Κουλτουροποιώντας τη σαπίλα

Τόσο αστραφτερά ονόματα με τόσες σκοτεινές ιστορίες. Τι συνέβη ξαφνικά και ιερά τέρατα του θεάματος αποδεικνύονται σκέτα τέρατα; Είναι η πρώτη φορά που οι δημοσιογράφοι δεν αναρωτιούνται τι θα γράψουν αλλά πώς θα το γράψουν. Ελάχιστες από τις ιστορίες που ακούμε αυτές τις μέρες μπορούν να γίνουν ρεπορτάζ. Από τη μια βρίσκονται τα ισχυρά πρόσωπα, οι θύτες της φρίκης, προστατευμένοι από την επιτηδευμένη σιωπή και τα νομικά επιτελεία. Από την άλλη είναι τα θύματα. Ξεσκισμένα ακόμη, διαμελισμένα, αμήχανα, πρέπει να οδηγηθούν στον αυτο-εξευτελισμό της διήγησης προσμένοντας κάποια τιμωρία.

Η κουίντα βρομάει, όπως βρομάνε και τα τηλεοπτικά στούντιο στα οποία σκηνοθετούνται οι κανόνες της σύντομης και επιτυχούς ανέλιξης. Είναι λάθος όμως να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι φταίνε οι ηθοποιοί ή φταίει η τέχνη. Ειδικά η τέχνη, η οποία μπορεί να ακροβατεί με τα συναισθήματα, ισορροπεί ακόμη και σε ακρότητες και εσωτερικούς σπαραγμούς, αλλά είναι πάντα ευγενής. Η τέχνη υπήρξε και αυτοκαταστροφική, αλλά δεν βίαζε παιδάκια. Παιδάκια βίαζε ο βιαστής. Η τέχνη δεν έχει σχέση με όσα εφευρίσκουν και επιβάλλουν τα ρεμάλια που σαπίζουν μες στον φρικτό κόσμο που δημιουργούν.

Τώρα που τραβήχτηκε η κουρτίνα μπορούμε να δούμε πολλά, αλλά πρέπει να πέσει φως. Η αναγνώριση του προβλήματος είναι μέρος της λύσης. Πρέπει να το πούμε λοιπόν το πρόβλημα. Το ένα του μέρος είναι κοινωνικό. Τα πρότυπα της κοινωνίας, οι παθογένειές της ίσως μεγεθύνονται πάνω στο σανίδι της τέχνης. Η τέχνη δεν αντανακλά σαν τον καθρέφτη, όπως θα έλεγε ο Μαγιακόφσκι, αλλά μεγεθύνει σαν φακός.

Το άλλο μέρος του προβλήματος αφορά τον χώρο της τέχνης. Εδώ και δεκαετίες ο χώρος της τέχνης, ακόμη και οι πιο εκλεπτυσμένες της μορφές, αλώθηκε, κατακτήθηκε από ομάδες και παρέες. Την εποχή της ευωχίας, μαζί με το χρήμα και τους λαμπερούς ηθοποιούς έλαμψε και η διαδικασία που τους αναδεικνύει, κυρίως όταν δεν έχουν τα προσόντα να αναδειχθούν. Πολλοί υπηρέτες της τέχνης έγιναν υπηρέτες συστημάτων, προάχθηκαν σε νταβατζήδες κύκλων και κατάφεραν να σύρουν τον χορό στον χώρο, παρασέρνοντας την καλλιτεχνική μάζα που αναζητούσε έκφραση και μεροκάματο. Οι τέχνες και ο πολιτισμός έγιναν ένα ομογενοποιημένο μείγμα με συστατικά επιτηδευμένες συμπεριφορές, λαϊφστάιλ και αναγνωρισιμότητα που παρήγαν με συγκεκριμένο τρόπο τα κανάλια. Ο αναγνωρίσιμος γινόταν σπουδαίος και το μηδενικό νούμερα στην τηλεόραση.

Η μεγάλη επιτυχία αυτών των κύκλων είναι ότι κατάφεραν να κουλτουροποιήσουν τη βρομιά και τη σαπίλα, να δημιουργήσουν μια επίφαση τέχνης σε εγκληματικές συμπεριφορές και στην τέχνη της αρπαχτής. Εγινε έτσι γιουρούσι στα ταμεία, στα μυαλά των ανθρώπων και τελικώς, όπως πλέον αποκαλύπτεται, στα κορμιά και στις ψυχές των θυμάτων.

Οταν κάποιος ξεκινά να φοιτά σε μια σχολή θεάτρου από τις πρώτες ιστορίες που θα ακούσει είναι για τον παλιό μεγάλο θεατράνθρωπο που σηκωνόταν χωρίς ντροπή και έλεγε στους μαθητές του, «όποιον δεν τον έχω πηδήξει σε αυτή την αίθουσα να σηκωθεί να φύγει». Αυτή η κουλτούρα της αθλιότητας και των βιασμών κατάφερε να επικρατήσει στο θέατρο παίζοντας τον ρόλο του ιδιόμορφου δήθεν καλλιτέχνη ή του παράξενου σκηνοθέτη. Χιλιάδες νέοι ηθοποιοί κακοποιήθηκαν θεωρώντας ότι υπηρετούν την τέχνη μαζί με τον διεστραμμένο δάσκαλο.

Υπάρχουν και πρόσφατες διηγήσεις για σκηνοθέτες που σφίγγουν τις ρώγες στα στήθη των γυναικών ηθοποιών δήθεν για να πονέσουν «όσο απαιτεί ο ρόλος» ή για άλλους που ζητούν από τον νεαρό ηθοποιό να παίξει πραγματικά τον ρόλο ενός gay όχι στο θέατρο αλλά στην κρεβατοκάμαρά τους.

Ολα αυτά δεν επικράτησαν πάνω στους ηθοποιούς αλλά τους ανάγκασαν να κινούνται με τον τρόπο που θέλουν. Για να βγεις στο θέατρο ή στην τηλεόραση που εξασφαλίζει ένα πιο καλό εισόδημα πρέπει να ακολουθήσεις τους κανόνες. Το σύστημα είναι παντοδύναμο. Ελέγχει θέατρα, κανάλια, σκηνές και χώρους έκφρασης.

Η σεξουαλική παρενόχληση και ο βιασμός έγιναν ανεκτά και δικαιολογήθηκαν ως ιδιομορφίες της τέχνης. Χιλιάδες ρεπορτάζ που μιλούσαν για τέρατα του θεάτρου δημιουργήθηκαν για να κρύψουν τα πραγματικά τέρατα. Οι ψίθυροι έγιναν απλώς ο τρόπος εκτόνωσης ενός κλάδου που μάλλον ένιωθε ανίκανος να αντιδράσει. Ολοι γνωρίζουν, αλλά ποιος να μιλήσει και κυρίως με ποιο προσδοκώμενο αποτέλεσμα;

Δείτε τι γίνεται μετά τις αποκαλύψεις. Τα ονόματα κρύβονται, όσοι ξέρουν απειλούνται, ενώ επιστρατεύονται οι βολεμένοι από το σύστημα για να καλύψουν το έγκλημα. Γνωστές γυναίκες ηθοποιοί ούτε λίγο ούτε πολύ δηλώνουν ότι φταίνε τα θύματα, σε μια εκλεπτυσμένη έκδοση της εγκληματικής στερεοτυπικής έκφρασης «τα ήθελε και τα ’παθε».

Το σύστημα είναι έτοιμο να προστατέψει τον εαυτό του. Εχει τα μέσα: κανάλια, γνωριμίες, προσβάσεις στη Δικαιοσύνη και χρήμα. Περισσότερο όμως έχει θράσος. Απειλούν θεούς και δαίμονες και υπόσχονται τιμωρία σε όσους τολμάνε να τους αγγίξουν. Η Δικαιοσύνη κοιτάει αμήχανη. Εισαγγελείς που κατά καιρούς έχουν διατάξει έρευνες για ψύλλου πήδημα ακούν με απάθεια διηγήσεις για νεαρούς που βιάστηκαν με μεταλλικό σωλήνα από γνωστούς σκηνοθέτες. Τι άραγε τους κρατά σε αυτή την ολιγωρία; Ο θαυμασμός στο όνομα του θύτη; Ο φόβος των άλλων πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής με τους οποίους σχετίζονται οι θύτες; Ή μήπως η συνενοχή;

Η κουλτουροποίηση της εγκληματικότητας των βιαστών και της φρίκης πρέπει να σταματήσει. Η σιωπή πρέπει να σπάσει. Το κύμα της κοινωνικής αντίδρασης είναι αυτό που θα παρασύρει τα τείχη τα οποία υψώνει η βρόμικη διαπλοκή. Αν δημιουργηθεί ένα κίνημα συμπαράστασης, τότε θα αποτελέσει τη δύναμη όσων σήμερα βουλιάζουν στον φόβο. Υπάρχουν πολλοί που μιλάνε, αλλά πρέπει να γίνει δημόσια. Οι θύτες πρέπει να μην μπορούν να απομονώσουν έναν στόχο ώστε να τον τσαλαπατήσουν. Πρέπει να αντιμετωπίσουν την ίδια την κοινωνία.

Η μαζική συμπαράσταση στα θύματα μέσα από τη γνώση των γεγονότων είναι αυτή που θα αποκόψει και τις ισχυρές διασυνδέσεις που έχουν οι θύτες. Μόνο αν μαθευτεί τι έκαναν και ποιοι το έκαναν, οι προστάτες θα διαχωρίσουν τη θέση τους για να μην έχουν και οι ίδιοι το κόστος. Τότε αναγκαστικά θα κινηθεί και η Δικαιοσύνη.

Η εφημερίδα που διαβάζετε αυτήν τη στιγμή πριν από μερικά χρόνια είχε επωμιστεί το βάρος της ευθύνης να φέρει μια τέτοια περίπτωση στη δημοσιότητα και στο δικαστήριο: την υπόθεση του Νίκου Γεωργιάδη. Νίκησε, επειδή ο κόσμος έμαθε. Το ίδιο πρέπει να γίνει και τώρα.