Λύση για τα ΑΕΙ είναι η… Διαμαντοπούλου

Άρωμα… Αννας Διαμαντοπούλου -και ολίγον Μαριέτας Γιαννάκου- έχουν οι αλλαγές που επεξεργάζεται για την τριτοβάθμια εκπαίδευση η νέα υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως. 

Από την επαναφορά του Συμβουλίου Ιδρύματος- ένα μέτρο που ουδέποτε απέδωσε-, μέχρι την πλήρη απελευθέρωση των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών και τη σύνδεση της αξιολόγησης με τμήμα της κρατικής χρηματοδότησης -σε απόλυτη σύμπνοια με τους κανόνες της αγοράς- την επαναφορά της ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα Ανώτατα Ιδρύματα και την «έξωση» των αιώνιων φοιτητών, το όραμα της Κεραμέως για το χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στο να αφομοιώσουν τα ιδρύματα την ουσία μίας φιλελεύθερης λογικής που υπακούει στο δόγμα : «βγείτε στην αγορά και βρείτε χρήματα» και πολύ λιγότερο στην στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν παιδείας. 

Σε επιστολή της προς τους πρυτάνεις, η υπουργός παρέθεσε τις αλλαγές που επεξεργάζεται σχετικά με 22 ζητήματα, ζητώντας την άποψή τους και σημειώνοντας πως πρόθεση του υπουργείου είναι τους επόμενους μήνες να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση το νέο σχέδιο νόμου που θα διέπει τη λειτουργία της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ορισμένες από τις προτάσεις που καταθέτει περιλαμβάνουν τον επανακαθορισμό των αρμοδιοτήτων για τα όργανα διοίκησης του Πανεπιστημίου, τη θέσπιση νέων κανόνων για τον προσδιορισμό του ύψους της κρατικής χρηματοδότησης ανά Ίδρυμα, τη σύνδεση της αξιολόγησης με τμήμα της κρατικής χρηματοδότησης, την ίδρυση Ν.Π.Ι.Δ. για τη διαχείριση ίδιων πόρων από ερευνητικά προγράμματα, την αξιοποίηση σχημάτων ΣΔΙΤ για την κάλυψη αναγκών των Ιδρυμάτων, την απελευθέρωση των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών, την καθιέρωση ανώτατου χρονικού ορίου ολοκλήρωσης των προπτυχιακών σπουδών ν+2 (πλην ορισμένων εξαιρέσεων), την καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα Ανώτατα Ιδρύματα και τη διεύρυνση δυνατότητας δημιουργίας ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων. 

Μεταξύ άλλων, στην επιστολή της, αναφέρει πως «η κεντρική κατεύθυνση και στόχευση της νομοθετικής μας πρωτοβουλίας, όπως άλλωστε αυτή σκιαγραφήθηκε και στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης, είναι σαφής: ενίσχυση της αυτονομίας και αυτοδιοίκησης των Ιδρυμάτων, καθώς και δημιουργία των κατάλληλων εκείνων θεσμών, μηχανισμών και κινήτρων που θα εμπεδώσουν Ακαδημαϊκά Ιδρύματα πιο σύγχρονα και εξωστρεφή, αξιολογούμενα, πιο ανταγωνιστικά και σε κοινό βηματισμό με την αγορά εργασίας. Απώτερος σκοπός είναι να αναβαθμίσουμε το δημόσιο πανεπιστήμιο, απελευθερώνοντας τις δημιουργικές του δυνάμεις και αναδεικνύοντάς το σε εκπαιδευτικό κόμβο σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο».

Η υπουργός ζήτησε από τους πρυτάνεις των ελληνικών Πανεπιστημίων να της στείλουν έως την Δευτέρα τις σκέψεις τους σε σχέση με τα εν λόγω ζητήματα. Το κατά πόσο βέβαια θα ληφθούν υπόψη οι απόψεις των πρυτάνεων σε περίπτωση που δεν συμφωνούν με την κεντρική γραμμή που φαίνεται να έχει ήδη χαραχθεί από την κυβέρνηση μένει να φανεί. Ενδεικτικό της προαποφασισμένης στρατηγικής είναι άλλωστε και το γεγονός πως ο υφυπουργός Τουρισμού, Μάνος Κόνσολας, ανακοίνωσε πρόσφατα νόμο πλαίσιο για την τουριστική εκπαίδευση που θα περιλαμβάνει τη δημιουργία Πανεπιστημίου, το οποίο θα είναι αποκλειστικά προσανατολισμένο σε σπουδές για τον τουρισμό, με σύγχρονα πεδία σπουδών και ειδικότητες, ξενόγλωσσα τμήματα και συνδεδεμένο με την αγορά…

Μέλη ΔΕΠ Παντείου: Όχι στην μετατροπή των ΑΕΙ σε παίγνια της αγοράς και των ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων

Με ιδιαίτερα καταγγελτικό ύφος, σχολίασε την επιστολή της Κεραμέως. και το Δ.Σ. του συλλόγου μελών ΔΕΠ του Παντείου Πανεπιστημίου τονίζοντας πως «αντιτάσσεται στη λογική της ολοένα και μεγαλύτερης υποβάθμισης του ακαδημαϊκού χαρακτήρα των ΑΕΙ και μετατροπής τους σε παίγνια της αγοράς και των ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων». Αναφορικά με την πρόθεση της κυβέρνησης να ενισχύσει την αυτονομία και την αυτοδιοίκηση των Ιδρυμάτων, τα μέλη του ΔΣ του Παντείου τονίζουν πως «η έννοια της αυτονομίας δεν αναφέρεται στην δυνατότητα του Πανεπιστημίου να αυτοδιοικείται και να παίρνει αποφάσεις που το αφορούν. Αυτό που υπονοείται είναι να αυτονομηθεί οικονομικά από την Πολιτεία. Μια τέτοια αυτονόμηση προοδευτικά θα αφορά και την υποχρέωση της Πολιτείας να πληρώνει τους μισθούς ΔΕΠ και εργαζομένων και να προκηρύσσει θέσεις εργασίας. Δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θεωρούμε ότι σκοπός των Πανεπιστημίων είναι η παραγωγή και μετάδοση επιστημονικής γνώσης προς όφελος της κοινωνίας και του λαού, και όχι η εξυπηρέτηση των συγκυριακών διακυμάνσεων της αγοράς ή ακόμη χειρότερα, των επιχειρηματικών συμφερόντων. Άλλωστε, η μεταφορά του τομέα της έρευνας στο υπουργείο Ανάπτυξης προωθεί την εργαλειοποίηση της έρευνας υποβαθμίζοντας την ανεξαρτησία της και υπονομεύοντας τον ευρύτερο ανθρωπιστικό και κοινωνικό της ρόλο».

Σε σχέση με την πρόθεση της κυβέρνησης να συνδέσει τμήμα της κρατικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ με την αξιολόγηση, το Δ.Σ. του συλλόγου μελών ΔΕΠ του Παντείου τονίζει πως κάτι τέτοιο οδηγεί στην περαιτέρω μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και υπονομεύει τη λειτουργία τους σε μια περίοδο που η υφιστάμενη χρηματοδότηση δεν καλύπτει επαρκώς ούτε τις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστημίων. «Η στάση αυτή περιορίζει και αλλοιώνει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Πανεπιστημίων στην οικονομική ενίσχυση από το Κράτος(άρθρο 16 παρ.5) στο πλαίσιο του πλήρους αυτοδιοίκητου που πρέπει να απολαμβάνουν. Η εύρεση πρόσθετων πόρων χρηματοδότησης, επ’ ουδενί λόγο, δεν πρέπει να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της κρατικής χρηματοδότησης. Επιπλέον, η διεύρυνση των δυνατότητων απόκτησης πρόσθετων πόρων δεν απαιτεί τη θεσμοθέτηση νέων ΝΠΙΔ στο εσωτερικό τον ΑΕΙ. Αρκεί η θεσμική, στελεχιακή και οικονομική ενδυνάμωση των ΕΛΚΕ ( στο πλαίσιο των οποίων ήδη λειτουργούν σε ορισμένα ιδρύματα spin-off εταιρίες και συνάπτονται συμβάσεις ιδιωτικών ερευνητικών έργων). Είμαστε αντίθετοι στην ιδιωτική εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων και πνευματικών δικαιωμάτων που παράγει η ακαδημαϊκή έρευνα. Αυτή χρηματοδοτείται- μέσω του κράτους- από τον ελληνικό λαό και τα οφέλη της θα πρέπει να επιστρέφουν σ’ αυτόν. Το Πανεπιστήμιο δεν είναι και δεν πρέπει να λειτουργεί ως επιχείρηση. Το ΔΣ επαναλαμβάνει την πάγια ομόφωνη θέση του υπέρ της αναβαθμισμένης δημόσιας, δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης. Μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίζει στα παιδιά του ελληνικού λαού πρόσβαση στην επιστημονική και κοινωνική εξέλιξη και να συμβάλλει στην πρόοδο, ανάπτυξη και ευημερία της χώρας».

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου: Τα νέα μέτρα θα φέρουν νέα προβλήματα

Την ανησυχία τους για την επιστολή της Κεραμέως εξέφρασαν με ανακοίνωσή τους και τα μέλη του τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου, επισημαίνοντας ότι τα θέματα που προτείνονται προς νομοθέτηση δεν απαντούν στα χρόνια προβλήματα υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των ΑΕΙ που επιδεινώθηκαν δραματικά από την κρίση και τα μνημόνια.

«Αντίθετα θα προσθέσουν, νέα, εξίσου σοβαρά προβλήματα που θα οδηγήσουν στην απαξίωση και την υποβάθμιση της ποιότητάς των ακαδημαϊκών σπουδών που με αυταπάρνηση και προσωπικές θυσίες διατηρούν τα μέλη του ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού των Ιδρυμάτων. Κατ’ αρχήν η πρόσκληση διαλόγου του Υπουργείου δεν πείθει για τις προθέσεις της καθώς τα χρονικά περιθώρια είναι απαγορευτικά και, επιπλέον, έχουν δηλωθεί οι σχεδιαζόμενες αλλαγές. Ο κεντρικός πυλώνας των τελευταίων είναι η επιτάχυνση της επιχειρηματικοποίησης των ΑΕΙ (δηλαδή της έμμεσης ιδιωτικοποίησης τους) αλλά και η ενίσχυση μη-συνταγματικών ιδιωτικών εγχειρημάτων στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης», αναφέρεται σε ανακοίνωσή τους.

Ακόμη, όπως επισημαίνεται, με τα προτεινόμενα προς νομοθέτηση μέτρα, τα Πανεπιστήμια θα μετατραπούν σε ιδιότυπες επιχειρηματικές μονάδες και θα χάσουν τον συνταγματικά προβλεπόμενο κοινωνικό τους ρόλο ως ιδρυμάτων παραγωγής και διάδοσης επιστημονικής γνώσης υψηλών προδιαγραφών. «Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν συμβάλουν όπως «διακηρύσσεται» στην ευκολότερη πρόσβαση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, θα δημιουργηθεί μία προστατευμένη κοιτίδα «άριστων» αναπαράγοντας τις υφιστάμενες κοινωνικές ανισότητες και θεσμοθετώντας πρόσθετα εμπόδια στην ομαλή επαγγελματική ένταξη των πτυχιούχων από μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Η δε θεσμοθέτηση βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ θα επιβαρύνει οικονομικά τις οικογένειες των υποψήφιων φοιτητών με πρόσθετες δαπάνες για φροντιστήρια στην προσπάθειά τους να «επιτύχουν» την πολυπόθητη «βάση». Ταυτόχρονα θα ενισχύσει με πρόσθετη «πελατεία» τα αμφίβολης ποιότητας ιδιωτικά κολλέγια για τα οποία δεν εφαρμόζονται ανάλογα κριτήρια και προδιαγραφές ποιότητας των σπουδών που παρέχουν. Επιπλέον, η διάλυση του κεντρικού μηχανισμού κατανομής εισακτέων (με τα όποια προβλήματα είχε) και η παραχώρηση στα πανεπιστημιακά τμήματα του δικαιώματος να ορίζουν δικούς τους αριθμούς εισακτέων και επιπρόσθετα κριτήρια εισαγωγής θα οδηγήσει, όπως έγινε στο εξωτερικό όπου εφαρμόσθηκε, σε κατακερματισμό της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης και δημιουργία κάποιων υποτιθέμενα «αριστοκρατικών» ιδρυμάτων και γνωστικών αντικειμένων με την ταυτόχρονη υποβάθμιση (ή ακόμη και κλείσιμο) των περισσότερων άλλων».

Σύγκλητος Παν. Ιωαννίνων

Από την πλευρά της η Σύγκλητος του Παν. Ιωαννίνων με ανακοίνωσή της διατύπωσε τις θέσεις επί των 22 αλλαγών που ετοιμάζει η υπουργός Παιδείας.

Πιο συγκεκριμένα αναφορικά με τα όργανα διοίκησης αναφέρει πως η σημερινή κατανομή αρμοδιοτήτων στα όργανα διοίκησης είναι ισορροπημένη και δεν χρήζει άμεσων τροποποιήσεων, εκτός, ίσως, από την ενίσχυση της Κοσμητείας, που θα μπορούσε να αναλάβει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο στην οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών και την καταγραφή των εκπαιδευτικών αναγκών των επιμέρους Τμημάτων.

«Αντί Συμβουλίου Ιδρύματος, βλέπουμε την ανάγκη να δημιουργηθούν εξειδικευμένες δομές με τη συγχώνευση και τη μετεξέλιξη υπαρχουσών υπηρεσιών, που θα εξυπηρετήσουν εν τοις πράγμασι τον στρατηγικό σχεδιασμό του Ιδρύματος, καταγράφοντας συστηματικά το προφίλ των εισακτέων, τις επιδόσεις των φοιτητών, την πορεία των αποφοίτων, τις αλλαγές στην αγορά εργασίας και τις ευκαιρίες εξωτερικής χρηματοδότησης. Επίσης, διαπιστώνουμε την ανάγκη να δημιουργηθούν συμβουλευτικά όργανα υψηλού κύρους στα Πανεπιστήμια (π.χ. Scientific Advisory Board)»

Μεταξύ άλλων τονίζουν την κατηγορηματική αντίθεσή τους στη δημιουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο. «Το κίνητρο της κερδοφορίας μέσω διδάκτρων θα δημιουργήσει συνθήκες που αντιφάσκουν με το πνεύμα του άρθρου 16 του Συντάγματος. Επιμένουμε στα ΠΜΣ χωρίς δίδακτρα και βλέπουμε την πιθανότητα υιοθέτησης ανταποδοτικών κριτηρίων μόνο σε προγράμματα εκτός του κυρίου εκπαιδευτικού κορμού, όπως θερινά σχολεία, προγράμματα εξειδίκευσης σε επιμέρους τεχνολογίες και δραστηριότητες δια βίου μάθησης». 

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.