Η δεξιά στροφή έφερε ακροδεξιά «πλημμύρα»

Αυτό που προκύπτει ως φόβος από τις ελληνικές εκλογές είναι ήδη πραγματικότητα στις ευρωπαϊκές χώρες

Οι Γερμανοί ακροδεξιοί της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) σημείωσαν την εβδομάδα που πέρασε την πρώτη νίκη τους σε τοπικό επίπεδο, αφού κατάφεραν να κερδίσουν την περιφέρεια Ζόνεμπεργκ στη Θουριγγία, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη επιρροή που έχουν στα εδάφη τής πάλαι ποτέ Ανατολικής Γερμανίας. Οι μειονότητες και οι πρόσφυγες αναμένεται να είναι ο κύριος στόχος της πολιτικής του νέου περιφερειάρχη Ρόμπερτ Στούλμαν, ενώ για την άνοδο των ακροδεξιών δεν είναι άμοιρη ευθυνών ούτε η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU), που συνεργάζεται στο τοπικό συμβούλιο με το AfD. Ετσι, συνεχίζεται η ανοδική τάση της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη, που τείνει να πάρει διαστάσεις λαίλαπας.

Νεοφασίστες και με τη βούλα

Οι ακροδεξιοί του AfD έχουν την… παραδοσιακή νεοφασιστική ατζέντα: στρέφονται κατά των μειονοτήτων, αρνούνται το ναζιστικό φαινόμενο, ενώ σαν κερασάκι στη ζοφερή τούρτα που σερβίρουν, η οποία ωστόσο φαίνεται ότι αρέσει σε ένα αξιοπρόσεκτα μεγάλο κομμάτι των πολιτών της Γερμανίας, τίθεται η λαϊκιστική και αυταρχική αναδιάρθρωση του κράτους.

Η «κανονικοποίηση» του AfD δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη, αφού μεγάλη ευθύνη γι’ αυτήν φέρει η παραδοσιακή Δεξιά της χώρας, κυρίως το CDU. Πέρα από τη ρητορική που υιοθέτησαν οι τοπικοί υποψήφιοι Χριστιανοδημοκράτες απέναντι στο ομοσπονδιακό κράτος και στους ακραιφνείς δεξιούς που κατεβάζει ως υποψήφιους στην περιοχή, το CDU συνεργάζεται στο περιφερειακό συμβούλιο με το AfD.

Πάντως, πολιτικοί σχολιαστές στη Γερμανία εντοπίζουν στη συγκέντρωση των κομμάτων γύρω από το πολιτικό κέντρο την απώλεια του παραδοσιακού χαρακτήρα των πολιτικών σχηματισμών. Η πρακτική των κυβερνητικών συνασπισμών στη Γερμανία έχει γίνει πλέον αναγκαία, αφού κανένα κόμμα –ούτε καν τα μεγάλα– δεν μπορεί να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ψήφους για να κυβερνήσει αυτοδύναμα.

Ετσι, οι «μεγάλοι συνασπισμοί» και οι «νερωμένες» πολιτικές που παράγουν αφήνουν ένα κενό στο ιδεολογικό τοπίο, ενώ προκύπτει μεγάλο έλλειμμα σε προοδευτικές προτάσεις για τα τρέχοντα προβλήματα, οι οποίες απαιτούνται ακόμη περισσότερο σε καιρούς κρίσης. Κατά συνέπεια, ανοίγει ένας ιδιότυπος φαύλος κύκλος και το κενό των απαιτούμενων προτάσεων καλύπτουν λαϊκιστικές και ξενοφοβικές φωνές, όπως του AfD, αυξάνοντας την επιρροή τους. Γεγονός που με τη σειρά του δυσχεραίνει τη συμφωνία για κυβερνήσεις συνασπισμού που να μην περιέχουν τα δύο μεγάλα κόμματα κ.ο.κ.

Η εδραίωση του AfD στην ανατολική Γερμανία έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ανόδου της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη: πολλαπλές κρίσεις που στρέφουν τους πολίτες σε συντηρητικά αφηγήματα και κόμματα, ασθενική απάντηση από τα κόμματα της κυβερνώσας Αριστεράς στη δίκαιη κατανομή των βαρών και μετατόπιση της παραδοσιακής Δεξιάς σε δεξιότερη, ακόμη και μισάνθρωπη ρητορική. Η οικονομική κρίση χτυπά και την πόρτα της Γερμανίας, που έχει μπει και επίσημα σε κύκλο ύφεσης, ενώ μια επιστροφή στη λιτότητα από το 2024, εξαιτίας της λήξης της ρήτρας διαφυγής, θα χτυπήσει δυσανάλογα τα μικρομεσαία αστικά στρώματα, δίνοντας αφορμή στους ακροδεξιούς να ξεδιπλώσουν ακόμη περισσότερο την ξενοφοβική τους ατζέντα.

Το AfD πάντως ερευνάται από τις μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας καθώς έχουν αποκαλυφθεί οι σχέσεις του με ακροδεξιούς εξτρεμιστές. Η νεολαία του, με το προσωνύμιο JA (ακρωνύμιο που προφέρεται όπως το «ναι» στα γερμανικά), είναι η πρώτη μετά τους ναζί οργάνωση στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας που έχει χαρακτηριστεί εξτρεμιστική. Το ακροδεξιό μόρφωμα τέθηκε υπό επίσημη παρακολούθηση από τις υπηρεσίες πληροφοριών το 2021.

Ακροδεξιά έξαρση

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι μια τάση που δεν δείχνει σημάδια επιβράδυνσης. Οι Αδερφοί της Ιταλίας, πολιτικοί επίγονοι του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος –ιδρύθηκαν το 1946 από τον… προσωπάρχη του Μουσολίνι Τζόρτζιο Αλμιράντε–, είναι κυρίαρχοι τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο στην Ιταλία. Μάλιστα, ορισμένα από τα πιο επιφανή μέλη τους έχουν νεοφασιστικές τάσεις: ο πρόεδρος της Γερουσίας Ινιάτσιο λα Ρούσα έχει ένα αγαλματίδιο του Ντούτσε στο σπίτι του, ενώ ακόμη και η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έχει επαινέσει τον Μουσολίνι ως έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 20ού αιώνα. Αν και η Μελόνι τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να εμφανιστεί σαν μετριοπαθής δεξιά πολιτικός, ο ιστορικός Ντέιβιντ Μπρόντερ στο βιβλίο του «Τα εγγόνια του Μουσολίνι: Φασισμός στη σύγχρονη Ιταλία» γράφει ότι η πολιτική των Αδερφών της Ιταλίας «παραμένει εμποτισμένη με τη φασιστική μυθολογία, τους τρόπους με τους οποίους μιλούν για το παρελθόν και τη θεώρηση της εθνικής ταυτότητας».

Οι ξενοφοβικές πολιτικές της Μελόνι για το μεταναστευτικό τείνουν να γίνουν «ευαγγέλιο» για την ευρωπαϊκή Δεξιά. Η αποτροπή των ταξιδιών μεταναστών που εγκαινίασε η Ιταλία με τη Λιβύη συνεχίζεται τώρα σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο με την Τυνησία. Παράλληλα, η αυστηροποίηση των κανονισμών για τους αιτούντες άσυλο έχει πλέον ευρωπαϊκή απήχηση, με τον έλεγχο στα σύνορα να έχει μετατραπεί από ιταλική πρωτοτυπία σε προμετωπίδα της προσφυγικής πολιτικής της ΕΕ.

Οπως είναι εύκολα κατανοητό, η δημόσια σφαίρα της Ιταλίας είχε από καιρό προετοιμαστεί για την άνοδο του μορφώματος της Μελόνι «κανονικοποιώντας» το ακροδεξιό αφήγημα. Τόσο ο πρόσφατα εκλιπών Σίλβιο Μπερλουσκόνι όσο και ο κυβερνητικός εταίρος της Ιταλίδας πρωθυπουργού Ματέο Σαλβίνι είχαν ξεσπάσει σε άκρως ξενοφοβικά παραληρήματα κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Βόρεια και ψυχρά

Μεγάλη επίσης είναι η στροφή σε χώρες όπου η σοσιαλδημοκρατία έχει ισχυρή παράδοση, όπως στη Σκανδιναβία. Στη Σουηδία κυβερνά ένας δεξιός συνασπισμός μετά τη Μαγκνταλένα Αντερσον, η οποία δεν μετέχει στην κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα κέρδισε τις περισσότερες ψήφους στις τελευταίες εκλογές, αφού δεν κατάφερε να πείσει τα άλλα αριστερά κόμματα να σχηματίσουν κυβερνητικό συνασπισμό. Μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας δεξιάς κυβέρνησης του Ουλφ Κρίστερσον ήταν η απέλαση ενός Κούρδου πολίτη στην Τουρκία προκειμένου η Αγκυρα να άρει το βέτο της για είσοδο της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Στα ανατολικά της Σουηδίας η κυβέρνηση του Πέτερι Ορπο στη Φινλανδία ήρθε αντιμέτωπη με δυσάρεστες εκπλήξεις από τους ακροδεξιούς ετέρους της, το Κόμμα των Φινλανδών. Ο υπουργός Οικονομικών Βίλχελμ Γιούνιλα παραιτήθηκε εξαιτίας φιλοναζιστικών σχολίων, ενώ και ο πρόεδρος της Βουλής Γιούσι Χάλααχο έχει ιστορικό με ρατσιστικές αναφορές.

Δεξιά Ιβηρική

Στην Ισπανία η πολυδιάσπαση της Αριστεράς και η φθορά του Σοσιαλιστικού Κόμματος του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ έχει δώσει αέρα στα πανιά τόσο του Λαϊκού Κόμματος του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, που σάρωσε στις περιφερειακές εκλογές του Μαΐου, όσο και του ακροδεξιού Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ. Η αρμονική σύμπλευση και συγκυβέρνηση Λαϊκού Κόμματος και Vox σε αρκετές περιφέρειες και δημοτικά συμβούλια μπορεί να δώσει μια πρόγευση του τι θα ακολουθήσει την επομένη των εκλογών της 23ης Ιουλίου, αν τα προγνωστικά επαληθευτούν και τα δύο κόμματα έχουν τις έδρες για να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Παράλληλα, στην Πορτογαλία το ακροδεξιό κόμμα Chega! (Αρκετά!), που πρόσκειται στην ακροδεξιά ευρωομάδα των Ταυτοτικών, έχει δώδεκα έδρες στο κοινοβούλιο, όμως δημοσκοπικά αποτελεί πλέον την τρίτη πολιτική δύναμη με 13,2%. Μια πρόσφατη έκθεση έδειξε ότι το κόμμα αυτό χρησιμοποιεί εμπρηστική ρητορική εναντίον της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ, των μειονοτήτων, των μεταναστών και του φεμινιστικού κινήματος, ενώ συχνά επικαλείται διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Ιδρύθηκε το 2019 και το καταστατικό του έχει απορριφθεί πολλές φορές από το Συνταγματικό Δικαστήριο εξαιτίας της συγκέντρωσης υπερβολικής εξουσίας στα χέρια του αρχηγού του Αντρέ Βεντούρα.

Στις δύο ακτές της Μάγχης

Στη Γαλλία παρατηρείται μια όλο και πιο μεγάλη κλίση προς τα δεξιά, παρά την αξιοπρεπή παρουσία της Αριστεράς, η οποία συνέπηξε μια εκλογική συμμαχία και στέκεται αρκετά καλά απέναντι στο ακραίο κέντρο του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Πέρα από τη Μαρίν Λεπέν, η οποία διεκδίκησε την είσοδό της στο Ελιζέ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017 και του 2022, ο Ερίκ Ζεμούρ έφερε την ακραία ρητορική πάλι σε πρώτο πλάνο, παρότι γόνος μεταναστών ο ίδιος. Στο κόμμα των Ρεπουμπλικανών, πολιτικό επίγονο του κόμματος του Ζακ Σιράκ και του Νικολά Σαρκοζί, αναδείχθηκε πρόσφατα επικεφαλής ο ακροδεξιός Ερίκ Σιοτί, ο οποίος προσπάθησε να εκβιάσει τον Μακρόν στο μεταναστευτικό νομοσχέδιο επιβάλλοντάς του όρους όπως ο τερματισμός του jus soli (δίκαιο του εδάφους, δηλαδή η χωρίς όρους απόκτηση ιθαγένειας στη χώρα της γέννησης) και ο διαχωρισμός οικογενειών που φτάνουν στη Γαλλία αν ήθελε τη βοήθειά του στην Εθνοσυνέλευση, στην οποία ο Μακρόν δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία.

Στην άλλη όχθη του στενού της Μάγχης, η Βρετανία έχει επίσης επηρεαστεί από την ηπειρωτική άνοδο της ακροδεξιάς, ειδικά στο μεταναστευτικό. Ο πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ προχώρησε το σχέδιο του προκατόχου του Μπόρις Τζόνσον για απέλαση των αφικνούμενων αιτούντων άσυλο στη Ρουάντα, ενώ μισθώνει φορτηγίδες στις οποίες θα διαμένουν νεαροί άντρες μέχρι να εξεταστεί η αίτηση ασύλου τους.

Στην καρδιά της Ευρώπης

Στην Αυστρία το «σκάνδαλο της Ιμπιζα» (βίντεο αποκάλυπτε τις υπόγειες συνδιαλλαγές του τότε πρόεδρου του κόμματος και αντικαγκελάριου Χάιντς-Κρίστιαν Στράχε με μια γυναίκα που παρουσιαζόταν σαν ανιψιά Ρώσου ολιγάρχη) είναι λες και δεν συνέβη ποτέ για το Κόμμα της Ελευθερίας (FPÖ), το οποίο όχι μόνο παίρνει κεφάλι σε τοπικές εκλογές, όπως οι πρόσφατες στο Σάλτσμπουργκ, αλλά έχει ξανακερδίσει την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις. Η επαναφορά ήρθε με την εργαλειοποίηση της αύξησης του πληθωρισμού και των τιμών ενέργειας, ενώ έχει εναντιωθεί σε όλους τους τομείς στους οποίους υπάρχει μια σχετική σύμπνοια μεταξύ των υπόλοιπων κομμάτων, είτε πρόκειται για τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας είτε την ανταπόκριση στην πανδημία. Μετά και τις αποκαλύψεις περί χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τον πρώην καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς, ο οποίος ανήκει στο Λαϊκό Κόμμα (ÖVP), το FPÖ φαντάζει σαν ο λιγότερος διεφθαρμένος πολιτικός σχηματισμός.

Προστάτες της κουλτούρας

Από τη λίστα των δεξιών ρευμάτων δεν μπορεί να λείψει η ανατολική Ευρώπη. Ο Βίκτορ Ορμπάν, άλλοτε «πουλέν» της φιλοευρωπαϊκής πτέρυγας της Ουγγαρίας, σήμερα είναι ένας από τους ήρωες της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, ενώ χαιρετίζεται ως ένας από τους μεγαλύτερους προστάτες του χριστιανισμού, της ευρωπαϊκής κουλτούρας και της παραδοσιακής οικογένειας.

Με πάνω από 13 χρόνια παρουσίας στο τιμόνι της χώρας, ο Ορμπάν έχει καταφέρει να μετατρέψει την Ουγγαρία σε τσιφλίκι του, έχοντας υπό τον άμεσο έλεγχό του κρατικές υπηρεσίες και ΜΜΕ.

Παρόμοια πορεία έχει και η Πολωνία, χωρίς όμως την επέλαση στους θεσμούς. Το κυβερνών κόμμα έχει τις ρίζες του στην αντικομμουνιστική αντιπολίτευση και την καθολική παράδοση, ενώ έχει χρησιμοποιήσει τα κρατικά Μέσα για κομματική προπαγάνδα. Με τον Γιάροσλαβ Καζίνσκι να κινεί τα νήματα παρασκηνιακά, έχει ρίξει τα δίχτυα του στις αγροτικές περιοχές, ενώ αντλεί μεγάλο μέρος της στήριξής του από την απόδοση επιδομάτων στις πολύτεκνες οικογένειες. Είναι αντίθετο στα δικαιώματα των γυναικών και της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ενώ συνεργάζεται στενά με την Καθολική Εκκλησία.

Ετικέτες