Ιρλανδία: Μια χώρα με ανοιχτές πληγές

Στις 30 Ιανουαρίου 1972 Βρετανοί στρατιώτες δολοφόνησαν 13 άοπλους πολίτες στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας. Εκείνη την Κυριακή είχε οργανωθεί μια μεγαλειώδης πορεία από την Ενωση Κοινωνικών Δικαιωμάτων ενάντια στην απόφαση του Λονδίνου να επιβάλει ποινές φυλάκισης χωρίς κατηγορητήριο και διενέργεια δίκης για όσους υπήρχε υπόνοια ότι μπορεί να εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στη δράση του IRA, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού.

Η σφαγή πραγματοποιήθηκε μέσα σε μισή ώρα λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα, ενώπιον χιλιάδων πολιτών και ανταποκριτών διεθνών μέσων ενημέρωσης.

Το 2010, μετά τη δημοσίευση σχετικής έκθεσης για τα γεγονότα εκείνης της ημέρας από τον δικαστή λόρδο Μαρκ Σάβιλ –η οποία άργησε 38 χρόνια…–, ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον ζήτησε δημόσια συγγνώμη εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, υπογραμμίζοντας ότι ο θάνατος των ανθρώπων ήταν αδικαιολόγητος. Ωστόσο στην έκθεση δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στις καταδικαστέες ενέργειες των βρετανικών δυνάμεων ούτε περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το ποιος έδωσε την εντολή για να ανοίξουν πυρ οι στρατιώτες εναντίον των πολιτών.

«Πολιτικοί κατηγορούσαν επί δεκαετίες τους στρατιώτες ότι έλαβαν λάθος αποφάσεις, λες και εκείνοι ήταν υπεύθυνοι να αποφασίσουν τι θα γίνει, σε ποιες ενέργειες θα προέβαιναν. Μάλιστα πολλοί στρατιώτες παραδέχτηκαν ότι έκαναν λάθος που άνοιξαν πυρ, παρά τις άνωθεν εντολές, εντούτοις κανείς δεν έχει αναλάβει δημόσια την ευθύνη για ό,τι έγινε εκείνη την ημέρα» τονίζει στο Documento o Λίαμ Ντόχερτι, ένας από τους χιλιάδες πολίτες που συμμετείχαν σε εκείνη την πορεία, ο οποίος κρύφτηκε μαζί με φίλους του σε μια παμπ για να αποφύγει τα πυρά. «Ηταν συγκλονιστικές στιγμές. Μας φάνηκαν αιώνες ενώ ήταν λίγη η ώρα. Ακόμη και τώρα που το λέω νιώθω ταραχή» μας εξομολογείται με τρεμάμενη φωνή. «Πενήντα χρόνια μετά δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Και θα δεις που δεν θα αποδοθεί, εκτός εάν έρθει μια κυβέρνηση στο Λονδίνο με επικεφαλής κάποιο πρόσωπο σαν τον Τζέρεμι Κόρμπιν ας πούμε –από τους λίγους πραγματικούς αριστερούς στην πολιτική σκηνή της Αγγλίας, που συνεχώς αναδείκνυε το θέμα των ευθυνών–, που πραγματικά θα απαιτούσε δικαιοσύνη, θα μπορούσε να την επιβάλει και να μιλήσουν όλοι ανοιχτά για το τι έγινε εκείνη την ημέρα» προσθέτει ο Λίαμ.

«Το έγκλημα ήταν προδιαγεγραμμένο»

Στις 9 Αυγούστου 1971, έξι μήνες περίπου πριν από τη Ματωμένη Κυριακή, ο βρετανικός στρατός είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό στο Μπέλφαστ, συλλαμβάνοντας εκατοντάδες άντρες έπειτα από υποψίες ότι εμπλέκονται με τον IRA. Είχε προηγηθεί ο θάνατος 34 ανθρώπων στη Βόρεια Ιρλανδία μέσα σε λίγες εβδομάδες, με τις βρετανικές δυνάμεις να σκοτώνουν αδιάκριτα πολίτες που διαμαρτύρονταν για την παρουσία βρετανικών δυνάμεων στις πόλεις έπειτα από μικροσυμπλοκές. Συνολικά το 1971 πάνω από 140 πολίτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ ειδικά στο Mπαλιμέρφι, συνοικία στο δυτικό Μπέλφαστ με έντονη παρουσία προτεσταντών και ενωτικών (Βορειοϊρλανδών υπέρ της ένωσης με τη Μεγάλη Βρετανία), οι συγκρούσεις για κάποιους μήνες ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο.

«Για πάνω από ένα χρόνο εργατικά συνδικάτα, οργανωμένα κυρίως από καθολικούς που εναντιώνονταν στην παρουσία των Αγγλων στις περιοχές μας, έκαναν απεργίες στους σιδηροδρόμους, σε δίκτυα διανομής τροφίμων, στον δημόσιο τομέα, στην καθαριότητα, παντού. Σταδιακά σε συνοικίες του Μπέλφαστ και του Ντέρι οι Αγγλοι δεν μπορούσαν να πατήσουν πόδι, ήταν άβατο. Το έγκλημα εκείνη την Κυριακή ήταν προδιαγεγραμμένο» δηλώνει στο Documento η Χάνα Αντερσον, συνταξιούχος νοσηλεύτρια σε νοσοκομείο του Μπέλφαστ, που συμμετείχε σε πολλές κινητοποιήσεις τη δεκαετία του 1960. Οι διαδηλώσεις για τη στήριξη των κοινωνικών δικαιωμάτων με στόχο να αποφυλακιστούν όσοι αυθαίρετα συλλαμβάνονταν για τις απόψεις τους είχαν ξεκινήσει να κορυφώνονται από το 1967. «Ηταν τέσσερα πέντε χρόνια γεμάτα ένταση, που κορυφώθηκαν στη μεγάλη πορεία της 30ής Ιανουαρίου του 1972. Μαζί με τον Ιμον ΜακΚάν (σ.σ.: από τους πιο ενεργούς ακτιβιστές εκείνης της περιόδου) προσπαθούσαμε να μετουσιώσουμε τον θυμό και την αγανάκτηση χιλιάδων πολιτών σε συγκεκριμένη πολιτική δράση, σε ενέργειες που θα δημιουργούσαν ένα κοινωνικό μέτωπο που με ειρηνικό αλλά επίμονο τρόπο θα έδειχνε στους Αγγλους ότι τα στρατεύματά τους δεν ήταν ευπρόσδεκτα, ότι ήταν δυνάμεις κατοχής» προσθέτει η Χάνα. «Ο κόσμος στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά νομίζω ότι καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα κίνημα που βασίστηκε στην εργατική τάξη. Στους απλούς ανθρώπους που δεν άντεχαν την αποικιοκρατική πολιτική των κυβερνώντων στο Λονδίνο, που μας αντιμετώπιζαν υποτιμητικά και ήθελαν να μας ελέγχουν, αυξάνοντας κατά το δοκούν τη φορολογία για παράδειγμα στα τρόφιμα, σαν να ήμασταν γκέτο, σαν να ήμασταν προτεκτοράτο».

«Να προχωρήσουμε χωρίς να ξεχάσουμε»

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Κόλουμ Ιστγουντ, επικεφαλής του Σοσιαλδημοκρατικού και Εργατικού Κόμματος της Βόρειας Ιρλανδίας (SDLP) και βουλευτής στο Ντέρι, κάλεσε τη βρετανική Βουλή να εκφράσει δημόσια τον αποτροπιασμό της για τα γεγονότα του 1972 και να αναγνωρίσει τις «δολοφονικές ενέργειες» των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων. Η σιωπή των αγγλικών κομμάτων ήταν εκκωφαντική, με τον Ιστγουντ να παίρνει απάντηση μόνο από τον Σάμι Ουίλσον του Ενωτικού Κόμματος DUP, ο οποίος του ζήτησε να σωπάσει και να μην προχωρά σε «ιστορικό αναθεωρητισμό».

«Οι εντάσεις στο Ντέρι καλά κρατούν ακόμη και σήμερα. Σημαίες του σώματος των αλεξιπτωτιστών που έσπευσε στην περιοχή για να διαλύσει τη διαδήλωση σπέρνοντας τον τρόμο, τρέχοντας στον δρόμο με τα όπλα και σκοτώνοντας αμάχους, κυμάτιζαν σε πολλά σημεία της πόλης όλη την εβδομάδα» μας λέει η Μαρτίνα Ντόιλ, φοιτήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου. «Η σιωπή της βρετανικής Βουλής και η απάντηση του Ουίλσον στον Ιστγουντ δεν ήρθαν τυχαία. Η πολιτική συγκάλυψης συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τόσο τα γεγονότα εκείνων των ημερών όσο και συνολικά η πολιτική ατμόσφαιρα τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 ήταν γεμάτα ένταση και υπήρχαν δύο αναγνώσεις της Ιστορίας. Πολλοί νιώθουν περήφανοι για την επέμβαση των βρετανικών δυνάμεων, γιατί διαφορετικά το Ντέρι και σταδιακά ολόκληρη η Βόρεια Ιρλανδία θα έπεφταν στα χέρια των τρομοκρατών του IRA, των καθολικών και όσων ήθελαν ένωση με την Ιρλανδία. Αυτά υποστήριζαν τότε οι ενωτικοί προτεστάντες, αυτά υποστηρίζουν και σήμερα» υπογραμμίζει η Μαρτίνα.

Το συγκρουσιακό πλαίσιο και τα πάθη παραμένουν ζωντανά, με τις νεότερες γενιές να προσπαθούν να αφήσουν πίσω τους το ιστορικό μίσος, χωρίς όμως να ξεχάσουν. «Η Ματωμένη Κυριακή στη γειτονιά μας παραμένει ζωντανή στην καθημερινότητά μας. Είναι λογικό, γιατί όλοι μας έχουμε μάθει από τους παππούδες και τους γονείς μας για όσα συνέβησαν τότε. Ολοι οι κάτοικοι του Ντέρι και του Μπέλφαστ κουβαλάμε αυτές τις ιστορίες και έχουμε σύνδεση με το παρελθόν. Πολλοί αθώοι πέθαναν τότε και είναι δύσκολο για οικογένειες ολόκληρες να προχωρήσουν μπροστά και να συγχωρέσουν» μας τονίζει ο Τσάρλι Ο’Μπράιαν, νεαρός αρχιτέκτονας ο οποίος μετά τις σπουδές του στο Λονδίνο γύρισε στη γενέτειρά του για να δουλέψει στο γραφείο που διατηρεί ο πατέρας του. «Πιστεύω ότι όσο περνούν τα χρόνια οι νέοι θα θέλουν να φύγουν ακόμη πιο μακριά από το παρελθόν και όσα επώδυνα τους συνδέουν με αυτό. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα ξεχάσουμε. Θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά χωρίς να ξεχάσουμε. Απλώς είναι πλέον περίεργο να επιμένουμε σε δικαστικές διώξεις όσων είχαν εμπλακεί τότε στα γεγονότα. Πρέπει να είναι σήμερα 70-80 χρόνων αυτοί οι άνθρωποι, άλλοι να έχουν πεθάνει. Ομως πρέπει να μάθουμε την αλήθεια. Αυτή θα είναι λυτρωτική για όλες τις πλευρές».

«Να ηττηθεί η στρατηγική της έντασης»

Παρά τη διεθνή κατακραυγή και τις διαδηλώσεις στο Λονδίνο, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και στις ΗΠΑ, το βρετανικό κράτος δεν πήρε τα μαθήματά του από την πολιτική που ακολουθούσε από το 1950 μέχρι το 1970, επιδιώκοντας συνεχώς να ρίχνει λάδι στη φωτιά και να πυροδοτεί νέες εντάσεις. «Αρκετοί εκτιμούσαν ότι η κατάσταση θα ηρεμούσε. Υπήρξε μια υποχώρηση της σύγκρουσης για κάποια χρόνια, όμως η Μάργκαρετ Θάτσερ έφερε και πάλι την κατάσταση στα άκρα» τονίζει ο Λίαμ Ντόχερτι. «Δεν έκανε πίσω στην απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων για συμμετοχή στον IRA το 1981. Ο θάνατός τους όξυνε επικίνδυνα το κλίμα, ευτυχώς όμως το Σιν Φέιν (σ.σ.: το ρεπουμπλικανικό αριστερό κόμμα, υπέρμαχος της ένωσης της Βόρειας Ιρλανδίας με την Ιρλανδία) διαμόρφωσε σταδιακά ένα νέο φιλειρηνικό αφήγημα, φέρνοντας και τις κυβερνήσεις στο Λονδίνο πιο κοντά στο τραπέζι του διαλόγου και της επικοινωνίας».

Το φιάσκο της δίκης δύο βετεράνων στρατιωτών της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών που συμμετείχαν στα γεγονότα του 1972 τον Ιούλιο του 2021 φαίνεται να κλείνει έναν κύκλο μίσους χωρίς να επέρχεται η λύτρωση για τους συγγενείς των θυμάτων και την τοπική κοινωνία συνολικά. «Είναι αλήθεια ότι είναι δύσκολο 50 χρόνια μετά να αποδοθεί δικαιοσύνη για τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Η ημέρα μνήμης για τα θύματα πρέπει να διατηρηθεί, όχι για να ανακυκλώνεται το μίσος αλλά για να μην επαναληφθούν τέτοιες πράξεις. Για να καταφέρουμε να κοιτιόμαστε στα μάτια και η κοινωνία να μπορεί να λειτουργήσει συλλογικά, χωρίς να αλλάζουμε πεζοδρόμιο όταν βλέπουμε ανθρώπους που μας θυμίζουν το μίσος και το παρελθόν. Η στρατηγική της έντασης πρέπει να ηττηθεί από την κοινωνία. Οι χιλιάδες πολίτες που μαζευτήκαμε στο Ντέρι και μαζευόμαστε κάθε χρόνο για να τιμήσουμε τα θύματα το κάνουμε κοιτώντας το μέλλον, όχι το παρελθόν. Κι όπως θα έλεγε και η γιαγιά μου, πιστή καθολική, “Ar dheis Dé go raibh a n-anamacha”, που σημαίνει στα γαελικά να “αναπαυτεί η ψυχή τους εν ειρήνη”» μας λέει η Μαρτίνα Ντόιλ, προσθέτοντας ότι νιώθει σίγουρη πως η δική της γενιά δεν «τσιμπάει» πλέον στην τοξική ρητορική πολιτικών που κάνουν καριέρα πάνω στο μίσος και στον διχασμό.

Ετικέτες