Κινηματογραφώντας τον Αλέκο Φασιανό

Ο Αλέκος Φασιανός που αγαπούσε τις κινηματογραφικές μηχανές λήψης, τις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, το συναξάρισμα των πολύτιμων φίλων του και το γενναιόδωρο μοίρασμα της τέχνης του.

Ήταν 6 Μαΐου του 2009, μια ανοιξιάτικη Τετάρτη, που ο Αλέκος Φασιανός έφυγε από την κατοικία του στου Παπάγου για να έρθει σ’ ένα μικρό θεατράκι πίσω απ’ τη Συγγρού, που είχαμε μετατρέψει σε κινηματογραφικό πλατό. Αυτό από μόνο του ήταν μεγάλο γεγονός: τόσο ο Νίκος Κούνδουρος, όσο και ο Γιάννης Σολδάτος, με είχαν ενημερώσει πως ο Φασιανός δεν βγαίνει ποτέ από το ατελιέ του για να πάει σε γύρισμα, ακόμη κι αν το γύρισμα αφορούσε τον ίδιο – πόσο μάλλον δηλαδή να δεχόταν να έρθει εκείνος και να μην πάμε εμείς προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Κούνδουρο. Κι όμως ήρθε και μάλιστα πρώτος – πρώτος, στις 11 το πρωί, ορεξάτος και ευδιάθετος. Πιθανώς να έπαιξε ρόλο, όχι μόνο ο σκοπός του γυρίσματος, αλλά και το ότι, όπως του είχα πει από το τηλέφωνο την προηγούμενη, εκείνη τη μέρα αμέσως μετά απ’ αυτόν, θα μιλούσαν στην κάμερα ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Φίλοι μου! Θα έρθω, θα είμαι εκεί» ήταν τα λόγια του.

Τον θυμάμαι να εισέρχεται στο πλατό με μία μαύρη κάπα – μορφή καλλιτέχνη απ’ αυτούς που δεν θα συναντήσεις εύκολα σήμερα. Είχε κάτι από μάγο, από μύστη, από ταχυδακτυλουργό θα έλεγα. Μήπως δεν ήταν ταχυδακτυλουργός όταν έπιανε ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι και μπορούσε να σε ζωγραφίσει μέσα σε ελάχιστα λεπτά; Του ζήτησα, θυμάμαι, να μου έδινε, αν θα το ήθελε, την κομμένη από μπλοκ σελίδα με τις σημειώσεις που’χε γράψει για τον Κούνδουρο. Συμφώνησε, αλλά για να μη μου χάριζε απλά μία σελίδα με τις λέξεις του, έφτιαξε και ένα σχέδιο που είχε να κάνει με το σκοπό της συνάντησης μας, το κινηματογραφικό γύρισμα. Ένα παρεμφερές σκίτσο είχε φτιάξει και για την αφίσα του φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας, το 2002, όταν είχαν έρθει μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο και είχαν δώσει μία πρωτότυπη μουσικο – εικαστική παράσταση. Ο Διονύσης έπαιζε τα τραγούδια του κι εκείνος ταυτόχρονα ζωγράφιζε μπροστά στο κοινό, αποτελούμενο ως επί το πλείστον από μικρομηκάδες σκηνοθέτες.

Λίγες μέρες μετά το δικό μας γύρισμα, μου τηλεφώνησε και πήγα απ’ το ατελιέ του. Μου χάρισε ακόμη ένα σκίτσο, πάλι με αφιέρωση του, που αποτελούσε μετεξέλιξη αυτού του πρώτου σχεδίου που βλέπετε στην άνωθεν φωτογραφία. Εκεί μου είπε, προς μεγάλη μου χαρά, ότι θα φιλοτεχνούσε και την αφίσα του ντοκιμαντέρ. Τεράστια η τιμή. Όταν ενημέρωσα τον Κούνδουρο γι’ αυτό, πέταξε τη φοβερή ατάκα με το χαρακτηριστικό χιούμορ του: «Εδώ σοβαρεύει το πράγμα»

 

Ξαναπάω στο γύρισμα της 6ης Μαΐου του 2009 και στις κουβέντες που κάναμε με τον Φασιανό λίγο πριν πάμε πλάνο. Όχι λίγο, αρκετά δηλαδή, διότι ήθελε ο ίδιος να επιμεληθεί τον φωτισμό του. Άλλη ευχάριστη έκπληξη ήταν αυτή! Εκεί μού εξομολογήθηκε πως έχει λατρεία στο φιλμ και στις κινηματογραφικές μηχανές κι εμείς τότε δεν «τραβούσαμε» βίντεο, αλλά φιλμ 35 χιλιοστών. Μου μίλησε για κάποια φιλμάκια που είχε τραβήξει ο ίδιος στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πώς έστηνε ένα υποτυπώδες σκηνικό με μεγάλη φροντίδα και πώς φώτιζε τα πλάνα του, σαν να επρόκειτο για πίνακες ζωγραφικής. Ζήτησε να φωτογραφηθεί δίπλα στην Super Aaton μηχανή του διευθυντή φωτογραφίας, Δημήτρη Θεοδωρόπουλου. «Αυτή θα είναι φωτογραφία ανθολογίας» μας σχολίασε με όλη του την καλή διάθεση.

Μου μίλησε ακόμη για κάτι που μου προξένησε μεγάλη εντύπωση και που τα επόμενα χρόνια θα μάθαινα ότι ήταν πολύ γνωστό στους καλλιτεχνικούς κύκλους: Ο Αλέκος Φασιανός ήταν πολύ δημοφιλής στην Άπω Ανατολή. Βρισκόταν στην Ιαπωνία, που μπορεί να είχε μία έκθεση λόγου χάριν, κι όταν πήγαινε με την παρέα του στο ακριβότερο εστιατόριο, πλήρωνε με μερικά σχέδια του που έφτιαχνε εκεί, επί τόπου, πάνω σε χαρτοπετσέτες. «Να το φυλάξεις καλά το σκίτσο αυτό» με συμβούλεψε κι όταν του απάντησα πως θα το κάνω πρωτίστως για μένα, μια και δεν προτίθεμαι να επισκεφτώ την Ιαπωνία, βάλαμε τα γέλια.

Τον Φασιανό, άπαξ και ασχολιόσουν με την τέχνη, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον έβρισκες μπροστά σου! Στα εξώφυλλα των βιβλίων του Κώστα Ταχτσή και του Γιώργου Μανιώτη, όπως και στους δίσκους του Νότη Μαυρουδή και του Σταμάτη Κραουνάκη. Πάντα δοτικός, πάντα συνεργάσιμος, πάντα γενναιόδωρος, πάντα μ’ αυτό το μοναδικό συλλογικό πνεύμα που χαρακτηρίζει καλλιτέχνες του διαμετρήματος του.

Κι όταν έφτασε η στιγμή να πάμε επιτέλους πλάνο, εκείνα τα λίγα λόγια του για τις κινηματογραφικές «Μικρές Αφροδίτες» του Κούνδουρου, θα εντυπώνονταν στη μνήμη μου για όλα τα επόμενα χρόνια: «Κρατώ αυτή την αίσθηση και το νόημα της αγάπης που έβγαινε από την ταινία σαν να καθοδηγούσε τη δράση ολόκληρη ο Θεόκριτος». Λίγα λόγια και ουσιαστικά, αφού άλλωστε «τραβάγαμε» φιλμ, όπως είπα, άρα δεν είχαμε τη δυνατότητα πολλών λήψεων. Είχε έρθει, όμως, προετοιμασμένος ως γνώστης της φιλμικής οικονομίας.

Λίγο πριν αποχωρήσει από το πλατό, γύρισε και μου είπε το εξής: «Οι σημερινοί νέοι ωριμάζουν πολύ αργότερα απ’ ότι εμείς. Εγώ ζωγραφίζω και χαρίζω μέχρι τώρα τα σχέδια μου, γιατί νιώθω πως κάνω τα ίδια απ’ όταν ήμουν 25 χρονών». Τελικά δεν συνάντησε τον Καμπανέλλη και τον Γεωργουσόπουλο εκείνη τη μέρα. Φύγαμε μαζί γιατί κι εγώ έπρεπε να μεταφέρω τα κουτιά με το τραβηγμένο φιλμ κατευθείαν στο εργαστήριο στα Εξάρχεια.

Είναι άλλη μια μεγάλη απώλεια για την Ελλάδα ο θάνατος του που τον βρήκε στην ηλικία των 87 ετών, πλήρης ημερών, όπως θα έλεγε κάποιος. Για μένα είναι ακόμη ένας μεγάλος καλλιτέχνης που φεύγει μέσα σε 13 χρόνια από τα γυρίσματα εκείνου του ντοκιμαντέρ: Προηγήθηκαν οι ποιητές Αντρέας Παγουλάτος και Λευτέρης Ξανθόπουλος, οι συγγραφείς Μένης Κουμανταρέας και Παύλος Μάτεσις, ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης, ο σκηνογράφος Τάσος Ζωγράφος, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο εικαστικός Κυριάκος Κατζουράκης και, βέβαια, ο Νίκος Κούνδουρος, η αιτία που μαζεύτηκαν όλοι αυτοί οι σπάνιοι φίλοι του για να τον τιμήσουν.

Αντίο, Αλέκο Φασιανέ. Είσαι αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού του 20ου αι. που θα εξακολουθείς να ζεις μέσα από το έργο σου. Φρόντισες εσύ ο ίδιος με το απόλυτα δικό σου στυλ, το έργο αυτό να ταξιδέψει σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα και να ενταχθεί ακόμη και στην εγχώρια ποπ κουλτούρα. Δεν το λες και μικρό πράγμα!