H ιστορία της καραντίνας – Από την πανούκλα στον Covid-19

H ιστορία της καραντίνας – Από την πανούκλα στον Covid-19

Το μέτρο της καραντίνας για τον περιορισμό της εξάπλωσης του Covid-19 μπορεί να φαντάζει εξωπραγματικό, πρωτόγνωρο ή ακόμα και υπερβολικό για την εποχή μας, συνιστά ωστόσο μια διαδεδομένη και αποτελεσματική πρακτική που για αιώνες χρησιμοποιήθηκε για τον περιορισμό της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών.

Προερχόμενη από την ιταλική λέξη «quarantena», που στη βενετσιάνικη διάλεκτο σημαίνει «σαράντα ημέρες», η καραντίνα δηλώνει την απομόνωση των υπόπτων για μολυσματικές ασθένειες για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα. 

Υπάρχουν διάφορες σύγχρονες εξηγήσεις για τον αριθμό, όπως οι βιβλικές 40 ημέρες που απαιτούνταν για τον τελετουργικό καθαρισμό ή η ιδέα του Ιπποκράτη ότι η 40ή ημέρα ήταν κρίσιμη κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας. Η απομόνωση ανθρώπων ή εμπορευμάτων για να αποτραπεί η μετάδοση ασθενειών, όπως η πρώτη επιδημία της βουβωνικής πανώλης ή η λέπρα ήταν γνωστή από την αρχαιότητα τόσο στην Ευρώπη όσο και την Ασία. Γύρω στο 1200 η Ευρώπη διέθετε 19.000 λεπροκομεία· τα 2.000 μόνο στη Γαλλία για την απομόνωση όσων έπασχαν από την ασθένεια. Συστηματική όμως καραντίνα εφαρμόστηκε από τον 14ο αιώνα κατά τη διάρκεια της πανδημίας πανώλης.

Η πιο πρόωρη γνωστή πρακτική της καραντίνας καθιερώθηκε το 1377 στο Αδριατικό λιμάνι της Ραγκούσα (σημερινό Ντουμπρόβνικ) μετά τη συμβουλή του παθολόγου της πόλης. Η Ραγκούσα, ανεξάρτητη από τη Βενετία από το 1358 και με εκτεταμένο εμπορικό δίκτυο στην ανατολική Μεσόγειο, υπέστη έξι επιδημίες πανούκλας μέσα σε 30 χρόνια. Ο νόμος της 27ης Ιουλίου 1377 προέβλεπε περίοδο απομόνωσης 30 ημερών και στόχευε να προστατεύσει την πόλη ενώ μόνο ελάχιστα παρενέβαινε στο εμπόριο. Εγκαταστάσεις «καθαρισμού» για όσους προέρχονταν από περιοχές για τις οποίες είχαν αναφερθεί κρούσματα πανούκλας παρασχέθηκαν στο νησί Mrkan και το λιμάνι Cavtat. Όταν η πανούκλα εμφανίστηκε ξανά στο Ντουμπρόβνικ το 1391 και το 1397, οι αρχές ενίσχυσαν τις πολιτικές τους και όρισαν υπεύθυνους αξιωματούχους. Η Μασσαλία έδωσε το δεύτερο γνωστό παράδειγμα το 1383. Οι αρχές εκεί επέλεξαν να ορίσουν την απομόνωση σε 40 ημέρες, οι οποίες έδωσαν στην καραντίνα και το όνομά της.

Η Γένοβα και η Βενετία ενδεχομένως είχαν παρόμοιες πρακτικές ήδη από το 1380, αν και τα στοιχεία είναι σαφή μόνο από τον 15ο αιώνα. Όταν ένα πλοίο εισερχόταν σε ένα λιμάνι, έμπαινε το ίδιο, το πλήρωμά του ή και το φορτίο του σε καραντίνα, αν προερχόταν από μια πόλη που πληττόταν από πανούκλα ή αν οι λιμενικές αρχές δεν εμπιστεύονταν τα πιστοποιητικά υγείας που παρουσίαζε ο καπετάνιος. Οι ναύτες που είχαν προσβληθεί αντιμετωπίζονταν όπως οι κάτοικοι της πόλης και το φορτίο υποβαλλόταν στον «καπνισμό» ή άλλο καθαρισμό ή καταστρεφόταν για να αποτραπεί η μετάδοση της ασθένειας. Η πρακτική αντανακλούσε τόσο τη θεωρία του μιάσματος, δεδομένου ότι ο καθαρισμός και η καραντίνα των ανθρώπων επρόκειτο να γίνει σε καθαρό, «αδιάφθορο» αέρα, όσο και την αόριστη αίσθηση της μετάδοσης, καθώς ήταν σημαντικό να απομονωθεί ο ύποπτος για ασθένεια από τον υγιή. Οι εγκαταστάσεις της καραντίνας ήταν κοντά στις πόλεις αλλά διαχωρίζονταν από την κανονική ανθρώπινη δραστηριότητα και τοποθετούνταν έξωθεν ή κατά μήκος των τειχών ή των περιφερειακών ορίων καθώς και σε νησιά που βρίσκονταν κοντά σε λιμενικές εγκαταστάσεις.

Παρόλο που ήταν αντίθετη με τα εμπορικά συμφέροντα, η πρακτική εξαπλώθηκε λόγω της αποτελεσματικότητάς της. Τον 16ο αιώνα στις πόλεις της νότιας Γερμανίας τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα έπρεπε να τεθούν σε καραντίνα για ένα έτος προκειμένου να αεριστούν, καθώς θεωρούσαν ότι ο κακός αέρας ή η βλαβερή ύλη κρυβόταν στην ύφανση, ενώ τα σκληρά και λεία αντικείμενα χρειάζονταν μόνο δύο εβδομάδες απομόνωσης. Άνθρωποι που δεν είχαν γνωστές επαφές με την πανούκλα έμπαιναν σε καραντίνα δύο εβδομάδων, ενώ αν είχαν εκτεθεί σε ασθένεια η καραντίνα αυξανόταν σε τέσσερις εβδομάδες ή και περισσότερο αν η επιδημία ήταν λοιμογόνος. Οι οδηγίες του Άγγλου βασιλιά Ερρίκου 8ου για την πανούκλα του 1543 όριζαν πλήρη απομόνωση 40 ημερών για εκείνους που είχαν επαφή με τα θύματα της πανούκλας. Το 1625, αξιωματούχοι του Δουβλίνου έχτισαν δύο ξύλινα σπίτια για καραντίνα κοντά στο λιμάνι. Οι επιβάτες έπρεπε να υποβληθούν σε καραντίνα 20 ημερών, ενώ τα ύποπτα εμπορεύματα απαιτούσαν 30 ημέρες αερισμό.

Οργάνωση θεσμική

Με την εδραίωση των περιφερειακών και εθνικών αρχών τον 16ο και 17ο αιώνα, η καραντίνα έγινε ένα αποτελεσματικό εργαλείο στον αγώνα για την αποφυγή της πανούκλας. Τα μέτρα συνδυάστηκαν με νομοθετήματα, υγειονομικά πιστοποιητικά και θέσπιση υγειονομικών ζωνών. Αν η καραντίνα εμπλεκόταν με το εμπόριο, τα μέτρα περιορίζονταν στο εισερχόμενο πλοίο, τον έμπορο και τους άμεσους πελάτες του. Το 1664, Ολλανδοί ναύτες που είχαν τεθεί σε καραντίνα στην Ανατολική Αγγλία εξεγέρθηκαν. Πιο συνηθισμένο όμως ήταν αυτοί που έμπαιναν σε καραντίνα να ξεγλιστρούν το βράδυ, να δωροδοκούν τις αρχές ή να κάνουν λαθρεμπόριο αγαθών. Όταν παραμόνευε η πανούκλα, το ιππικό της Δανίας περιπολούσε τις παραλίες της χώρας συλλαμβάνοντας Ολλανδούς λαθρεμπόρους, κατάσχοντας τα αγαθά τους και καίγοντας τα πλοία τους.

Εκεί όπου οι κεντρικές και τοπικές αρχές δεν ήταν οργανωμένες τα μέτρα της καραντίνας είχαν μικρή επίδραση καθώς μια σωστή καραντίνα απαιτούσε χώρους διαβίωσης, τρόφιμα και καύσιμα, τίμιους φρουρούς και αρχεία αφίξεων, φορτίων, θανάτων και αποδεσμεύσεων. Αυτοί που τελικά νοσούσαν χρειάζονταν ξεχωριστά διαμερίσματα, και αυτοί που αποδεσμεύονταν είχαν δικαίωμα σε όλα τα υπάρχοντά τους. Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες είχαν τους πόρους και τους θεσμούς για να οργανώσουν και να επιβάλουν την καραντίνα, ενώ η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχαν αυτό το πλεονέκτημα. Μερικά κράτη άργησαν να υιοθετήσουν μέτρα καραντίνας, όπως το Δουκάτο του Μπράουνσβαϊχ-Βόλφενμπουτελ που περίμενε μέχρι το 1680. Γερμανοί χωρίς πιστοποιητικά υγείας έμπαιναν σε καραντίνα οκτώ ημέρες ενώ όσοι προερχόταν από «μολυσμένες» περιοχές και τις 40 ημέρες. Οι χωρικοί ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν φυλασσόμενες καλύβες καραντίνας για όσους ταξίδεψαν σε περιοχές που μαστίζονταν από τις ασθένειες. Και έτσι η πρακτική εξαπλώθηκε. Η Κωνσταντινούπολη και η Τύνιδα χρησιμοποίησαν το μέτρο από τουλάχιστον το 1700, και το 1771 ακόμη και το Starodub στην Ουκρανία είχε σταθμό καραντίνας και καλύβες από άχυρο σε ένα απομακρυσμένο δάσος.

Το σύστημα της Αγγλίας έγινε πιο εξελιγμένο καθώς το εμπορικό δίκτυο της αυτοκρατορίας εξαπλωνόταν παγκόσμια. Σταδιακά θεσπίστηκαν όλο και πιο αυστηρά μέτρα καραντίνας με οριστικές απαγορεύσεις σε πλοία προερχόμενα από λιμάνια που ήταν γνωστό ότι είχαν πανούκλα. Το 1713, η μη συμμόρφωση τιμωρήθηκε με κατάσχεση και τη δεκαετία του 1720 με θάνατο. Με τη ρήτρα του νόμου «Περί εμπορίου από την Ανατολή» του 1752, τα πλοία που έφταναν στο Ηνωμένο Βασίλειο και προέρχονταν από μια χώρα όπου υπήρχε πανούκλα έπρεπε να επιστρέψουν στα Λαζαρέτα (λοιμοκαθαρτήρια) της Μάλτας, της Βενετίας, της Μεσσήνης, του Λιβόρνο, της Γένοβας ή της Μασσαλίας προκειμένου να ολοκληρώσουν την καραντίνα ή και να αερίσουν τα φορτία τους. Οι βρετανικοί κανονισμοί εφαρμόζονταν με ιδιαίτερη αυστηρότητα κατά τη διάρκεια των επιδημιών κίτρινου πυρετού, πανούκλας και χολέρας.

Κατά τον 19ο αιώνα

Στη σύγχρονη ιστορία μέτρα καραντίνας εφαρμόστηκαν σε αστικές περιοχές κατά τη διάρκεια των επιδημιών στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η επιδημία κίτρινου πυρετού το 1783 στη Φιλαδέλφεια, τότε πρωτεύουσα των ΗΠΑ. Η πόλη έχτισε ένα εκτεταμένο σταθμό καραντίνας (Λαζαρέτο) κατά μήκος του ποταμού Ντέλαγουερ γύρω στα 10 μίλια (περί τα 16 χλμ.) μακριά από την πόλη. Το παράδειγμα αυτό ακολούθησαν και άλλες αμερικανικές πόλεις. Το 1893 το Κογκρέσο των ΗΠΑ ψήφισε τον «εθνικό νόμο για την καραντίνα», που κωδικοποίησε τα πρότυπα για την ιατρική επιθεώρηση των μεταναστών, των πλοίων και των φορτίων τους.

Οι κυβερνήσεις προχώρησαν στη θέσπιση υγειονομικών ζωνών ως ένα περιοριστικό μέτρο για τον έλεγχο της κίνησης των ατόμων από και προς τις μολυσμένες κοινότητες. Τον Μάρτιο του 1900 μετά τον θάνατο ενός ιδιοκτήτη ξυλουργείου από βουβωνική πανώλη στην Τσάιναταουν του Σαν Φρανσίσκο, οι αρχές απομόνωσαν 15 τετράγωνα και έκλεισαν όλα τα καταστήματα που ανήκαν σε μη λευκούς, μέτρο που αργότερα καταδικάστηκε ως ρατσιστικό. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας της ισπανικής γρίπης το 1918 κάποιες κοινότητες έλαβαν μέτρα κοινωνικής απομόνωσης γνωστής και ως «αντεστραμμένης καραντίνας», για να εμποδίζουν όσους είχαν προσβληθεί να μεταφέρουν τον τον ιό της γρίπης στους υγιείς πληθυσμούς της κοινότητας. Το 1916, όταν μια επιδημία πολιομυελίτιδας χτύπησε κατοίκους της Νέας Υόρκης, οι αρχές άρχισαν να χωρίζουν βίαια τα παιδιά από τους γονείς τους και να τα θέτουν σε καραντίνα. Οι πλούσιοι γονείς, εντούτοις, μπόρεσαν να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι εάν παρείχαν χωριστό δωμάτιο και ιατρική περίθαλψη. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι αμερικανικές αρχές φυλάκισαν περισσότερες από 30.000 πόρνες σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την εξάπλωση των αφροδισίων νοσημάτων.

Διεθνείς υγειονομικές συνδιασκέψεις από το 1852 έως το 1927 δέσμευσαν τις εθνικές κυβερνήσεις σε μια ελάχιστη κοινή πρακτική σχετικά με τους επιβαλλόμενους περιορισμούς σε περιπτώσεις επιδημιών. Ανάμεσα στις αποφάσεις που λήφθηκαν ήταν η αποδοχή του διαστήματος των 10 ημερών ως ελάχιστη καραντίνα, η ειδοποίηση άλλων κυβερνήσεων για την ύπαρξη πανούκλας και η λήψη μέτρων για τον περιορισμό της επιδημίας. Οι κυβερνήσεις έκτοτε θέσπισαν νομοθετικά μέτρα και ειδικούς οργανισμούς διαχείρισης κρίσεων δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με διακήρυξη του ΟΗΕ το 1984 οι περιορισμοί στα ανθρώπινα δικαιώματα από την επιβολή καραντίνας θα έπρεπε να πληρούν κριτήρια νομιμότητας, αναγκαιότητας με βάση συγκεκριμένα επιστημονικά στοιχεία, αναλογικότητας και σταδιακής εφαρμογής. Ο ΟΗΕ σημείωνε ότι η δημόσια υγεία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως λόγος περιορισμού ορισμένων δικαιωμάτων εάν το κράτος έπρεπε να λάβει μέτρα «με στόχο την πρόληψη ασθενειών ή τραυματισμών ή την παροχή φροντίδας σε ασθενείς και τραυματίες». Οι περιορισμοί των δικαιωμάτων (όπως η καραντίνα) έπρεπε να είναι «απολύτως απαραίτητοι».

Βιβλιογραφία

· Barnes, David S. “Cargo, “Infection,” and the Logic of Quarantine in the Nineteenth Century.” Bulletin of the History of Medicine 88, no. 1 (2014): 75-101. Accessed March 20, 2020. doi:10.2307/26308892.

· Christensen, Peter. “Appearance and Disappearance of the Plague: Still a Puzzle?” In Living with the Black Death, edited by Lars Bisgaard and Leif Søndergaard (Odense: University Press of Southern Denmark, 2009), 10–21.

· Gostin Lawrence O. (εκδ.) Public Health Law and Ethics: A Reader, Berkeley: University of California Press, 2002

· Kraut Alan M., Silent Travelers: Germs, Genes, and the “Immigrant Menace”, New York: Basic Books, 1994

· Sehdev, P. S. “The Origin of Quarantine.” Clinical Infectious Diseases 35 (2002): 1071–1072.

· Slack, Paul. The Impact of Plague in Tudor and Stuart England. New York: Oxford University Press, 1990.

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter