«Ποδόσφαιρο 2.0»

Η 68η Berlinale στο Βερολίνο: Απελευθέρωση της μπάλας ίσον απελευθέρωση των αντρών

Είχε μεγάλα όνειρα στη ζωή του. Ο Λαουρέντιου Τζινκίνα ήθελε από παιδί να σπουδάσει στη Γεωπονική Σχολή και να γίνει δασονόμος. Τα δέντρα και τα άγρια ζώα τον τραβούσαν ανέκαθεν σαν μαγνήτης. Η τύχη τα έφερε ωστόσο διαφορετικά. 

Παίζοντας μπάλα με συμμαθητές του στο προαύλιο του σχολείου του, στην ρουμανική κοινότητα Βασλίου, έσπασε το πόδι του με τρόπο, που τον έκανε σχεδόν ανάπηρο. Έτσι δεν μπόρεσε αργότερα να κάνει την εισαγωγική εξέταση σε αγώνα δρόμου, που ήταν προϋπόθεση για την είσοδο στην Σχολή, και σπούδασε κοινωνιολογία. Τα όνειρά του έμειναν άπιαστα.

Όμως το πάθημα του έγινε μάθημα. Αναλύοντας τις αιτίες του τραυματισμού του ο Τζινκίνα διαπίστωσε, ότι αυτός οφειλόταν πρώτον, στην κακή κατάσταση του σχολικού γηπέδου και δεύτερον, στα πολλά πόδια που διεκδικούσαν τη στιγμή του ατυχήματος τη μπάλα. Όχι περίεργο έτσι, ότι ένα από αυτά κτύπησε, αντί τη δερμάτινη σφαίρα, το πίσω μέρος της γάμπας του. «Οι περόνες έγιναν δυο κομμάτια» ήταν η φλεγματική του διαπίστωση. Από τότε αφιέρωσε τη σκέψη του στη βελτίωση των συνθηκών του ποδοσφαίρου. «Για να αποφύγουν στο μέλλον οι άλλοι, αυτό που έπαθα κάποτε εγώ» εξηγεί.

Αμ έπος, αμ έργον. Ο Τζινκίνα έγινε ο διαπρύσιος κήρυκας μιας «μπάλας με ανθρώπινο πρόσωπο» και άρχισε να προτείνει κανόνες που ελαχιστοποιούν τα συστημικά λάθη του σημερινού ποδοσφαίρου και διευκολύνουν την ροή του παιχνιδιού.

Ο πρώτος από αυτούς είναι η μετατροπή του σχήματος του γηπέδου από τετράγωνο σε οκτάγωνο, έτσι που οι πορείες των παικτών να γίνουν πιο καμπυλωτές, και ως εκ τούτου λιγότερο επίπονες και επικίνδυνες ° ο δεύτερος, ο περιορισμός του συνωστισμού στον αγωνιστικό χώρο με την υποχρεωτική παραμονή των μισών παικτών μιας ομάδας στο δικό τους μισό γήπεδο, πίσω από τη γραμμή της σέντρας° ένας τρίτος, η «καθήλωση» πάλι των μισών των μισών εξ αυτών αποκλειστικά στη μεγάλη περιοχή° ένας τέταρτος, η δραστική μείωση των περιπτώσεων του οφσάιντ° ένας πέμπτος, η συνεχής επιτάχυνση της μπάλας εις βάρος της επιτάχυνσης των παικτών, και πάει λέγοντας.

Μεταρρύθμιση ως εξελικτική διαδικασία, με open end, ανοικτό τέλος. Ο Τζινκίνα επανιδρύει με τους νέους κανόνες του το παιχνίδι, που ονομάζει «Ποδόσφαιρο 2.0». Από αυτό θα μπορούσε να ακολουθήσει πάλι ένα εντελώς νέο «Ποδόσφαιρό 3.0», ένα «4.0», «5.0», και ο.κ., κατά infinit, ατέλειωτο τρόπο.

Το σύνθημα του είναι: «Απελευθέρωση της μπάλας» ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση των παικτών. Ο στόχος: Η διαπαιδαγώγηση τους στο fair play τόσο εντός όσο και εκτός του γηπέδου, έτσι ώστε στο τέλος να προκύψει μια απαλλαγμένη από βία κοινωνία. Ουτοπία; «Μάλλον πρακτική λύση» λέει. «Ουτοπία είναι μόνο για τους ανθρώπους, που δεν αντέχουν την ελευθερία».

Όλα είναι αληθινά και αυθεντικά στο ντοκιμαντέρ «Fotbal infinit» του ρουμάνου σκηνοθέτη Κορνέλιου Πορεμπόιου: Ο Λαουρέντιου Τζινκίνα, που εξιστορεί τις ποδοσφαιρικές του φαντασιώσεις, τα μέρη στα οποία τις ζει, οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν. Στην αυθεντικότητα αυτή ανήκουν και οι αποτυχίες. Ο επανιδρυτής του ποδοσφαίρου δεν βρίσκει πουθενά αναγνώριση, οι ειδικοί, οι επαγγελματίες προπονητές, τον περιφρονούν, οι γνωστοί του τον περιγελούν πίσω από την πλάτη του.

Βασλούι, σε ένα κλειστό γήπεδο της κοινότητας. Ο Τζινκίνα κατορθώνει επιτέλους να πείσει έναν προπονητή να δοκιμάσει τις θεωρίες του στην πράξη. Ο προπονητής κάνει ότι μπορεί προς χάρη του, το ίδιο και οι ποδοσφαιριστές. Το αποτέλεσμα – ένα φιάσκο: Αντί να επιταχύνεται η μπάλα, επιταχύνονται οι παίκτες. «Οι προτάσεις σου δεν έχουν καμιά πρακτική αξία, δεν βελτιώνουν, δυσκολεύουν μόνο το παιχνίδι» του φωνάζει στο τέλος κατάμουτρα ο προπονητής.

Ο Τζινκίνα χαμογελάει επιεικώς. Κι αντί να βάλει την ουρά στα σκέλη, επινοεί νέους κανόνες – έτσι που κατά την επόμενη εφαρμογή τους να πειστεί για την επαναστατική τους σημασία και ο τελευταίος άπιστος Θωμάς.

Ο ήρωας της ταινίας δεν είναι χαζοχαρούμενος. Το αντίθετο μάλιστα. Ως υπάλληλος σε μια υπηρεσία του δημαρχείου της γενέτειράς του κάνει μια εντελώς «κανονική» ζωή συμμεριζόμενος τις συνήθεις ιδέες και προκαταλήψεις των συμπολιτών του. Η μεταμόρφωσή του σε «ψώνιο» αρχίζει, όποτε σκέφτεται το ποδόσφαιρο. Σε τέτοια κατάσταση δεν διστάζει να συγκρίνει τον εαυτό του με τον Σούπερμαν και τον Σπάιντερμαν, υπενθυμίζοντας, ότι και αυτοί ήταν ο περίγελος εκείνων που τους όφειλαν την ζωή τους.

Όμως αυτή η φαινομενική παράκρουση αντισταθμίζεται από κάτι πιο σημαντικό: Ο Τζινκίνα συμμερίζεται προφανώς, είτε την γνωρίζει είτε όχι, την άποψη του γάλλου κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ, ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι απλό κλωτσοσκούφι, αλλά «σοβαρό παιχνίδι». Κι αυτό, επειδή παίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση των «μικρών» αντρών συμβάλλοντας στην ανάπτυξη, πρώτον, της αλληλεγγύης εντός της ομάδας, και, δεύτερον, του ανταγωνισμού εκτός αυτής – εναντίον των άλλων ομάδων. Με τέτοια εφόδια οι παίκτες γίνονται πραγματικοί «άντρες» τόσο στα γήπεδα, όσο και στα εργοστάσια, στα γραφεία και τα σαλόνια. Το ότι αυτή η «αντρικοποίηση» γίνεται τελικά εις βάρος των γυναικών είναι βέβαια άλλη ιστορία.

Το «Footbal infinit» είναι έτσι και ένας κλαυσίγελος infinit με έναν πρωταγωνιστή που έχει τουλάχιστον το ανάστημα και τη γοητεία ενός Δον Κιχώτη. Και δείχνει για μια άλλη φορά, ότι οι ταινίες που προβάλλονται στο Panorama και το Forum, τα δεύτερης και τρίτης διαλογής τμήματα της Berlinale, είναι συχνά καλύτερες από εκείνες στο διαγωνιστικό μέρος της.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.