Κώστας Φέρρης: Το Κάιρο έχει μέσα του όλες τις μυρωδιές του κόσμου

Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο με αφορμή την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του, που είναι γεμάτη εικόνες από τα χρόνια στην Αίγυπτο

Πάνω από τα τρένα του Κεντρικού Σταθμού του Καΐρου περνάει η σιδερένια Γέφυρα των Λεμονιών, που συνδέει το κέντρο της πόλης με τη φτωχογειτονιά της Σούμπρα. Εκεί μεγάλωσε ο Κώστας Φέρρης, μες στα χρώματα και τα αρώματα της Αιγύπτου, μέχρι τα 22 του. Μετά ταξίδεψε στην Ελλάδα εκπληρώνοντας ένα από τα μεγάλα του όνειρα, να ζήσει στην πολιτιστική και γλωσσική του πατρίδα. Τα χρόνια στην Αίγυπτο καλύπτει χρονικά η μυθοπλαστική αυτοβιογραφία του «Η γέφυρα των λεμονιών», την οποία συνέγραψε με την Πέρσα Κουμούτση. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου που είναι γεμάτο εικόνες –σαν να ξεφυλλίζεις καρέ στο χαρτί– μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο για τη ζωή του στην Αίγυπτο: για τις αναμνήσεις του από τη γειτονιά του, τη Σούμπρα, και την εμπειρία του από τα κινηματογραφικά γυρίσματα των μεγάλων χολιγουντιανών ταινιών μέχρι τις καταγραφές από την περίοδο του Νάσερ, όταν η Αίγυπτος βίωσε τη σημαντικότερη πολιτικοκοινωνική μετάβαση στη σύγχρονη ιστορία της.

Η αρχική ιδέα ήταν να κάνετε μια ταινία για τη ζωή σας. Πώς προέκυψε το βιβλίο;

Οπως κάθε σκηνοθέτης ονειρεύεται κάποια στιγμή να κάνει την αυτοβιογραφική του ταινία –στο πρότυπο του «8½» του Φελίνι– έτσι θέλησα κι εγώ να κάνω τη δική μου, που να περιορίζεται όμως στην εποχή της Αιγύπτου. Εγραψα το σενάριο, το πρότεινα στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου αλλά το απέρριψαν. Στη συνέχεια έψαξα να βρω Αιγύπτιο συμπαραγωγό, όμως δεν τα κατάφερα. Οταν το διάβασε η φίλη μου Πέρσα Κουμούτση ενθουσιάστηκε κι έτσι έγραψε το βιβλίο.

Ποιες είναι οι πρώτες σας μνήμες από τη γειτονιά σας στη Σούμπρα;

Από τη γέννησή μου μέχρι τη μέρα που έφυγα για την Αθήνα, δηλαδή από το 1935 έως το 1957, μέναμε στο ίδιο σπίτι. Μόνο ορόφους αλλάζαμε. Στην αρχή στο ισόγειο, μετά ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο κι έπειτα στον δεύτερο. Κατά κάποιον τρόπο ήταν ταξική αναβάθμιση αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μια φτωχογειτονιά στην οποία μέχρι σήμερα υπάρχουν λασπόδρομοι. Παρότι φτωχογειτονιά, είχε ζωντανή νεολαία. Ημασταν πολυεθνική παρέα: τρία ελληνάκια, εφτά Αιγύπτιοι, δύο εβραιάκια, εγγλεζάκια κ.λπ. Ολα τα παιδιά έρχονταν έξω από το δικό μας σπίτι και παίζαμε στην αυλή. Μεταξύ μας είχε αναπτυχθεί αλληλεγγύη – όχι φυλετική αλλά της γειτονιάς.

Στη Σούμπρα δεν υπάρχει μεγάλος πληθυσμός και από κόπτες;

Η περιοχή άρχισε να παίρνει τον χαρακτήρα συνοικίας με τη δημιουργία του παλατιού του Μοχάμεντ Αλι. Εν συνεχεία εγκαταστάθηκαν εκεί οι μεγαλοαστοί πασάδες και οι μπέηδες. Στην παρακμή της κατοικήθηκε από τους κόπτες και ακολούθησαν οι ξένοι, με πρώτους και καλύτερους τους Ελληνες, ώστε τελικά η περιοχή κατέληξε κατά βάση ελληνικό στέκι. Οι Ελληνες είχαμε εκεί δική μας εκκλησία, δύο δημοτικά σχολεία, μπακάλικα, καταστήματα, στάδιο της ελληνικής κοινότητας. Ακόμη και κινηματογραφικό στούντιο υπήρχε, το Στούντιο Σούμπρα των αδερφών Κυριαζή. Στη μεγάλη περιφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή οι Αιγύπτιοι γείτονές μας έβγαιναν στα παράθυρα με τα κεριά αναμμένα και μας φώτιζαν τον δρόμο. Βεβαίως όταν εκείνοι γιόρταζαν το Ραμαζάνι συμμετείχαμε κι εμείς. Ηταν απόλυτα συμφιλιωμένοι οι Αιγύπτιοι με τους Ελληνες.

Αναφέρατε το στούντιο των αδερφών Κυριαζή. Εκεί γυρίστηκαν οι ελληνικές μεταπολεμικές ταινίες του Σακελλάριου με τον Λογοθετίδη;

Οχι. Στη Σούμπρα γυρίστηκε μία ταινία. Οι «Νύχτες της Αθήνας» του Χρήστου Σπέντζου, ο οποίος ήταν παντρεμένος με Αιγυπτιώτισσα. Ημουν κομπάρσος εκεί και έπαιζαν η Καλή Καλό, ο Κούλης Στολίγκας, η Αννα Μαντζουράνη και άλλα μέλη ενός θιάσου που είχε έρθει στην Αίγυπτο τότε και τους αγκαζάρισε ο Σπέντζος να γυρίσουν σε ταινία το έργο που στο θέατρο είχε τον τίτλο «Ραντεβού στο καμπαρέ». Οι ταινίες του Σακελλάριου με τον Λογοθετίδη και το «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Κακογιάννη γυρίστηκαν στο στούντιο Ναχάς, το οποίο είχε νοικιάσει ο Ελληνας παραγωγός Σωτήρης Μήλας. Ηταν αρχικά πολύ σημαντικός διανομέας και μετά έγινε και παραγωγός. Εκανε και αιγυπτιακές ταινίες, μεταξύ των οποίων μία από τις πρώτες του Ομάρ Σαρίφ. Η τελευταία που θα γύριζε στην Αίγυπτο ήταν η «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, την οποία όμως έχασε στα χαρτιά και έτσι η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα.

Αναφερθήκατε στον Ομάρ Σαρίφ. Πώς προέκυψε να του πάρετε συνέντευξη;

Ο Σωτήρης Μήλας μεσολάβησε. Ηταν στο ξεκίνημά του ακόμη, μόλις είχε κάνει την ταινία «Οι ωραίες μας μέρες» με τον Αμπντέλ Χαλίμ Χαφέζ, τον τραγουδιστή που πέθανε νεότατος. Ο Μήλας τότε μου εξασφάλισε συνέντευξη με τον Ομάρ Σαρίφ, η οποία δεν δημοσιεύτηκε ποτέ διότι ο ηθοποιός ακόμη δεν ήταν γνωστός, και στον «Πάροικο», την εφημερίδα στην οποία έγραφα, έκριναν ότι δεν υπήρχε λόγος να μπει τότε, θα το ξαναβλέπαμε στο μέλλον.

Λέγαμε πριν για την εποχή που συμμετείχατε ως κομπάρσος σε ταινίες. Είχατε πάρει μέρος και στις «Δέκα εντολές» του Σεσίλ Μπ. ντε Μιλ;

Οχι, είχα πάει στα γυρίσματα. Είχα συμμετάσχει στη «Γη των φαραώ» του Χάουαρντ Χοκς. Στις «Δέκα εντολές» πήραν μέρος χιλιάδες κομπάρσοι για τη σκηνή που ανοίγει η Ερυθρά θάλασσα στα δύο και περνάνε οι Εβραίοι στο Σινά. Εκεί δεν είχαμε θέση γιατί εμάς κυρίως μας χρησιμοποιούσαν για πιο «αριστοκρατικές» σκηνές, σε ταινίες που υπήρχε το λεγόμενο καμπαρέ, δηλαδή το κέντρο που βλέπει κανείς μόνο στον κινηματογράφο. Εκεί οι καλεσμένοι ήταν Ευρωπαίοι ή καθωσπρέπει Αιγύπτιοι κι έπρεπε να φοράνε κουστουμάκι και κατά προτίμηση να ξέρουν και να χορεύουν ταγκό, βαλς κ.λπ. Με αυτή την ιδιότητα έπαιξα και στο «Κυριακάτικο ξύπνημα» του Κακογιάννη. Εκεί μάλιστα λέω και μία λέξη, την εξής: «Λορεντζάτος».

Ακόμη και σήμερα που η τεχνολογία έχει εξελιχθεί οι χολιγουντιανές ταινίες της δεκαετίας του 1950 μας φαίνονται φαντασμαγορικές. Η δική σας εμπειρία ποια είναι;

Ηταν όντως εντυπωσιακή η όλη διαδικασία. Οι Αμερικανοί είχαν αποκλειστικότητα, είχαν τις δικές τους εταιρείες και τις εκμεταλλεύονταν απευθείας χωρίς τη διαμεσολάβηση των Αιγυπτίων. Αμέσως μόλις τελείωνε η πρώτη προβολή τους στην Αμερική οι ταινίες προβάλλονταν στην Αίγυπτο, όπου είχαμε εκπληκτικά σινεμά, όπως το Ρίβολι και το Κάιρο Πάλας, που ήταν το σινεμά της 20th Century Fox, το οποίο εγκαινίασε ο αδερφός του Σπύρου Σκούρα. Μετά άνοιξαν το Ραδιοσίτι και το Μέτρο, το οποίο ανήκε στη Metro Goldwyn Mayer. Δύο από αυτά κάηκαν στις 26 Ιανουαρίου 1952. Εκείνη την περίοδο οι Εγγλέζοι έκαναν θηριωδίες στο κανάλι του Σουέζ –ισοπέδωναν τα χωριά με τανκς– και Αιγύπτιοι διαδηλωτές έκαψαν όλο το Κάιρο. Τα μόνα καταστήματα που γλίτωσαν ήταν των Ελλήνων, γιατί οι Αιγύπτιοι μας είχαν πάντα μεγάλη αδυναμία. Εξι μήνες μετά, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου, ακολούθησε το πραξικόπημα του Νάσερ και στις 26 Ιουλίου ο βασιλιάς Φαρούκ οδηγήθηκε στην εξορία. Μέσα σε έξι μήνες έγινε η μεγάλη αλλαγή.

Πώς επηρέασε τη ζωή σας;

Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκτός. Ο ενθουσιασμός που είχε πιάσει τον αιγυπτιακό λαό ήταν άνευ προηγουμένου και φυσικά εμείς τον ζούσαμε σαν να ’ταν δικός μας. Ημασταν όλοι νασερικοί. Τουλάχιστον η φτωχολογιά, γιατί οι Ελληνες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Από τη μια οι μπαμπακάδες της Αλεξάνδρειας και της Ηλιούπολης – εκεί δεν ήταν μόνο μπαμπακάδες, κάποιοι είχαν εργοστάσια, καλλιέργειες κ.λπ. Από την άλλη η φτωχολογιά. Δηλαδή όταν είχαμε 200.000 Ελληνες οι πλούσιοι ήταν ίσως 2.000, οι υπόλοιποι ήμασταν φτωχολογιά.

Στο βιβλίο αναφέρεστε σε ένα ζεϊμπέκικο που χόρεψε για εσάς ο πατέρας σας στην Αλεξάνδρεια λίγο καιρό πριν από τον θάνατό του. Ποιο τραγούδι ήταν;

Στην πραγματικότητα είναι τρεις στιγμές που έχω ενώσει σε μία. Το τραγούδι ήταν το «Οταν καπνίζει ο λουλάς».

Αυτές είναι οι αναμνήσεις που σας έκαναν να αγαπήσετε το ρεμπέτικο;

Ναι, γιατί το ακούγαμε στο ραδιόφωνο. Είχαμε μια ελληνική εκπομπή η οποία δεν λογοκρινόταν από τους Αιγύπτιους και έτσι η κυρία Κλειώ που την παρουσίαζε έπαιζε ό,τι δίσκους λάμβανε από την Ελλάδα χωρίς να τους λογοκρίνει και χωρίς να ξέρει καν τι σημαίνουν. Κάθε μέρα στην ελληνική ώρα του αιγυπτιακού ραδιοφώνου η κυρία Κλειώ (κανείς μας δεν θυμάται το επώνυμό της) έβαζε τραγούδια από Σοφία Βέμπο μέχρι Μητσάκη. Και με τρυφερή φωνή έλεγε: «Τώρα θα ακούσουμε ένα ωραίο τραγουδάκι που μας ήρθε από την Ελλάδα και που λέει “Οταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς”». Κι εμείς γελούσαμε. Το ραδιόφωνο ήταν στη ζωή μας όλη μέρα. Από εκεί άρχισε και η μεγάλη μου αγάπη για την όπερα.

Φαντάζομαι ότι ακούγατε και Ουμ Καλσούμ και Ασμαχάν.

Βέβαια. Είχαμε και τις προτιμήσεις μας. Εμένα μου άρεσε περισσότερο η Ασμαχάν, γιατί ήταν πιο δυτικότροπη. Η Καλσούμ ήταν πιο βαριά. Η Ασμαχάν σκοτώθηκε πολύ νέα τον καιρό του πολέμου. Αλλοι έλεγαν ότι ήταν κατάσκοπος, άλλοι ότι τη σκότωσε η Ουμ Καλσούμ. Η Αίγυπτος βρίθει τέτοιων μυθολογιών. Το καθετί μυθοποιείται επιτόπου και ο μύθος κρατάει για πάντα. Τη φήμη ότι η Καλσούμ σκότωσε την Ασμαχάν την κρατάνε μέχρι σήμερα. Θεωρούν ότι οι επίγειες θεές όπως κι εκείνες της μυθολογίας δικαιούνται να δολοφονούν η μία την άλλη για να διαφυλάξουν τον θρόνο τους.

Οι αιγυπτιακές ταινίες που βλέπατε μικρός επηρέασαν το προσωπικό σας σινεμά;

Οπωσδήποτε. Οχι τόσο στη φόρμα γιατί εκεί έχω δυτικές επιρροές και τη δική μου τεχνική. Οταν είδαν το «Ρεμπέτικο» στην Αίγυπτο έγινε χαμός. Υπάρχει ένα έθιμο στις γιορτές και στους γάμους κατά το οποίο οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή χαράς, τη ζαγρούτα. Σε αίθουσα κινηματογράφου έχει ακουστεί ζαγρούτα δύο φορές. Η μία ήταν στην ταινία «Nasser 56» στη σκηνή όπου αναγγέλλεται στον Νάσερ ότι οι Ελληνες πιλότοι αρνήθηκαν να υπακούσουν τους Εγγλέζους και είπαν ότι πατρίδα τους είναι η Αίγυπτος. Η δεύτερη φορά ήταν στην προβολή του «Ρεμπέτικου».

Ταξιδεύετε στην Αίγυπτο;

Εχω πολύ καιρό να πάω, πάνω από είκοσι χρόνια, και με έχει πιάσει μεγάλη νοσταλγία. Ολους τους Αιγυπτιώτες μας πιάνει.

Τι σας λείπει πιο πολύ από εκεί;

Η μυρωδιά. Αυτή η μυρωδιά που είναι ανακατεμένη με την υγρασία του Νείλου, το χώμα και το αιγυπτιακό γιασεμί που λέγεται φούλι. Ολοι όσοι έχουμε ζήσει εκεί το παθαίνουμε. Βγαίνοντας από το αεροπλάνο μόλις μας χτυπάει το αεράκι μας πιάνουν λυγμοί χωρίς να ξέρουμε γιατί. Ερχονται από μόνοι τους, από το στομάχι. Γιατί μας αγγίζει η μυρωδιά του Καΐρου που κλείνει μέσα της όλες τις μυρωδιές του κόσμου.

Info
Το βιβλίο «Η γέφυρα των λεμονιών» του Κώστα Φέρρη και της Πέρσας Κουμούτση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.