ΗΠΑ vs Κίνα: «Είναι μάχη γοήτρου που δεν συμφέρει κανέναν»

Κλιμακώνεται ο πόλεμος δασμών που μαίνεται μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. «Η Κίνα αντιτίθεται στις χώρες που επιβάλλουν μονομερείς κυρώσεις στις κινεζικές εταιρείες και θα αναλάβει δράση» ανακοίνωσε το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών. 

Ηταν τα ανταποδοτικά πυρά σε ανακοίνωση του Λευκού Οίκου που φωτογράφιζε, χωρίς να κατονομάζει, τον τηλεπικοινωνιακό κολοσσό Huawei λέγοντας ότι «λαμβάνονται μέτρα για την προστασία των ΗΠΑ από ξένους αντιπάλους, οι οποίοι δημιουργούν και εκμεταλλεύονται ενεργά όλο και περισσότερο τα τρωτά σημεία των υποδομών και των υπηρεσιών τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών».

Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προχωράει τώρα και σε αποκλεισμό κινεζικών εταιρειών από την αμερικανική αγορά για να προστατεύσει την αμερικανική βιομηχανία, όπως ισχυρίζεται, από την επιθετική εξαγωγική πολιτική των κόκκινων καπιταλιστών του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ.

Το Documento ζήτησε την άποψη του Δημήτρη Ραπίδη, ειδικού σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής και συντονιστή του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ (EPF), ο οποίος εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο συνομιλητής μας εκτιμά ότι πρόκειται για μάχη γοήτρου στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορικού ανταγωνισμού και για μια προσπάθεια των ΗΠΑ να ανακόψουν το τεραστίων διαστάσεων κινεζικό εμπορικό πρόγραμμα γνωστό ως «ο νέος δρόμος του μεταξιού».

Πού μπορεί να φτάσει αυτή η διαμάχη, ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας;

Νομίζω ότι ήδη έχει φτάσει σε πολύ υψηλό σημείο. Αν δούμε τα ποσά των δασμών, τις κυρώσεις, το εύρος των προϊόντων των οποίων η εξαγωγή και η εισαγωγή ουσιαστικά εμποδίζονται, και από τους Κινέζους και από τους Αμερικανούς, έχω την αίσθηση ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά.

Αυτό το μεγάλο εμπορικό παιχνίδι γεωπολιτικά δεν συμφέρει κανέναν, ούτε τη μία πλευρά ούτε την άλλη. Είναι μάχη γοήτρου και εντυπώσεων για τις δύο αυτές υπερδυνάμεις. Αλλά κρίνοντας από το γεγονός ότι ήδη σημειώ νονται κάποιες συνέπειες και ήδη έχει αρχίσει να κοστίζει αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια σε εταιρείες και των δύο χωρών, νομίζω ότι θα βρεθεί κάποια συμβιβαστική λύση μέσα στους επόμενους μήνες, ίσως έως τα Χριστούγεννα του 2019. Να μην ξεχνάμε ότι τότε αρχίζει η προεκλογική περίοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ο πρόεδρος Τραμπ δεν μπορεί να αρχίσει την κούρσα των εκλογών, όπως λέγεται, έχοντας μεγάλες εταιρείες με οικονομικές απώλειες λόγω αυτής της πολιτικής.

Γιατί άρχισε ο πόλεμος; Ποια είναι η ουσία της διαφοράς των δύο χωρών;

Εχει να κάνει με τον στρατηγικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο πλευρές. Κυρίως με τον νέο «δρόμο του μεταξιού», αυτό το υπερπρόγραμμα που έχει εξαγγείλει η Κίνα και θέλουν να εμποδίσουν οι ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα εμπορικό που αφορά τη διάθεση κινεζικών προϊόντων, το οποίο καλύπτει την Ασία και τη Μέση Ανατολή και φτάνει στην Ευρώπη και την Αφρική. Το θέμα είναι πώς θα ξαναμοιραστεί η παγκόσμια οικονομική πίτα και ποιος από τους δύο θα καταφέρει να επιβληθεί, να προωθήσει τις δικές του εταιρείες και τελικά να επικρατήσει στο αρκετά ευμετάβλητο σήμερα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Τι σημαίνει αυτή η σύγκρουση ξεχωριστά για καθεμία από τις δύο χώρες;

Αν δούμε το ύψος των δασμών, τα ποσά με βάση την οικονομική δυνατότητα και το ΑΕΠ των χωρών και τις εμπορικές δραστηριότητες που έχουν και οι δύο συνολικά αλλά και η καθεμία ξεχωριστά, δεν είναι πάρα πολύ ψηλά. Συγκεκριμένα οι Κινέζοι έχουν ανακοινώσει ότι από την 1η Ιουνίου θα επιβάλουν φορολογία 20% έως 25% σε χιλιάδες αμερικανικά προϊόντα. Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Κίνα με το οικονομικό μοντέλο που προωθεί θέλει να μειώνει διαρκώς το κόστος εργασίας και να πολλαπλασιάζει τα οφέλη για τις εταιρείες. Αντίστοιχος είναι και ο στόχος των ΗΠΑ διαχρονικά, όχι μόνο τώρα επί Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση εκείνοι που χάνουν είναι οι εργαζόμενοι και στις δύο χώρες αλλά και σε ενδιάμεσες περιοχές. Διότι για να αντεπεξέλθουν στους δασμούς και να έχουν ανταγωνιστικά προϊόντα, καθώς αυξάνεται το επενδυτικό ρίσκο, συμπιέζουν τις αμοιβές των εργαζομένων. Από τον ανταγωνισμό των δύο γιγάντων εκείνοι που βρίσκονται μεταξύ σφύρας και άκμονος είναι οι εργαζόμενοι, κυρίως των μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις για την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ενωση;

Καταρχάς να πούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει ενιαία πολιτική θέση στο θέμα αυτό, όπως δεν έχει και σε όλα τα γεωπολιτικά ζητήματα που την αφορούν, είτε είναι εμπορικής και οικονομικής φύσης είτε πολιτικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος στη Συρία. Η ανησυχία προέρχεται κυρίως από τις δύο μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Επειδή οι εμπορικοί δασμοί αυξάνονται και κατά συνέπεια λιγότερα αγαθά διακινούνται ανά τον κόσμο, αυτό που βλέπουν ως πρόβλημα Γάλλοι και Γερμανοί είναι ότι περιορίζεται η δική τους επιρροή. Πιέζονται και αυτοί να πάνε σε αυτό τον εμπορικό πόλεμο. Δυσκολεύονται να διανείμουν γαλλικά και γερμανικά προϊόντα στις ΗΠΑ και στην Κίνα αλλά και σε άλλες οικονομίες όπου υπάρχει ανταγωνιστικό περιβάλλον. Επίσης, φοβούνται ότι αυτή η ιστορία μπορεί να μειώσει τις επενδύσεις Κινέζων και Αμερικανών στις χώρες τους και κατά συνέπεια να χαθούν θέσεις εργασίας. Γι’ αυτό το Παρίσι και το Βερολίνο καλούν την Ευρώπη σε εγρήγορση. Αν συνεχιστεί αυτός ο πόλεμος, η Ευρώπη θα πρέπει επιτέλους να πάρει θέση. Ή τουλάχιστον να πιέσει και τις δύο πλευρές να βρουν μια συμβιβαστική λύση.

Μπορεί να υπάρξουν συνέπειες στην οικονομία της Ελλάδας;

Νομίζω ότι δεν θα προλάβει να την επηρεάσει καθώς αναμένεται αποκλιμάκωση. Αν όμως προκύψει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα, το πρώτο που μπορεί να δούμε, και μάλλον δεν θα έχει άμεσες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, θα είναι ίσως κάποιος περιορισμός της επενδυτικής και εμπορικής κινητικότητας των Κινέζων. Ομως είναι τόσο μεγάλα τα ποσά που διακινούνται παγκοσμίως, που το δικό μας μικρό κομματάκι στην πίτα δεν θα φανεί καθόλου, διότι έχουμε πολύ μικρό μερίδιο στην αγορά σε σχέση με άλλες χώρες οι οποίες ανησυχούν πολύ περισσότερο από εμάς.

«Τους χωρίζει η φτηνή και υψηλής ποιότητας τεχνολογία»

Ανήσυχος εμφανίζεται ο ιστορικός Λάμπρος Φλιτούρης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. «Στο επίπεδο που οι σχέσεις δυο κορυφαίων δυνάμεων στον κόσμο, όπως είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, βρίσκονται σε αυτό το στάδιο, εκείνο που οφείλει να κάνει η παγκόσμια κοινότητα διαμέσου των θεσμών της είναι να διαμεσολαβήσει ώστε να επικρατήσει σύνεση και ύφεση. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά σε οικονομικό. Και αυτό τον πόλεμο μεταξύ των δύο κρατών στο τέλος θα τον πληρώσουν οι υπόλοιποι λαοί του κόσμου που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συρθούν να επιλέξουν οικονομικές συμμαχίες. Εάν δεν διαμεσολαβήσουν οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου ή ο ΟΗΕ, θα υπάρξει κλιμάκωση του οικονομικού και τεχνολογικού πολέμου με απρόβλεπτες διαστάσεις στην τρέχουσα οικονομία» λέει μιλώντας στο Documento.

Η απρόβλεπτη διπλωματία του Τραμπ

«Υπάρχει ένα νέο στοιχείο στην παγκόσμια διπλωματία: η απρόβλεπτη διπλωματία του Ντόναλντ Τραμπ. Οι μελετητές κάνουν σύγκριση της σημερινής κρίσης με αυτήν που είχε ξεσπάσει το 2002 στις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών. Εκείνη την εποχή ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο νεότερος είχε επιβάλει αύξηση φόρων κατά 30% στη σιδηρουργία που είναι αναγκαία για τις αμερικανικές βιομηχανίες, γεγονός που είχε προκαλέσει και την αντίδραση της Κίνας και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Αυτή η σύγκρουση είχε αναγκάσει τότε την Ευρωπαϊκή Ενωση να παίξει μεσολαβητικό ρόλο. Κάτι τέτοιο σήμερα δεν έχει καν αρχίσει, διότι φαίνεται ότι δεν θα καταλήξει πουθενά» τονίζει ο κ. Φλιτούρης.

Η Κίνα από την πλευρά της έχει συνειδητοποιήσει, ειδικά από το 2.000 και μετά, ότι «το μεγάλο της όπλο δεν είναι πλέον μόνο το φτηνό εργατικό δυναμικό αλλά η φτηνή και ταυτόχρονα υψηλής ποιότητας τεχνολογία». Εδώ βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση, κατά τον συνομιλητή μας.

«Αυτό που είχαν πετύχει οι δυτικοί εναντίον της Κίνας σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο ήταν να τη δαιμονοποιούν, και εξαιτίας του κομμουνιστή προέδρου της Μάο Τσετούνγκ και εξαιτίας της πληθυσμιακής ανάπτυξης που είχε η χώρα. Μετά το ’70, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις με το άνοιγμα του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον και την αποδοχή του Μάο, οι σχέσεις των δύο χωρών θα γνωρίσουν διάφορες διακυμάνσεις. Μετά το 2000, όταν πια έχει αρχίσει να φαίνεται η δύναμη της Κίνας, οι σχέσεις δεν είναι πλέον ισότιμες αλλά σχέσεις καχυποψίας. Και η ασιατική χώρα γίνεται ο υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλος των ΗΠΑ» καταλήγει.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.