεχτεί την ενοχή του και η απόφαση του δικαστηρίου προκάλεσαν μεγάλη ικανοποίηση στην οικογένεια της Καρουάνα Γκαλίζια. Μάλιστα ο δικηγόρος της τόνισε ότι πρόκειται για το πρώτο βήμα το οποίο θα οδηγήσει στην πλήρη απονομή δικαιοσύνης. «Αυτό το άτομο που παραδέχτηκε τη συμμετοχή του στη δολοφονία της Δάφνης Καρουάνα Γκαλίζια τής αρνήθηκε το δικαίωμα στη ζωή και της αρνήθηκε το δικαίωμα να απολαύσει την οικογένειά της, συμπεριλαμβανομένων των εγγονιών της που γεννήθηκαν μετά τη δολοφονία της. Η φρικτή δολοφονία της ήταν σκόπιμη και θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί» δήλωσε μεταξύ άλλων.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις του αρχηγού της αντιπολίτευσης Μπέρναρντ Γκρεκ, ο οποίος υπογράμμισε ότι το κράτος έχει αποτύχει στο καθήκον του να προστατεύσει το θύμα. «Η Γκαλίζια ήταν μια από τις πιο σημαντικές δημοσιογράφους της Μάλτας, γνωστή τόσο για την αρθρογραφία της όσο και για τις αποκαλύψεις της σε σχέση με σκάνδαλα πολιτικής διαφθοράς. Οι νέες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ένα πράγμα. Εάν τα θεσμικά μας όργανα δεν είχαν καταληφθεί από όσους επιδιώκουν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, η Γκαλίζια θα ήταν ακόμη ζωντανή» ανέφερε χαρακτηριστικά.

114 περιστατικά παραβίασης της ελευθερίας του Τύπου

Φως στις παραβιάσεις της ελευθερίας του Τύπου στην Ευρώπη ρίχνει η έκθεση της επιτροπής Media Freedom Rapid Response, η οποία παρακολουθεί, καταγράφει και επεμβαίνει σε περιστατικά παραβιάσεων της ελευθερίας του Τύπου στα μέλη της ΕΕ καθώς και στα υποψήφια μέλη. Από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2020 καταγράφηκαν συνολικά 114 περιστατικά. Τα πιο συνηθισμένα ήταν οι απειλές εναντίον δημοσιογράφων σε δημόσιους χώρους και δρόμους, ακολουθούμενα από τις απειλές κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και τις διαδικτυακές/ψηφιακές απειλές. Από τα 24 περιστατικά που σχετίζονται με την Covid-19, τα 15 καταγράφηκαν στη διάρκεια διαδηλώσεων σε Γερμανία, Ιταλία και Σερβία. Προέρχονται κυρίως από δύο πηγές: ιδιώτες που συμμετείχαν ή παρακολουθούσαν τη διαμαρτυρία ή από αστυνομικούς ή εκπροσώπους των υπηρεσιών ασφαλείας που αναπτύσσονταν για τη διατήρηση της τάξης κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.

Σε αυτές τις χώρες, σύμφωνα με την έκθεση της Media Freedom Rapid Response, καταγράφηκε επίσης κλιμάκωση των απειλών και της σωματικής βίας με αποτέλεσμα ορισμένοι δημοσιογράφοι να χρειαστούν ιατρική βοήθεια. Ενας άλλος συνεχιζόμενος κίνδυνος για την ελευθερία του Τύπου είναι η χρήση των στρατηγικών αγωγών (SLAPPs) και άλλων καταχρηστικών νομικών ενεργειών.

Η Κίνα «μπλόκαρε» το BBC

Ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση της Κινεζικής Υπηρεσίας Ραδιοτηλεόρασης να μπλοκάρει τη μετάδοση του βρετανικού δικτύου BBC, ισχυριζόμενη ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είχε παραβιάσει τους κανόνες μετάδοσης της χώρας οι οποίοι ορίζουν ότι πρέπει να μεταδίδονται αληθείς πληροφορίες που δεν βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα. Μάλιστα μία ημέρα μετά το κλείσιμο του καναλιού το Πεκίνο έκλεισε και το ραδιόφωνο BBC World Service στο Χονγκ Κονγκ. Οπως δήλωσε χαρακτηριστικά η εκτελεστική διευθύντρια του International Press Institute Μπάρμπαρα Τριόνφι: «Η αυθαίρετη απαγόρευση της μετάδοσης του BBC World News είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, ιδίως επειδή δικαιολογείται από τον ισχυρισμό της Κίνας ότι βλάπτει τα εθνικά της συμφέροντα χωρίς να προσδιορίζει ποιο περιεχόμενο του BBC θεωρήθηκε προβληματικό. Αυτή η απόφαση θα έχει αναπόφευκτα αρνητική επίδραση στα ξένα μέσα ενημέρωσης που λειτουργούν στην Κίνα, τα οποία ήδη υφίστανται τεράστια πίεση».

Ετικέτες