Γιάννης Κούτρας: «Καβάλησα το άσπρο άλογο και κατέστρεψα τα πάντα· ήμουν ο Αττίλας»

Ο γνωστός τραγουδιστής στην πρώτη του συνέντευξη ύστερα από πολλά χρόνια αποκαλύπτεται

Ο θάνατος του Θάνου Μικρούτσικου συγκλόνισε την ψυχή του Γιάννη Κούτρα. «Νιώθω σαν να ορφάνεψα» είπε εκείνη την αποφράδα ημέρα. Ο ίδιος νιώθει τυχερός που είναι ακόμη ανάμεσά μας. Ακριβώς έναν χρόνο νωρίτερα, στα 64 του, βρισκόταν στην εντατική στα πρόθυρα του θανάτου. Ο εμβληματικός ερμηνευτής του «Σταυρού του Νότου» μιλάει για πρώτη φορά για τη βασανιστική περιπέτεια που πέρασε, δηλώνει «κοσμοκαλόγερος εδώ και είκοσι χρόνια» και δίνει ραντεβού με τον άνθρωπο που αποκαλεί «πατέρα και αδερφό» σε κάποια άλλη, καλύτερη ζωή. «Θα κουβαλάω τον Θάνο στις φλέβες μου μέχρι να ανταμώσουμε ξανά» υπόσχεται σε μια σπάνια εξομολόγηση ζωής.

-Τι έχασες, Γιάννη, τη μέρα που πέθανε ο Μικρούτσικος;

Έχασα τον μισό μου εαυτό. Κατέρρευσα. Δυσκολεύομαι πολύ να διαχειριστώ τη βαρύτατη απώλεια και το κενό στην ψυχή μου. Πήγα νωρίς στην κηδεία, αγκαλιαστήκαμε με τα παιδιά του, με την υπέροχη γυναίκα του Μαρία και με τον αδελφό του τον Ανδρέα, κλάψαμε όλοι μαζί. Έσκυψα, τον φίλησα και τον αποχαιρέτισα. Ήταν πανέμορφος. Σαν να είχε πέσει για ύπνο. Έτσι όπως τον είδατε στο ξύλινο κουτί, έτσι κοιμόταν τα βράδια όσο ζούσε. Ήσυχος, ήρεμος, με μαλακό πρόσωπο, με τα γενάκια του... «Παιδιά, να τον αφήσουμε να γαληνέψει», είπα στα κανάλια που με περίμεναν έξω από το σπίτι. Θέλει σιωπή η ψυχή για να πετάξει.

-Δεν σου άρεσε, έμαθα, που επέλεξε την καύση αντί για ταφή.

Όχι. Ήθελα να έχω ένα σημείο αναφοράς. Να πηγαίνω κάπου μόνος να του μιλάω, να ακουμπάω το χέρι μου, να του ανάβω ένα κεράκι. Τώρα, πού θα πάω; Σε ένα βάζο με στάχτη; Το ίδιο είχε γίνει με τη Μαίρη τη Δημητριάδη. Μου προκαλεί τρόμο, που έκαψαν τα ματάκια του, τα χεράκια του. Δεν το θέλω, εγώ, αυτό το προοδευτικό κατευόδιο.

-Και τι θα του έλεγες;

Τα ίδια που του λέω και τώρα, κάθε βράδυ, τις νύχτες που μένω μόνος εδώ στο σπίτι μου. Θυμόμαστε τα νιάτα μας, που με έβαζε να στέλνω λουλούδια, σε μία πενηντάρα κυρία που είχε ερωτευτεί μετά το πρώτο του διαζύγιο. Μου έδινε λεφτά για να πάω στο ανθοπωλείο και εγώ έγραφα «σ’ αγαπώ» με τα δικά μου γράμματα. «Μου έφερες τα ρέστα;» Οι καντάδες, οι αλητείες, οι μπίρες και τα σουβλάκια στην πλατεία Αγίου Γεωργίου. Όλα αυτά, ξέρεις, δεν τα θυμόμουν καλά πριν τον θάνατό του. Ήταν θολούρα στη μνήμη μου. Τώρα μου ήρθαν όλα μαζεμένα στο μυαλό, φωναχτές εικόνες, τεχνικολόρ, σαν να έγιναν χθες. Οι αναμνήσεις θα μείνουν ζωντανές, ώσπου να τον ξανασυναντήσω.

Ο Γιάννης Κούτρας με τον Νίκο Παπαδογιάννη

-Οι δυό σας ζήσατε σαν αδέλφια. Οι κόρες σου αποκαλούσαν τον Θάνο «θείο».

Μα του χρωστάω τα πάντα. Την καριέρα, το όνομα, τα ταξίδια, τις χίλιες πεντακόσιες συναυλίες μου, όλα. Σαράντα χρόνια περπατήσαμε μαζί, από το 1975 που με πήρε να τραγουδήσω στα «80 Χρόνια Μπρεχτ» στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, ενώ μέχρι τότε τραγουδούσα Μπιτλς, Νταλάρα και ούτε ξέρω τι άλλο. Ο Θάνος με πήγε στη Μελίνα και στον Κατράκη. Γνώρισα τον Κουν, τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Λοϊζο. Τραγούδησα στο Ηρώδειο, στην Επίδαυρο, στο Μέγαρο Μουσικής, παντού. Χάρη στην ευλογία του Θάνου, δεν ταλαιπωρήθηκα ποτέ στα σκυλάδικα. Από τη Βήτα Εθνική πέρασα απ’ ευθείας στο Τσάμπιονς Ληγκ. Με πήρε από το μηδέν, ένα ανώνυμο παιδί 20 χρονών με τα λάθη μου, και με γέννησε. Έπλασε έναν καινούριο άνθρωπο. Ακόμα και όταν αρρωστήσαμε, αρρωστήσαμε ταυτόχρονα, όπως οι δίδυμοι. Δεν είναι τυχαίο.

-Υπήρξε όμως μία ρήξη στις σχέσεις σας, επί πολλά χρόνια.

Είχαμε τις διαφωνίες μας. Ο Θάνος θύμωσε πολύ όταν έλαβα μέρος στους «Αχαρνής» και στον «Πλούτο» του Σαββόπουλου στην Επίδαυρο. Το θεώρησε προδοσία και με το δίκιο του. Τότε τον έβριζε χυδαία ο Σαββόπουλος, τον αποκαλούσε «Ραφαέλα Καρά της Ελλάδας». Δεν ξέρω αν πρέπει να το πω, αλλά είναι λίγο σκατόψυχος, αυτός. Μέχρι τότε ήμασταν παραπάνω από αδέλφια με τον Θάνο, κοιμόμασταν μαζί στο σπίτι του και το πρωί κάναμε 12 ώρες πρόβα. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο το 2005, έξω από το νεκροταφείο πάλι, στην κηδεία του Βλάση Μπονάτσου. Με κοιτούσε ερευνητικά και αρχικά δεν με αναγνώρισε. «Είσαι ο Γιάννης; Θέλεις να κάνουμε έξι συναυλίες στο Μέγαρο;» Ούτε γεια δεν είπε. Τι διάολο, τόσο πολύ είχα παραμορφωθεί;

«Τα κατέστρεψα όλα σαν τον Αττίλα»

-Τόσο πολύ είχες παραμορφωθεί, λοιπόν;

Ναι. Και εξωτερικά και εσωτερικά. Ήμουν πρησμένος και είχα κοιλιές, αλλά το χειρότερο ήταν αυτό που υπήρχε μέσα μου. Δεν μπόρεσα να διαχειριστώ την επιτυχία ούτε το χρήμα. «Ποιος Πλέσσας και ποιος Μίκης», έλεγα. Ήμουν θυμωμένος, χώριζα τους ανθρώπους σε αριστερούς και δεξιούς, έκανα απαράδεκτα λάθη. Ίσως να μην είχα πάρει τα απαραίτητα εφόδια από το σπίτι μου. Ζούσα σαν χαμένος. Με τα λεφτά που μου έδινε ο Χατζιδάκις για τρεις συναυλίες, 150 χιλιάδες δραχμές, αγόραζες τότε τρία διαμερίσματα. «Την επόμενη φορά θα σου δώσω περισσότερα», απάντησε, όταν του είπα ότι μπέρδεψε τα μηδενικά. Αν είσαι και πιτσιρικάς, τρελαίνεσαι. Δεν θέλει και πολύ. Ψωνίστηκα. Καβάλησα το άσπρο άλογο και κατέστρεψα τα πάντα. Την οικογένειά μου, τα παιδιά μου, τους φίλους μου, όλους. Ήμουν ο Αττίλας.

-Κατέστρεψες και την υγεία σου, υποθέτω.

Σιγά σιγά, ήρθε η κατάθλιψη. Ούτε ξέρω, τι τα έκανα τόσα χρήματα. Αγόραζα αυτοκίνητα και μηχανές, νοίκιαζα γκαρσονιέρες στο Κάραβελ και έμενα εκεί. Πολύ άσχημο μεθύσι. Ήταν μία πάχνη που θόλωνε σε μυαλό μου, ένας διαρκής λήθαργος. Έφτασα να με συντηρεί η αδελφή μου, η μάνα μου. Ποτέ δεν αγάπησα τα λεφτά και τα υλικά αγαθά. Τώρα συνέρχομαι σιγά σιγά. Η ψυχή μου συμβιβάστηκε. Μεγαλώνοντας, ωριμάζει ο χαρακτήρας και γλυκαίνει. Όπως βλέπεις, ζω μόνος σαν κοσμοκαλόγερος σε ένα μικρό δωμάτιο και είμαι ικανοποιημένος με λίγα φρούτα από τη λαϊκή, έναν καφέ στην πλατεία Δαβάκη, το φαγάκι μου και μερικά χιλιόμετρα περπάτημα. Αυτό μου αναλογεί! Βιώνω τη μοναξιά μου και το σκοτάδι της νύχτας. «Κανέναν δεν κατηγορώ για τα βράδια του», έγραψε ο Ανδρέας Θωμόπουλος.

-Επέστρεψες με τις παραστάσεις του «Σταυρού του Νότου» το 2005.

Ο Θάνος μου έδωσε πνοή ζωής, τότε. Πρώτα μου τα έψαλε επί μιάμιση ώρα, με πατρικό βέβαια ύφος. Δεν έκρυβε ποτέ αυτό που σκεφτόταν ούτε έλεγε ψέματα. Μόλις μου έκανε νόημα να βγω στη σκηνή και άκουσα 3000 άτομα να χειροκροτάνε επί δέκα λεπτά, πίστευα ότι μου έστησε κάποια φάρσα. Τα έκανε κάτι τέτοια, ο πούστης. «Αυτό το ταξίδι δεν πρόκειται να το χάσω», του είπα, μόλις ξεπέρασα την έκπληξη. Ήταν ένας θρίαμβος, πήγαμε στη Θεσσαλονίκη και μας τραβούσαν τα μπατζάκια, σαν να ήμασταν οι Ρόλινγκ Στόουνς. Το δεύτερο πατατράκ ήρθε μερικά χρόνια αργότερα, όταν αποφάσισε να συνεργαστεί με νέα παιδιά. Μου το ανακοίνωσε μία μέρα που ταξιδεύαμε για τη Χαλκίδα το 2008. Να που τελικά θα το χάσω αυτό το ταξίδι, είπα μέσα μου. Χαθήκαμε ξανά, αλλά ο Θάνος δεν ξεκόλλησε ποτέ από μέσα μου.

Η επιστολή που έστειλε ο Θάνος Μικρούτσικος στον Γιάννη Κούτρα

-Έφυγε όμως, πριν τα ξαναβρείτε.

Η μεγαλύτερη προίκα μου ξέρεις ποια είναι; Το γράμμα που μου έστειλε για να μου δώσει κουράγιο τον περασμένο Ιούλιο, όταν και ο ίδιος βασανιζόταν. Σου το παραχωρώ για να το δημοσιεύσεις. Τα παιδιά μου διαφωνούν με τη δημοσιοποίηση, αλλά αδιαφορώ. Δεν είναι πια ιδιωτική μου περιουσία. Αυτή η επιστολή είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη μου. Δεν με ενδιαφέρουν ούτε τα λεφτά ούτε τα σπίτια ούτε η καταξίωση. Μόνο το γράμμα του Θάνου. Περιέχει την ιστορία της ζωής μου, με πέντε χρόνια και με συγκινεί βαθύτατα. Γιατί ρε Θάνο δεν μου τα έλεγες, τόσα χρόνια;

Είδα το πρόσωπό σου σε μία αφίσα, καθώς ερχόμουν.

Ναι, έχω προγραμματίσει μία σειρά από συναυλίες, στον «Ιανό», στην Κύπρο, στην Κρήτη, στη Θεσσαλονίκη, στη Θεσσαλία, στον «Σταυρό του Νότου» αργότερα, παντού. Ο θάνατος του Θάνου αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον. Ακόμα και από τον άλλο κόσμο, με σπρώχνει προς τα μπρος. «Τώρα πια είσαι μόνος σου», μου είπε στο τηλέφωνο, από το νοσοκομείο. Δεν θέλησα να πάω να τον δω από κοντά. Τον Θάνο θέλω να τον θυμάμαι όρθιο και δυνατό, να αστειευόμαστε, να αγκαλιαζόμαστε, να λέμε βλακείες. «Εγώ είμαι 1μ70 και ο καρκίνος 3 μέτρα, αλλά κάθε μέρα τον σπρώχνω λίγο πιο πίσω», έλεγε. Ήταν το τελευταίο μήνυμά του προς όσους υποφέρουν.

Περίμενα να δω το όνομά σου ανάμεσα σε εκείνα των άλλων καλλιτεχνών που συμμετέχουν στην αποχαιρετιστήρια παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής.

Ούτε με κάλεσαν ούτε με δέχθηκαν όταν έκανα εγώ μία κίνηση για να συμμετάσχω σε αυτό το μνημόσυνο. Δεν το κατανοώ, αλλά το καταπίνω. Δεν μπορούσα να πω εγώ ένα τραγούδι από τον Σταυρό του Νότου, τώρα που στέκομαι στα πόδια μου; Για τον καλύτερο φίλο μου; Τον πατέρα μου; Τον αδελφό μου; Εξέφρασα την επιθυμία, αλλά με αγνόησαν. Ας είναι, γεια χαρα ντάν. Θα τον τιμήσω μόνος μου και θα τον τιμώ μέχρι την τελευταία μου ανάσα. Δεν θέλω δημόσιες σχέσεις. Εγώ ήμουν από την αρχή δίπλα του, ενώ αυτοί ήρθαν πολύ πιο μετά.

«Ήμουν νεκρός επί είκοσι λεπτά»

-Τι ακριβώς συνέβη με την υγεία σου; Σε χάσαμε για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Από υπερκατανάλωση φαρμάκων, έπαθα πολυοργανική ανεπάρκεια. Μικρός ήμουν αλαζόνας και ένιωθα άτρωτος. Νόμιζα ότι τίποτε δεν μπορεί να με φθείρει. Οι πρώτες κρίσεις πανικού με βρήκαν στα 14 μου, στο σχολείο στην Αιδηψό, πριν βγω στην αυλή για να παίξω μπάσκετ. Χρειάστηκα χάπια για την κατάθλιψη, ηρεμιστικά, σταθεροποιητές συναισθήματος. Και κορτιζόνη, πολλή κορτιζόνη. Αρχικά για κάτι δερματικά και για το άσθμα. Τρομερό φάρμακο, στην αρχή νομίζεις ότι ζεις ένα θαύμα, αλλά λίγο λίγο σε διαλύει. Έφτασα να παίρνω χωρίς συνταγή 32 μιλιγκράμ κορτιζόνη καθημερινά. Δεκαπέντε φάρμακα την ημέρα, τα ξέπλενα με ένα λίτρο κόκα-κόλα, πίτσες και σουβλάκια.

-Ώσπου, ο οργανισμός κατέρρευσε.

Από ένα σχίσιμο στο πόδι που δεν έραψαν οι γιατροί, μπήκε στο σώμα μου ένα μικρόβιο, εγκαταστάθηκε στον πνεύμονα και βρήκε το ανοσοποιητικό μου διαλυμένο. Δεν πήγαινε οξυγόνο σε κανένα όργανο. Στις 19 Δεκεμβρίου 2018 ήταν να τραγουδήσω στην «Απανεμιά», αλλά δεν εμφανίστηκα στο μαγαζί. Με αναζήτησαν οι μουσικοί, τηλεφώνησαν στην κόρη μου και τελικά με βρήκαν πεσμένο την επόμενη μέρα. Αν δεν είχα προγραμματισμένη παράσταση, μπορεί να μη με προλάβαιναν. Η καρδιά μου σταμάτησε επί 20 λεπτά και με επανέφεραν με γροθιές στο στήθος, μαλάξεις και απινιδωτές. Στομάχι, έντερο, νεφρά, όλα μπλοκάρισαν. Χρειάστηκα 19 φιάλες αίμα για το έντερο που αιμορραγούσε και οι γιατροί μου έδιναν 5 τοις εκατό πιθανότητες να ζήσω. Φαίνεται ότι κάποιος εκεί πάνω είπε: «Μάγκα, θα σου δώσω μία τελευταία ευκαιρία». Μία ύστατη προειδοποίηση.

-Έφθασες δηλαδή στο κατώφλι του θανάτου.

Ναι, είχα φύγει και ξαναγύρισα. Φοβόμουν ότι δεν θα επιζήσω. Έβλεπα παράξενα οράματα όσο ήμουν σε κώμα. Ονειρευόμουν ότι ερχόταν ο Λίο Μέσι και μου έφερνε κιθάρες. Το κρεβάτι το ένιωθα σαν κινούμενη άμμο. Άνοιγα λίγο τα μάτια και έβλεπα γυναίκες να κλαίνε, σαν μαυροφορεμένες γριές από τον «Ζορμπά». Με βοήθησαν να ζήσω, σαν αναμμένο καντηλάκι, οι κόρες μου Εύα και Μαρία-Χριστίνα, η πρώην σύζυγός μου Έλενα, οι γαμπροί μου και η εγγονούλα μου η Μυρτώ, που με κάνει να αισθάνομαι σαν να πετάω ένα μέτρο πάνω από τη γη. Αν ήμουν μόνος στη ζωή, θα είχα πεθάνει. Τώρα τράβηξα μία κάθετη γραμμή και άλλαξα τα πάντα. Όπως λέμε, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Κάθε μέρα μου είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Κερδίζω έδαφος, αντί να χάνω. Καθάρισα εσωτερικά και εξωτερικά. Δεν πονάνε πια τα γόνατά μου. Είμαι ατίθασος και εγωιστής, πεισματάρης σαν ξεγάνωτος τενεκές.

Ήταν όμως μάχη επιβίωσης, αυτή που έδωσες στα νοσοκομεία.

Προσβλήθηκα από Η1Ν1, μου έκαναν τραχειοστομία, είχα πυρετούς, ανακοπή καρδιάς έπαθα ό,τι μπορούσε να πάθει άνθρωπος. Για μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκα σε ένα κέντρο αποκατάστασης που ήταν χάλια, δεν θέλω ούτε να το θυμάμαι. Ήταν οικονομικό το θέμα, δεν βρίσκει εύκολα μία οικογένεια 15 χιλιάδες ευρώ. Ούτε θέλαμε εράνους και κάμερες στο νοσοκομείο. Ευτυχώς, μας βοήθησαν καλοί φίλοι, όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χαρούλα Αλεξίου. Θα σταθώ αυτάρκης στα πόδια μου, ώστε να μην επιβαρύνω άλλο την οικογένειά μου. Με μία σύνταξη 700 ευρώ εγώ θα ζούσα πλουσιοπάροχα.

-Δεν είναι φρόνιμο να αποφεύγεις τις συγκινήσεις, μετά από τέτοια περιπέτεια;

Ξέρεις, Νίκο, πρέπει να τις ζούμε τις δοκιμασίες. Να τις καταπίνουμε. Θα μπορούσα να αποφύγω την κηδεία του Θάνου, για να μη στενοχωρηθώ. Δεν ήθελα. Όφειλα να νιώσω την οδύνη και να πονέσω όπως πρέπει. Γι’ αυτό κάποτε φορούσαν κάποτε τα μαύρα για μία ζωή. Κρύβεται μεγάλη τρυφερότητα σε αυτή την αφοσίωση. Δεν μου αρέσει, που στις μέρες μας ξεχνάμε τον νεκρό μέσα σε 15 μέρες. Είμαι πιο παραδοσιακός.

-Τραγούδησες τον Νοέμβριο στο «Ιlion Plus» μαζί με τον Κώστα Θωμαϊδη. Η φωνή σου μοιάζει πλέον πιο νεανική, σαν να καθάρισε.

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι ακριβώς έναν χρόνο μετά την περιπέτεια, στις 19 Δεκεμβρίου 2019, ανήμερα των γενεθλίων της Εύας μου, θα έδινα μία συναυλία. Όπως και έγινε, σε μία παράσταση της Αγγελικής Τουμπανάκη στον «Σταυρό». Πιο πριν, που τραγούδησα με τον Θωμαϊδη, κατάλαβα ότι έχω ακόμη ανάσες και πήρα θάρρος. Κάποια ορμόνη μου πλημμύρισε τον εγκέφαλο και ένιωσα άλλος άνθρωπος, παρά το σαραβαλιασμένο κορμί. Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Είμαι τελείως άχρηστος, δεν μπορώ ούτε να καρφώσω ένα καρφί στον τοίχο. «Καθαρόαιμο», με έλεγε πάντοτε ο Ανδρέας Μικρούτσικος, επειδή δεν μπλέχτηκα με πολλά. Ούτε να γράφω μουσική δεν ξέρω. Είμαι τραγουδιστής-τραγουδιστής. Ο Θηβαίος με αποκαλεί «δάσκαλο» και τον διαολοστέλνω.

Θα είχες και κινητικό πρόβλημα, μετά από τόση κατάκλιση.

Έμεινα πενήντα μέρες στην εντατική και το κορμί μου είχε ατροφήσει. Σιγά σιγά, μέσα σε 7-8 μήνες, επανήλθα, είκοσι κιλά πιο αδύνατος. Θα παίρνω αγωγή διά βίου βέβαια, αλλά ελαφριά φάρμακα, ντεκαφεϊνέ και λάιτ! Αποφεύγω ζάχαρες και αλάτια, τρώω ψάρι για πρωτεϊνες, κινούμαι πολύ, προσέχω τον εαυτό μου. Να σου αποκαλύψω κάτι ακόμη; Είχα δηλώσει συμμετοχή για να τρέξω 5 χιλιόμετρα στον Μαραθώνιο της Αθήνας! Ούτε τα παιδιά μου δεν το ξέρουν αυτό. Ήμουν έτοιμος να πάω, αλλά φοβήθηκα τον παλιόκαιρο. Του χρόνου όμως θα το πράξω, σαν τάμα.

«Χρωστάω ακόμη πολλές συγγνώμες»

-Δηλώνεις δύσκολος άνθρωπος. Χρωστάς ακόμη συγγνώμες σε δικούς σου ανθρώπους; Πέρα από τον Μικρούτσικο.

Ναι! Πολλές! Και εύχομαι να μου δώσει χρόνια ο Θεός, για να τις ζητήσω. Είμαι πράγματι δύσκολος και έχω πικράνει πολλούς. Ευτυχώς, πρόφτασα να λάβω τη συγχώρεση της μάνας μου, λίγο πριν πεθάνει. Τους έδιωξα όλους από το δωμάτιο και της έκανα ερωτική εξομολόγηση. «Είμαι ο γιος σου, εσύ με έκανες άνθρωπο, συγγνώμη που ήμουν τεμπέλης και σε εκμεταλλεύτηκα, θα σε αγαπώ για πάντα», της είπα. Εκείνη άνοιξε λίγο τα ματάκια της, ενώ ήταν στα τελευταία. Και μετά από λίγο πέταξε.

-Τον πατέρα σου πώς τον αποχαιρέτησες;

Είχε καρκίνο σε τελικό στάδιο ο φουκαράς και ξεκινούσα κάθε μέρα στις 6 το πρωί από την Αθήνα για να τρώμε μαζί το μεσημέρι, στην Αιδηψό. Τι να τρώμε δηλαδή, μόνο λίγο γιαουρτάκι άντεχε και είχε μείνει μισός, ο δύσμοιρος. Τότε δούλευα με τον Πολυκανδριώτη και τον Πλέσσα και τελειώναμε στις 3. Τον έβλεπα για λίγο και επέστρεφα. Μία φορά μου ζήτησε να ανοίξω το παράθυρο για να δει τη θάλασσα. Τον έπιασαν τα κλάματα. Γιατί κλαις ρε πατέρα; Μια χαρά σε βλέπω, έφαγες κιόλας. Μου απάντησε με μία λέξη που περικλείει όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες μιας ζωής: «Λυπάμαι». Τον άφησα συγκλονισμένος για να επιστρέψω, αλλά μόλις ξεκίνησε το φέρι μποτ με ειδοποίησαν ότι έφυγε και ταξιδεύει…

-Ο πατέρας σου είχε καϊκι και ήταν ψαράς, άνθρωπος της θάλασσας. Όπως ο Καββαδίας, που σημάδεψε τη ζωή σου.

Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω προσωπικά, όμως, τον Καββαδία. Τον είχε συναντήσει μόνο ο Θάνος, το 1974, ένα χρόνο πριν πεθάνει. . Ένας κοντούλης ήταν, με χέρια γεμάτα στάμπες. Όταν του είπε ότι σκόπευε να μελοποιήσει ποιήματά του, ο άλλος δεν τον πίστευε. Νόμιζε ότι ο Θάνος έκανε πλάκα. Ήταν καχύποπτος άνθρωπος ο Καββαδίας, όπως πολλοί ναυτικοί .

-Αλήθεια, πώς γεννήθηκε αυτός ο εμβληματικός δίσκος;

Ο Θάνος διάβαζε τους λεγόμενους ελάσσονες ποιητές από πολύ νέος. Καραγάτση, Πολέμη, Ουράνη, Βαλαωρίτη. Μάλιστα έκανε μία πρώτη απόπειρα να μελοποιήσει ποίηση Καββαδία όταν ήταν ακόμη 17 χρονών. «Όχι επιτυχημένη», τη χαρακτήριζε. Μετά άκουσε τις απόπειρες του Σπανού και της Μαρίζας Κωχ (σ.σ.: «Ιδανικός Κι Ανάξιος Εραστής» και «Φάτα Μοργκάνα» αντίστοιχα), του τη βίδωσε, επικοινώνησε με την ανηψιά του Καββαδία Έλγκα και της ζήτησε ποιήματα του θείου της, όσο το δυνατόν περισσότερα.

-Οπότε, ο Καββαδίας δεν άκουσε ποτέ τον Σταυρό του Νότου.

Όχι, δεν πρόλαβε, δυστυχώς. Τα τραγούδια ακούστηκαν για πρώτη φορά σε ένα σήριαλ ονόματι Πορεία 090 στην τότε ΕΡΤ, για τη ζωή των ναυτικών. Δεν υπήρχαν ιδιωτικά κανάλια εκείνη την εποχή. Τα έλεγα σχεδόν όλα εγώ και μπήκαν στον δίσκο, με εξαίρεση τον Πιλότο Νάγκελ που έμεινε έξω. Μου άνοιξαν έναν καινούριο ορίζοντα τα ποιήματα του Καββαδία. Μέχρι τότε ήξερα μόνο πολιτικά τραγούδια, καντάτα για τη Μακρόνησο, είμαστε δυό είμαστε τρεις, Μπρεχτ και τέτοια.

«Ποιος είσαι εσύ που θα μου κάνεις κουμάντο;»

-Όταν κυκλοφόρησε ο Σταυρός Του Νότου, με 11 τραγούδια, το 1979, συμμετείχαν και άλλοι τραγουδιστές.

Την παραμονή της ηχογράφησης τρώγαμε με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που είναι πολύ γλυκός και ήρεμος άνθρωπος, στο «Κατσίκι», στο Γαλάτσι. Του αποκάλυψα ότι έχω κάτι φοβερές τραγουδάρες και του έβαλα να τις ακούσει, από μια κασέτα στο αυτοκίνητο. «Θέλω να πω και εγώ ένα δύο τραγούδια», είπε αμέσως. Του ζήτησα να έρθει το επόμενο πρωινό στο στούντιο, όπου ο Θάνος τον είδε ξαφνικά μπροστά του και με μάλωσε. «Ποιος είσαι εσύ, που θα κάνεις κουμάντο με τη μουσική μου;» «Για να σπάει η μονοτονία», απάντησα. Ο Θάνος ήθελε και τον Βλάση Μπονάτσο, αλλά εκείνος ήταν στο Σικάγο και δεν μπορούσε να έρθει. Τελικά είπε δύο τραγούδια ο Βασίλης και άλλο ένα η Αιμιλία Σαρρή.

Η εταιρία δεν πίστευε σε αυτόν τον δίσκο, σωστά;

«Σας τον κάνω δώρο, αλλά να ξέρετε ότι δεν θα πουλήσει τίποτε», μας είπε ο Αλέκος ο Πατσιφάς. Και έβγαλε χαριστικά 1500 κομμάτια. Στην αρχή πέρασε απαρατήρητος, αλλά μετά από ενάμιση χρόνο έκανε ένα «μπαμ», που συνεχίζεται ακόμη. Πέρασε ήδη σε τέσσερις γενιές και συνεχίζεται η απήχησή του. Περιττό να σου πω ότι ο Σταυρός του Νότου έχει πουλήσει δεκαπλάσια αντίτυπα από όλους μαζί τους υπόλοιπους 40 δίσκους που έχω κάνει στη ζωή μου.

Ποιο είναι το τραγούδι της ζωής σου;

Πολλά. Θα επιλέξω τη Θεσσαλονίκη, επειδή έχω ζήσει την πόλη, έχω περάσει καλά εκεί και αισθάνομαι ότι ο στίχος «κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη» είναι η ανεξίτηλη εικόνα της πόλης. Το «τρομακτικό ταξίδι του χαμού» για το οποίο μιλάει δεν αφορά τη θάλασσα, αλλά το ίδιο το ταξίδι της ζωής. Επίσης, αγαπώ τη Γυναίκα, με τον στίχο: «Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Ο Θάνος έλεγε πάντα, ότι ο καρχαρίας είναι το πλέον αρχέγονο και ανθεκτικό πλάσμα στον πλανήτη. «Να κυνηγάμε το ανεκπλήρωτο», ήταν η πάγια συμβουλή του. Πλέον βλέπω αυτά τα ποιήματα από διαφορετική οπτική γωνία στην κάμερά μου.

Κατά βάθος, δεν μιλάνε για τη θάλασσα ούτε για τους ναυτικούς.

Ακριβώς! Σε καλεί να φύγεις, να πετάξεις. Όταν ήμουν πιτσιρικάς δεν τα καταλάβαινα. Τα τραγουδούσα μηχανικά, χωρίς να εμβαθύνω στη γλώσσα τους. «Κάνε υπομονή και με τα χρόνια θα καταλάβεις», μου έλεγε με νόημα ο Μικρούτσικος. Ήθελα να τραγουδήσω λυρικά, αλλά εκείνος μου ζητούσε να δίνω έμφαση στον λόγο του ποιητή. Σαν στραγάλια, μου έλεγε, να βγαίνουν οι φθόγγοι. Σαν χειροβομβίδες! Να, έτσι. (σ.σ.: αρχίζει να τραγουδάει με «σκληρή» εκφορά) «Πρ-ρώ-τ-το τα-ξ-ξίδι…». Εγώ ήθελα να λέω: «Πρώωωτο ταξίιιιδιιιι». Λίγο λίγο, άρχισα να τσουλάω.

Ο Καββαδίας δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από τη θάλασσα.

Έλεγε ότι στη στεριά ζαλίζεται. Τα ίδια και ένας μπάρμπας μου, που ήταν ναυτικός. Ογδονταπέντε χρονών, τα παράτησε όλα και επέστρεψε στα καράβια. Γίνεται μία μάζα, ο άνθρωπος με τη θάλασσα. Από όλους τους ανθρώπους που με πλησιάζουν, οι ναυτικοί με συγκινούν περισσότερο. «Σαράντα μέρες ουρανό και θάλασσα, η φωνή σου από ένα κασετοφωνάκι και η ποίηση του Καββαδία ήταν η μοναδική μου συντροφιά», μου είπε κάποιος. Συγκλονιστικό.

Δεν είναι πολλοί οι καλλιτέχνες, που ξεκίνησαν την καριέρα τους δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη.

Ο Θάνος με πήρε αγκαζέ και με πήγε στο σπίτι της στην Αναγνωστοπούλου στο Κολωνάκι, για να με συστήσει. Ο Ντασέν καθόταν στο γραφείο και μελετούσε, ενώ η Μελίνα ήταν ξάπλα σε ένα ανάκλιντρο. Με το τσιγάρο στο χέρι και με έναν καφέ γαλλικό, σαν θεά. Εγώ, πάλι, μπήκα στο σπίτι με τα μαλλιά και με τα μούσια και με τα χαϊμαλιά. Με κοίταξε καλά καλά με εκείνα τα απίστευτα μελιά μάτια που ήταν σαν μαγνήτες και τελικά ανακοίνωσε το εξής: «Απόψε, Τζούλη, θα κοιμηθώ με τον κύριο Κούτρα»!

INFΟ Ο Γιάννης Κούτρας θα τραγουδήσει στον Ιανό την Παρασκευή 24 Ιανουαρίου και το Σάββατο 1 Φεβρουαρίου, πλαισιωμένος από τους Κώστα Θωμαΐδη, Ρίτα Αντωνοπούλου, Απόστολο Ρίζο. Η παράσταση έχει τίτλο: «Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» με τραγούδια που έγραψε ή αγάπησε ο Θάνος Μικρούτσικος

19 Ιουλίου 2019 Η επιστολή Του Θάνου Μικρούτσικου προς τον Γιάννη Κούτρα Γιάννη μου, Θέλω να σου ευχηθώ περαστικά και σύντομα να γίνεις εντελώς καλά και να ξανακερδίσεις τη ζωή σου. Και οι δυo μας αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα υγείας, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε να παλεύουμε, βιώνοντας την κάθε ημέρα με αυτούς που αγαπάμε. Σκέψου, το ζήτημα δεν είναι πόσα χρόνια θα ζήσουμε, αλλά πώς θα τα ζήσουμε. Είναι αλήθεια ότι δεν συμπεριφέρθηκες τόσο καλά με τα προβλήματα της υγείας σου. Είχες τις εμμονές σου. Aρπαξε τη ζωή στα χέρια σου και μπορείς να νικήσεις. Κι εγώ στον πολύ δύσκολο καρκίνο που έχω, αυτό κάνω. Ολο και τον σπρώχνω και ζω κάθε στιγμή με ένταση. Περιμένω και από εσένα, ξεροκέφαλε, το ίδιο. Εχεις πολλούς ανθρώπους που σε αγαπάνε. Βγάλε μπροστά το λιοντάρι που έχεις κοιμισμένο μέσα σου. Οπως το έκανες το 1977. Θέλω επίσης να σου πω ότι είμαι ευτυχισμένος που συναντηθήκαμε και κάναμε μαζί δύο έργα οριακά για μένα, που έγιναν διαχρονικά. Τον Μπρεχτ και τον Καββαδία. Πέρασαν ήδη σε τρεις γενιές όχι ως έργα μνήμης, αλλά ως έργα του κάθε φορά παρόντος χρόνου. Και σου οφείλουν πολλά, όπως και εγώ, ανεξάρτητα από το τι συνέβη μετά. Αυτό πάντα θα το θυμάμαι και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Σου εύχομαι δύναμη, υγεία και κάποια στιγμή να μπορέσουμε να τα πούμε από κοντά. 

Με την αγάπη μου, Θάνος

 *Φωτογραφίες Στέλιος Μισίνας/Eurokinissi, προσωπικό αρχείο Γιάννη Κούτρα 

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.