Η μουγκή διαπραγμάτευση Σαμαρά – ΝΔ για ιθαγένεια και γλώσσα

Η εικόνα του σκληρού και ανυποχώρητου πατριώτη την οποία θέλει να εμφανίζει ο Αντώνης Σαμαράς δεν καταρρακώνεται μόνο από τις διηγήσεις όσων τον έζησαν στις συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών της τότε ΕΟΚ με θέμα το μακεδονικό και οι οποίοι τον περιγράφουν ως έναν νεαρό που έκλαιγε χωρίς επιχειρήματα. 

Ισοπεδώνεται από όσα έχουν καταγραφεί κατά τις επίσημες διαδικασίες που αφορούσαν το εθνικό θέμα με πρωταγωνιστή τον τότε υπουργό Εξωτερικών.

Ο Σαμαράς δεν είναι μόνο αυτός που πρώτος έβαλε την υπογραφή του σε επίσημο έγγραφο το οποίο κατέγραφε την πΓΔΜ ως νεοσύστατη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Οπως αποκαλύπτει σήμερα το Documento, o Αντ. Σαμαράς στη διαπραγμάτευση που έκανε το 1991 και 1992 ως ΥΠΕΞ για τις αλλαγές που πρέπει να υπάρξουν στο σύνταγμα της γειτονικής χώρας προκειμένου να επέλθει συμφωνία δεν είχε θέσει κανένα θέμα για τη μακεδονική γλώσσα και τη μακεδονική ιθαγένεια, για τις οποίες υπάρχουν σαφείς αναφορές. Φαίνεται ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, κατά την ομιλία του στη Βουλή το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, κατέθεσε τμήμα απόρρητων εγγράφων που επιβεβαιώνουν πως ο Σαμαράς δεν θεωρούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης τα θέματα αυτά. Η μοναδική ουσιαστική διαφωνία της ελληνικής πλευράς και του τότε υπουργού ήταν η ονομασία. Στη συνέχεια όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, και φυσικά εκείνη του Κώστα Καραμανλή, είχαν διαπραγματευτεί για σύνθετη ονομασία (με τον όρο «Μακεδονία»), αλλά προσέκρουαν στην αδιαλλαξία της τότε κυβέρνησης της πΓΔΜ. Συνεπώς τόσο η επιχειρηματολογία του Αντ. Σαμαρά περί της εθνικής του στάσης όσο και αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη που εμφανίζεται να διαφωνεί με τη μακεδονική γλώσσα και την ιθαγένεια –την εμφανίζει μάλιστα ως εθνικότητα– είναι απολύτως υποκριτικές. Η ΝΔ ουδέποτε, ούτε καν την εποχή της σκληρής διαπραγμάτευσης για το όνομα, έθετε ζήτημα να αλλάξει το σύνταγμα της πΓΔΜ σε όσα αναφέρει για τα δύο σημεία τα οποία τώρα παρουσιάζει ως δείγματα προδοσίας.

Μετά την αυτοανακήρυξη των αυτόνομων Δημοκρατιών της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας το 1991 ο Αντώνης Σαμαράς συναίνεσε ως υπουργός Εξωτερικών στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, το έκανε χωρίς να θέσει κανέναν από τους όρους που ο ίδιος ως πρωθυπουργός τού είχε γνωστοποιήσει, όπως για παράδειγμα το πώς θα ονομάζεται η πΓΔΜ. Η στάση του Σαμαρά, σύμφωνα πάντα με τον πατέρα του Κυριάκου Μητσοτάκη, έδωσε τη δυνατότητα στην πΓΔΜ να αυτοαποκαλείται Μακεδονία.

Η Ελλάδα αργοπορημένα άρχισε να διαμαρτύρεται ως μέλος της ΕΕ για την ονομασία. Το 1992 ο υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας Ζοάο ντε Ντέους Πινέιρο, ως προεδρεύων στο Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών της τότε ΕΟΚ, εμφανίζεται επικεφαλής μιας πρωτοβουλίας (έγινε γνωστή ως «πακέτο Πινέιρο») για εξεύρεση λύσης που θα ικανοποιούσε την Ελλάδα ως κράτος-μέλος. Το «πακέτο» περιείχε τη λήψη σειράς οικονομικών μέτρων υπέρ των δύο χωρών και τη διευθέτηση με κοινή συναίνεση προβλημάτων που δημιουργούσε η ονομασία και άλλες αναφορές στο σύνταγμα της πΓΔΜ.

Τότε δεν υπήρχε μία Μακεδονία και ελληνική

Τον Μάρτιο του 1992 το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών με επικεφαλής τον Σαμαρά καταθέτει στην ομάδα εργασίας του Πινέιρο ένα υπόμνημα στο οποίο καταγράφονται τα σημεία με τα οποία διαφωνεί η Ελλάδα αλλά και τις προτάσεις τις οποίες κάνει. Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές των διαπραγματευτών εκείνης της εποχής, ο Σαμαράς δεν ανέφερε ποτέ ούτε τη γλώσσα ούτε και την ιθαγένεια (ή εθνότητα όπως λέει σήμερα) ως κάτι προβληματικό.

Στα επίσημα πρακτικά των διαπραγματεύσεων με την ομάδα Πινέιρο φαίνεται ότι ο Σαμαράς στο υπόμνημά του εμφανίζεται να προτείνει, όπως είναι φυσικό, την αλλαγή της ονομασίας.

Γράφει το υπόμνημα: «Ονομασία της Δημοκρατίας. Δεν θα πρέπει (το Σύνταγμα) να περιλαμβάνει καμία αναφορά στο μακεδονικό όνομα. Στην αρχαιότητα η περιοχή περιλαμβανόταν κυρίως στο Βασίλειο της Παιονίας. Τον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η διοικητική περιφέρεια γνωστή ως σαντζάκι των Σκοπίων. Στη διάρκεια της εξέγερσης του 1903, ονομάστηκε Δημοκρατία του Κρουσόβου. Μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, ονομάστηκε Μπανόβινα του Βαρδάρη η οποία ήταν διοικητική περιοχή της Γιουγκοσλαβίας… Αναφορές στην “κρατική υπόσταση-νομικές παραδόσεις της Δημοκρατίας του Κρουσόβου και τις ιστορικές αποφάσεις της Αντιφασιστικής Συνέλευσης της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας, πρέπει να διαγραφούν”…».

Προτείνει επίσης την αλλαγή του άρθρου 49, στο οποίο υπάρχουν αναφορές σε μειονότητα. Συγκεκριμένα, καταθέτει την πρόταση: «Διαγραφή της αναφοράς σε “μέλη του μακεδονικού λαού σε γειτονικές χώρες” διότι θα διαιωνίσει τις τριβές και παρεξηγήσεις τόσο εντός της Δημοκρατίας όσο και στην περιοχή». Δηλαδή στη διόρθωση που προτείνεται δεν τον ενοχλεί ο προσδιορισμός «μακεδονικός λαός», αλλά ότι αυτός ο λαός υπάρχει σε γειτονικές χώρες.

Στη συνέχεια προτείνει να ποινικοποιηθεί η «εχθρική προπαγάνδα» η οποία μπορεί να βλάψει τις σχέσεις της Δημοκρατίας με άλλα κράτη. Στο ίδιο άρθρο προτείνει: «Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας θα πρέπει να αναγνωρίσει το ιστορικό γεγονός ότι η εθνολογική σύνθεση της ελληνικής Μακεδονίας έχει αλλάξει ριζικά ως αποτέλεσμα πολέμων, μεταφοράς πληθυσμών και μεταναστεύσεων και ότι, κατά συνέπεια, κανένας ισχυρισμός για ύπαρξη σλαβικής μειονότητας στην Ελλάδα δεν είναι βάσιμος σήμερα».

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ο… σκληρός Σαμαράς εκείνης της περιόδου μιλάει για την «ελληνική Μακεδονία» η οποία δεν έχει Σλάβους, κάτι το οποίο προφανώς σημαίνει ότι υπάρχει και άλλη Μακεδονία με Σλάβους. Η επίσημη άποψη εκείνης της εποχής δεν έχει καμία σχέση με το «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική» που εκστόμισε τώρα στην ελληνική Βουλή, αλλάζοντας μάλιστα με τον τρόπο αυτό την επίσημη θέση της ΝΔ.

Το υπόμνημα τελειώνει με προτάσεις σειράς μέτρων οικονομικής στήριξης της πΓΔΜ από την Ελλάδα, ως αντάλλαγμα προφανώς για τις συνταγματικές αλλαγές.

Σε δημοσίευμα του «Βήματος» της 5ης Απριλίου αναφέρεται ότι ο υπουργός Εξωτερικών θεωρεί μείζον θέμα την ονομασία, ως «υπόστρωμα του αλυτρωτισμού των Σκοπίων»

Ο Σαμαράς δεν είχε πρόβλημα με γλώσσα και ιθαγένεια

Στην τότε... σκληρή διαπραγμάτευση δεν έμπαινε ζήτημα αλλαγών των άρθρων 4 και 7 του Συντάγματος της πΓΔΜ, για τη μακεδονική ιθαγένεια και τη μακεδονική γλώσσα αντίστοιχα, που τώρα έχουν γίνει σημαία για τον Σαμαρά, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ.

Ο Σαμαράς δεν εμφανίζει καμία ελληνική απαίτηση να αλλάξει το σύνταγμα της πΓΔΜ σε δύο άλλα άρθρα που αφορούν τη γλώσσα και πώς ονομάζονται οι κάτοικοι. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 του συντάγματος της τότε νεοσύστατης Δημοκρατίας αναφέρεται ότι «οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας έχουν υπηκοότητα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Το άρθρο 4 δεν ενοχλεί τον Σαμαρά.

Το ίδιο συμβαίνει και με το άρθρο 7, το οποίο αναφέρει ότι «η μακεδονική γλώσσα, η οποία γράφεται με κυριλλικό αλφάβητο, είναι η επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Στο υπόμνημα δεν διατυπώνεται καμιά ένσταση της ελληνικής πλευράς για τη γλώσσα.

Τα δύο θέματα, που σύμφωνα με τον Αντ. Σαμαρά και τον Κυρ. Μητσοτάκη είναι θεμελιώδη και αφορούν τη γλώσσα και την ιθαγένεια, δεν μπήκαν σε καμία διαπραγμάτευση ούτε μετέπειτα. Το 2008 σε όλες τις συναντήσεις με ξένους παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους και της πΓΔΜ, όπως φαίνεται από τα τηλεγραφήματα που δημοσιεύουμε σήμερα (βλέπε σελ. 8-9) η ελληνική ανησυχία αφορά το όνομα, για το οποίο η πρόταση ήταν να είναι σύνθετο. Μάλιστα η Ντόρα Μπακογιάννη λέει στον Αμερικανό πρεσβευτή ότι δεν είναι και τόσο απαραίτητη η αλλαγή του συντάγματος της πΓΔΜ.

Την 1η Απριλίου 1992, σε συνάντησή του με τον Πινέιρο, ο Σαμαράς απέρριψε το όνομα «Νέα Μακεδονία» για την πΓΔΜ. Στις 13 Απριλίου αποπέμφθηκε από ΥΠΕΞ ύστερα από επεισοδιακή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος μίλησε απαξιωτικά για τον νεαρό υπουργό.

Οι ψηφοφόροι της ΝΔ για καιρό αποκαλούσαν προδότη τον Αντ. Σαμαρά, αλλά η αλήθεια είναι ότι κράτησε σε ομηρία τον πολιτικό του χώρο. Ο Κων. Μητσοτάκης αρκετές φορές εξομολογήθηκε πως δεν τόλμησε τη λύση της διπλής ονομασίας επειδή φοβόταν την πτώση της κυβέρνησής του, την οποία ωστόσο δεν απέφυγε.

Σε συνέντευξή του τον Δεκέμβριο του 2007 στην «Καθημερινή» ο Πινέιρο είπε για εκείνη την πρόταση και τον Μητσοτάκη: «Αρχικά ήταν υπέρ της λύσης αυτής. Ο λόγος που τελικά δεν τη δέχθηκε ήταν αποκλειστικά ότι ήταν πεπεισμένος πως δεν θα τον στήριζε η πλειοψηφία στη Βουλή, φοβήθηκε ότι θα έπεφτε η κυβέρνηση, άλλωστε είχε πολύ μικρή πλειοψηφία».

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.