ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Μαίρη Χρονοπούλου: «Άμα το πάθος είναι αβέρτα χύμα, παύει να είναι πάθος»

Η Μαίρη Χρονοπούλου στο «Γοργόνες και μάγκες» (1968)

Μια μέρα με τη θρυλική μορφή του ελληνικού κινηματογράφου, μια συνέντευξη που κάλυψε 87 χρόνια έντονης ζωής. 

Η Μαίρη Χρονοπούλου είναι η χαρά της ζωής… κυριολεκτικά όµως. Παρόλο που από το τηλέφωνο µου είπε ότι θα µου µιλήσει από το «κρεβάτι του πόνου», η νεανική της φωνή και η ταχύτητα του λόγου της µετρίασαν κάπως τις φοβίες µου για το τι θα αντίκριζα. Φοβίες που είχαν ενταθεί µε µια βόλτα στο διαδίκτυο και συγκεκριµένα σε άρθρα µε δακρύβρεχτους τίτλους και σχεδόν σοκαριστικές φωτογραφίες. Καµία σχέση. Σίγουρα έζησε πολλές προσωπικές τραγωδίες τα τελευταία χρόνια, όµως δεν πτοήθηκε. ∆εν είναι τυχαίο που πρόσφατα, µετά την αναπηρία της από εκείνο το αυτοκινητικό δυστύχηµα το 1999, µπόρεσε να σηκωθεί από το αναπηρικό αµαξίδιο και να κάνει τα πρώτα της βήµατα.

Με υποδέχτηκε η ίδια µε τη Λαµάρα, την οικιακή της βοηθό, στο αποµονωµένο σπίτι της στο βουνό της Παιανίας. Την ώρα που έµπαινα στο δωµάτιό της ένα déjà vu το έπαθα, καθώς στη γιγαντοοθόνη της τηλεόρασης έπεφταν οι τίτλοι τέλους από το «Μια κυρία στα µπουζούκια». Παρήγγειλε στη Λαµάρα να µας φτιάξει από ένα Campari µε λεµόνι, πήρα θέση απέναντί της και ο πάγος έσπασε σε ελάχιστα λεπτά.

Κυρίες και κύριοι, η Μαίρη Χρονοπούλου, µία από τις µεγαλύτερες σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηµατογράφου, είναι εδώ και µιλάει αποκλειστικά στο Docville, όµορφη, γλυκιά, περιποιηµένη και ευφραδής, σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Παρά τα 87 της χρόνια και τα προβλήµατα που εξακολουθούν να την ταλαιπωρούν.

«Μήπως να την αφήναµε τη συνέντευξη για τον καινούργιο χρόνο; ∆εν µας πήγε καλά αυτός, καθόλου καλά δεν µας πήγε...»

Στη διάρκεια της συνέντευξης με τον Αντώνη Μποσκοΐτη

Μην ανησυχείτε, θα κάνει ποδαρικό η συνέντευξή σας για να µας πάει καλά η χρονιά.

Αντε να δούµε, άντε. Πάµε. Και να µιλάµε στον ενικό.

Μου είπες ότι θα µε συναντήσεις από το «κρεβάτι του πόνου», αλλά ένιωσα να το λες µε περηφάνια, σαν µια νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Ακριβώς όπως το λες. Ηµουν τελείως παράλυτη και έκανα τροµερές φυσικοθεραπείες ώστε σήµερα να µπορώ να σηκωθώ στα πόδια µου. Πώς να µην το πεις λοιπόν ήττα του θανάτου από τη ζωή;

Στη ζωή σου κινήθηκες µε αξιοπρέπεια.

Κάποιος άνθρωπος κάποτε µου χάρισε τη «Μαρίνα των βράχων» του Ελύτη. Μου έµεινε µια φράση: «Η Μαρίνα είναι µακριά απ’ την ηθική, είναι γεµάτη ήθος». Πιστεύω ότι δεν υπήρξα ποτέ ηθικολόγος, αλλά είχα πάντα βαθύτατο ήθος µέσα µου. Πολύ.

∆εν έχω απέναντί µου πια τη «Γυναίκα του κεφιού», την ηρωίδα του τραγουδιού. Βρίσκεις κάτι το ίδιο συναρπαστικό στα γεράµατα;

Ναι, ναι (µε σιγουριά). Σίγουρα, γιατί τα µέσα µας δεν γερνάνε. Η ψυχούλα µας και όσο το µυαλό µας είναι καλά. ∆εν είναι µόνο η µνήµη, αλλά βρίσκεις ερεθίσµατα και σε αυτή την ηλικία.

Οπως;

Από ένα καλοµαγειρεµένο φαγητό µέχρι το ποτό που πίνω ή να πέτυχαν οι κουραµπιέδες µας. Μια καλή κουβέντα ακόµη ή ένας καλός φίλος που θα µιλήσω µαζί του.

Με τη Ζωή Λάσκαρη στην πρεμιέρα της ταινίας «Χωρίς ταυτότητα» (1962)

Η οµορφιά και η γοητεία σου σε διευκόλυναν στις ανθρώπινες σχέσεις;

∆εν ήµουν όµορφη. Ενδιαφέρουσα ήµουν.

Το πιστεύεις αυτό τώρα;

Απόλυτα. Ηµουν ενδιαφέρουσα και αυτό µέτραγε πιο πολύ. Εννοώ ενδιαφέρουσα από τα µέσα µου και αυτό µέτραγε πολύ παραπάνω από µια αντικειµενική οµορφιά. ∆ιαφορετικά η Πάρη Λεβέντη και η Ρίκα ∆ιαλυνά θα έπρεπε να µας είχαν πάρει όλους τους ρόλους και όλους τους άντρες. Ωραίες κοπέλες ήταν αυτές. Ούτε τους άντρες µας φάγανε ούτε τους ρόλους. Φυσικά και η γοητεία ήταν κίνητρο για ευκολότερες σχέσεις και τη µεταχειρίστηκα στο έπακρον (γέλια). Μη φοβάσαι, δεν βγήκα αδικηµένη καθόλου από τη ζωή.

Το ότι είσαι πια κάπως σαν σύµβολο έγινε ερήµην σου;

Ναι. Από τα µέσα µου πάλι και ίσως να το κατάλαβε ο κόσµος. ∆εν αποσκοπούσα ποτέ σε κάτι τέτοιο.

Και πότε το είδες να συµβαίνει;

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια. Πρέπει να µεγαλώσεις για να σε µυθοποιήσουν.

Και σου αρέσει αυτό;

Πώς να µη µου αρέσει; Η µαταιοδοξία είναι δυνατό συναίσθηµα… του κερατά. Ολοι, µα όλοι ανεξαιρέτως, είµαστε µαταιόδοξοι. Μέχρι το τέλος.

∆εχόσουν µόνο τη δική σου αλήθεια στην ερµηνεία των πραγµάτων;

Πάντα πίστευα στη δική µου µεγάλη αλήθεια και αυτήν αποζητούσα.

Μονοµερές δεν ακούγεται αυτό;

Μα ήµουν µονοµερής και µονοµανής πολύ. Κακοµαθηµένη, αν θες, αλλά έτσι ήµουν. ∆εν δεχόµουν άλλη αλήθεια για τα πράγµατα εκτός από τη δική µου. Ποτέ δεν µε ενδιέφερε η αλήθεια των άλλων.

Και όταν προστρέχεις στα ποιητικά έργα δεν αναζητάς την αλήθεια του καλλιτέχνη;

Για τον Ελύτη το λες αυτό; Τι ωραίος ο Ελύτης, Θεέ µου, τι ερωτικός. Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο τσακωνόµασταν· αυτουνού του άρεσε ο Σεφέρης και του έλεγα: «Χριστιανέ µου, ο Ελύτης είναι ερωτικός». «Και ο Σεφέρης είναι» µου απαντούσε. «Πού τον είδες, µωρέ, ερωτικό τον Σεφέρη;» επέµενα και απαντούσε ξανά ο Θόδωρος: «Είναι ερωτικός, αλλά το έχει κρυµµένο» (γέλια). Ο γλυκός µου. Ο Ελύτης υπήρξε και πολύ ωραίος άντρας ακόµη και σε µεγάλη ηλικία. Λιώνω µε τον «κύριο Αλεπουδέλλη», να µε συγχωρείς. Ο Σεφέρης ναι µεν είναι µεγάλος ποιητής, αλλά δεν µε γρατζούνισε ποτέ.

Η Μαίρη Χρονοπούλου, ο Νίκος Κούρκουλος και η Μελίτα Κουτσογιάννη στα παρασκήνια των προβών της παράστασης «Ο πύργος» του Κάφκα στο Θέατρο Βεάκη (1964)

Από τη µια η Finos Film, Χόλιγουντ αλά ελληνικά, από την άλλη το «Χώµα βάφτηκε κόκκινο» και Αγγελόπουλος, µια πιο αριστερή θεώρηση των πραγµάτων.

Τα λάθη της Αριστεράς τα είχα διαβάσει, τα ήξερα, µαζί µε τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Ποτέ δεν ήµουν αριστερή αριστερή· θα έλεγα ότι ήµουν ροζέ, ποτέ κόκκινη. Ενωσις Κέντρου αρχικά και µετά παθιασµένο ΠΑΣΟΚ. Στην Αριστερά δεν µπορούσα να πιστέψω µε τόσα λάθη που είχε χρεωθεί. ∆εξιά δεν ήµουν ποτέ, εννοείται – άρα τι µένει; Ενα ροζέ παιδί και µάλιστα εκ τύψεων.

Τι εννοείς «εκ τύψεων»;

Γίνονταν πληµµύρες, πέφτανε οι σκεπές, πνίγονταν οι φτωχοί άνθρωποι. Εγώ είχα τύψεις γιατί έµενα σε ένα καλό διαµέρισµα σε καλό καρτιέ, είχα τις δασκάλες µου, το καλό ιδιωτικό σχολείο, είχα ανέσεις. Αυτό µε γέµισε από νωρίς µε τύψεις. Γιατί εγώ να τα ’χω όλα αυτά και οι άλλοι να µην τα έχουν; Υποχρεωτικά έγινα ροζέ, ΠΑΣΟΚ δηλαδή. Μας απογοήτευσε, φάγαµε τη µούφα του, πέρασε κι αυτό. Τον µεθύσαµε τον ήλιο σίγουρα ναι. Τον µεθύσαµε µε τον λάγνο και πλάνο Παπανδρέου µε το «Ελληνίδες και Ελληνες». Και ο Λοΐζος να τρέχει από πίσω του, τι πράγµα ήταν κι αυτό.

Το ροζέ παιδί δυσκολεύτηκε µε αντίθετους πολιτικά συναδέλφους του;

Οχι, ποτέ, ο καθένας είχε τα πιστεύω του. Τους σεβόµουν και µε σέβονταν, αν και δεν τολµούσε και κανείς να βγει να µου την πει. Ηµουν και δυναµικό παιδί που είχα χειροδικήσει, ξέρεις.

Σε ποιον; Η Καλή Καλό µου είχε πει, λόγου χάρη, ότι είχε χαστουκίσει τη Ρένα Βλαχοπούλου.

∆εν ήταν ποτέ για χαστούκι η Ρένα, η Ρηνούλα. Ηταν τόσο καλό παιδί. Εγώ είχα χειροδικήσει στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, όταν µου είχε κάνει µια τεράστια αδικία στους «Κυνηγούς». Το χρειαζόταν. Βγήκα από το δωµάτιό µου, στον πάνω όροφο, στις Κάννες και τσίριζα σαν Κατίνα: «Αγγελόπουλε! Ελα απάνω τώρα». Ανέβηκε και εγένετο της κακοµοίρας. Στο διπλανό δωµάτιο ήταν ο αδερφός του µαζί µε έναν νεαρό, τον ανιψιό της Μαρίκας Καψή, και τους άκουσα να λένε: «Μα δεν θα της απαντήσει; ∆εν θα της δώσει κι αυτός κάνα χαστούκι;». Τίποτε αυτός. Επειτα από αυτό δεν περίµενα να µε ξαναπάρει.

Με τον Τζούλιο Μπρότζι στο «Ταξίδι στα Κύθηρα»

Ο κόσµος θέλει αποµονωµένο τον καλλιτέχνη; Οταν τον βλέπει µες στη συνάφεια του κόσµου δυσκολεύεται να τον µυθοποιήσει;

Η αποµόνωση χτίζει πολύ µύθο, πολύ παραµύθι. Ξέρεις τι σηµαίνει να είµαι εγώ αποµονωµένη στο βουνό µε γύρω γύρω χιλιάδες στρέµµατα άχτιστα; Πιστεύω πως έπαιξε µεγάλο ρόλο στην υστεροφηµία µου.

Ποια η διαφορά δηλαδή αν έµενες σε ένα διαµέρισµα στο Παγκράτι;

Οχι Παγκράτι τώρα, να χαρείς. Εγώ είµαι γέννηµα θρέµµα του ιστορικού κέντρου, δεν µπορώ να σκεφτώ ότι θα έµενα στο Παγκράτι. Θα ήταν φθορά για µένα να µε βλέπουν µε την τσίµπλα στο µάτι να πηγαίνω στο περίπτερο να παίρνω τσιγάρα ή να φωνάζω τον περιπτερά να έρχεται αυτός.

Αναζητούσες τελειότητα στη ζωή ή την τέχνη σου;

Στην τέχνη µου, νοµίζω. Τελειότητα στη ζωή δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι είµαστε γεµάτοι λάθη. ∆εν ωραιοποίησα τη ζωή µου, ενώ τη δουλειά µου µε τα χρόνια την έκανα πολύ καλύτερη.

Ποιος είχε τη στόφα του σπουδαίου µέσα από την Ελλάδα που γνώρισες;

Ο Παπανδρέου, θα έλεγα. Είχε γοητεία το κέρατο. Και ο Αγγελόπουλος. Μόνο που ούτε ο Παπανδρέου θα µπορούσε να κάνει ταινία ούτε ο Αγγελόπουλος να ’ναι καλός οικονοµολόγος. Επίσης, ο Βασίλης Γεωργιάδης και πάνω απ’ όλους, τώρα που το σκέφτοµαι, ο Μίνως Βολανάκης. Ηµασταν νύχι µε κρέας, είχαµε σχεδόν ερωτική σχέση µε τον Βολανάκη και µου κόστισε πάρα πολύ ο θάνατός του. Σου ορκίζοµαι ότι δύο φορές τον είδα σαν σκιά, ολόγραµµα, εδώ κάτω, ενώ εγώ ήµουν πάνω στην κρεβατοκάµαρά µου. Φόραγε το µακρύ παλτό του και το κόκκινο κασκόλ και του φώναξα σαν σε όραµα: «Μινούς!» – έτσι τον έλεγα. ∆ύο φορές τον είδα εδώ µέσα και µην το γελάς. Επίσης, λάτρευα τον Γιάννη τον ∆αλιανίδη. Κι ας µην τον κακολογούν, δεν κάνει...

Ποιος τον κακολογεί; Ο ∆αλιανίδης δικαίως είναι πια στο απυρόβλητο.

∆εν κάνει, γιατί αυτός µας έφτιαξε όλους. Ποιος να τον κακολογήσει τώρα, πού να τολµήσει; Ηταν τόσο αγαπηµένος φίλος ο Γιάννης.

«Οι θαλασσιές οι χάντρες»: η πρώτη της εμφάνιση σε μιούζικαλ (1967)

Τι είναι αυτό που πονάει στις απώλειες; Οτι δεν θα ξαναδούµε κάποιους ανθρώπους;

Ναι, ο Νίκος ο Κούρκουλος, ας πούµε, µια ζωή ήταν ο µεγάλος µου αδερφός. Οταν πέθανε ο Νίκος, κλείναµε 52 χρόνια φιλίας. Αδέρφια, µια σάρκα. Το ίδιο και ο Γιάννης ο Βόγλης ή ο Φαίδων Γεωργίτσης.

Ξέρεις τι θυµήθηκα τώρα; Μια συναυλία στη Λυρική Σκηνή για τους σεισµοπαθείς του Μεξικού. Είχες προλογίσει τη Φλέρυ Νταντωνάκη, ήσουν η παρουσιάστρια της βραδιάς.

Ανάθεµα κι αν θυµάµαι πότε έκανε σεισµούς στο Μεξικό (γέλια). Τρέχα γύρευε, φιλανθρωπικές συναυλίες που δεν θυµόµαστε γιατί τις κάναµε, αυτά είναι. Τη Φλέρυ την ήξερα, γιατί µου ’χε κλέψει κι ένα τραγούδι. Αστειεύοµαι. Αναφέροµαι σε ένα τραγούδι του Χατζιδάκι που είχα πρωτοπεί εγώ στην Επίδαυρο (σ.σ.: το «Ερωτα εσύ» από τη «Μήδεια» του Ευριπίδη σε µετάφραση Παντελή Πρεβελάκη, από τον «Μεγάλο ερωτικό»). Ε τι να κάνουµε, το είπε η Φλέρυ στον δίσκο που είχε καλύτερη φωνή από µένα. Τη γνώρισα αλλά µέσω του Μάνου, δεν κάναµε παρέα ποτέ. Τον Μάνο τον ήξερα προτού γίνει διάσηµος, από όταν ήµασταν παιδιά. Εγώ παιδίσκη κι εκείνος νεαρούλης και, αν το πιστεύεις, µε φλέρταρε κιόλας.

Παράξενο λίγο.

Σ’ εµένα, που υπήρξα gay queen και trans queen, τίποτε δεν ήταν παράξενο.

Γιατί σε αγαπούσαν τόσο πολύ οι αποσυνάγωγοι της ζωής;

Ισως µε το ένστικτο των κοινωνικά καταπιεσµένων διέβλεπαν ότι δεν ήµουν καθόλου ρατσίστρια. Και γι’ αυτό µε αγαπούσαν.

Είχες δώσει και µια ωραιότατη συνέντευξη στο «Κράξιµο» της Πάολας Ρεβενιώτη.

Ακριβώς όπως το λες, ωραιότατη συνέντευξη. Με συγχωρείς, έδωσε στο ίδιο τεύχος συνέντευξη ο Ταχτσής, που ήταν πολύ φίλος µου.

Η Πάολα µού είχε πει πόσο εκτίµησε τη δοτικότητά σου.

Τι κάνει η Πάολα; Τη θυµάµαι όταν βρεθήκαµε – ήταν ένα αγόρι µε µακριά µαλλιά και άρβυλα. Καθόλου δεν µε εξέθεσε η Πάολα και ήταν χαρά µου. Την αγαπούσα πολύ. Και τον Κωστάκη τον Ταχτσή αγαπούσα πολύ. Τι απώλεια! Ξέρεις, είχαµε ραντεβού εδώ στις 9 για να µάθουµε ένα έργο του µε την Κοντού. Στις 8 µε παίρνει τηλέφωνο µια φίλη µου. «Περιµένω τον Ταχτσή» της κάνω και µου λέει: «Μην τον περιµένεις. Τον σκότωσαν». Βγαίνω έξω, µε βουτάνε κάτι µπάτσοι και µε πάνε κατευθείαν στην Ασφάλεια. Την άλλη µέρα, στις 8 το πρωί, πέταγα για το Φεστιβάλ Βενετίας. Με πέρασαν από ανακρίσεις – γιατί λες; Είχε ο Ταχτσής ένα καρνέ µε τηλέφωνα. Με είχε στο «Χ», Χρονοπούλου Μαίρη. Με άφησαν κάποια στιγµή, γύρισα στο σπίτι µου βρόµικη και ελεεινή και πήρα τις βαλίτσες µου κατευθείαν για Ιταλία.

Τον έζησες από κοντά τον Ταχτσή;

Ναι, κάναµε παρέα. Ανά περιόδους είχε τρίχες, άφηνε µούσι και ήταν άντρας. Οταν έβλεπα χαλάουα και ξύρισµα καταλάβαινα ότι άρχιζε την παλιοζωή. Και ξέρεις, δεν το έκανε από βίτσιο, αλλά από ανάγκη. Του έδινε έναν πίνακα ο Φασιανός, τον πούλαγε, πέρναγε έξι µήνες. Μετά, όταν ξέµενε, έβγαινε στην πιάτσα. Ζούσε από αυτό, ήµουν µάρτυς και το ξέρω.

Ίσως η παρέα µε τον Ταχτσή να σε έκανε τόσο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Όχι, πολύ πιο πριν ήµουν ανεκτική. Αν θέλεις, από την επαφή µου µε τον Χατζιδάκι και µε τον ∆αλιανίδη.

Σου έλεγε τα ερωτικά του ο ∆αλιανίδης;

Όχι, τα ήξερα όµως. Τα ζούσα.

Στον Βουτσά πάντως τα έλεγε. Ο ίδιος µου το είχε εκµυστηρευτεί.

Ο ∆αλιανίδης σεβόταν πολύ τις γυναίκες. ∆εν χρειαζόταν να µου πει τίποτε, ζούσα από πρώτο χέρι τους καηµούς και τα κλάµατά του. Ο Γιαννάκης µου, ο χρυσός µου. Ξέρεις ποιος ήταν µέγας λεβέντης ανάµεσα στους γκέι; Ο Γιάννης ο Φλερύ! Μπροστάρης, πραγµατικός αριστερός, τον θαύµαζα πολύ.

Στα «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» με τον Αλέκο Αλεξανδράκη (1965)

Αν υποτεθεί πως διάγουµε την εποχή µιας απόλυτης απελευθέρωσης, µήπως παραγκωνίστηκε η έννοια της καύλας και του πάθους;

Σωστά, άµα το πάθος είναι αβέρτα χύµα, παύει να ’ναι πάθος. Το πάθος πρέπει να ’ναι καναλιζαρισµένο, να βρίσκεται σε κανάλι και να βγει µε την έκρηξη στην άκρη της κάννης. ∆εν γίνεται, ρε φίλε, να είναι όλα στο πιάτο, πόσο µάλλον όταν πας να το υπερασπιστείς αυτό και µε θεωριτικούρες. ∆εν υπάρχει πάθος έτσι, υπάρχει ξεκώλιασµα.

Θα ήθελες να φτάσεις 107 χρόνων όπως η µητέρα σου;

Όχι (το φωνάζει). Μια φρίκη. Τα ’χε χάσει στα 100 και ήταν σαν φυτό. Οδηγούσε βέβαια µέχρι τα 95 της. Με 200 έτρεχε. Παλιά έπαιρνε τον χωµατόδροµο που ήταν εδώ πάνω µε 150, για να µην αισθάνεται τις λακκούβες. Μιλάµε για πολύ παλιά οδηγό, προπολεµική.

Τη σκέφτεσαι συχνά;

Τη σκέφτοµαι, αλλά φοβάµαι ότι δεν την αγαπούσα. Ήταν πολύ σκληρή µάνα. Μου λείπει φοβερά ο πατριός µου, εκείνος πέθανε στα 72 και η µαµά στα 107. Πριν από 32 χρόνια έφερα εδώ τα κόκαλά του σε έναν άδειο τάφο, τσιµεντωµένο. Πήγαινα εκεί, έκανα τσιγάρο και του µιλούσα. Έβαλα και τη µάνα µου εκεί όταν πέθανε πριν από τρία χρόνια. Τους τσιµέντωσα και τους δύο –γιατί εγώ δεν πρόκειται να ταφώ– και ησύχασα.

Μίλησέ µου ακόµη λίγο για τη σχέση µε τη µάνα σου.

Ήταν πολύ σκληρή γυναίκα. ∆εν την ένοιαζε η καλλιτεχνία, αφού κι εγώ δεν βγήκα µικρή στο θέατρο. Ήταν λίγο Αουσβιτς, λίγο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Ακροδεξιά δεν ήταν, αν και µάλλον ∆εξιά ψήφιζε. Κρατούσε και µια σιγή γύρω από τα πολιτικά.

Ξαλάφρωσες µε τον θάνατό της;

Ναι, κατά έναν τρόπο. ∆εν ήθελα βέβαια να πεθάνει, γι’ αυτό και της στάθηκα πολύ στα τελευταία της. Της είχα απίστευτη πολυτέλεια, έκανα το καθήκον µου ως κόρη για να µην έχω τύψεις.

Και δεν το εκτιµούσε;

Γενικά δεν εκτιµούσε τίποτε. Καλό λόγο δεν είχε ποτέ. Σκυλί ήταν η µαµά. Ας είναι καλά όπου έχει πάει, αλλά δεν θα ήθελα να συναντηθούµε. Ζηλεύουν οι µανάδες τις κόρες τους, να ξέρεις.

Και συχνά τις φορτώνουν µε ψυχολογικά προβλήµατα θες να µου πεις;

Εµένα δεν το κατόρθωσε, όσο κι αν το ήθελε. Τα δικά της τα λάθη εγώ τα πλήρωσα ως µοναχοπαίδι. Έτσι µας άφησε και ο πατέρας µου, µας εγκατέλειψε. Τον έχασα κι αυτόν γύρω στα 80 του.

Είχες επαφές µε τον βιολογικό σου πατέρα;

Ελάχιστες, γιατί µε είχε πληγώσει όταν µας άφησε. Ηµουν σχεδόν οκτώ ετών και µεγάλωνα, υποτίθεται, σε ένα εύπορο περιβάλλον και από τις δυο µεριές. Μου έλειψε ο πατέρας, πόσο µάλλον όταν αδιαφορούσε όταν εγώ έκανα τη µεγάλη καριέρα µου. Αντίθετα, µε τον πατριό µου γνώρισα τι θα πει πατρική στοργή. Αγιο Βασίλη τον λέγαµε, άγιος άνθρωπος ήτανε.

Ευχαριστώ όσο δεν φαντάζεσαι για τη συνέντευξη.

Να µη µ’ ευχαριστείς. ∆εν θέλω πια να δίνω συνεντεύξεις. Αν δεν µου άρεσε η παρέα σου και η δουλειά σου, δεν θα σου χαριζόµουν. Ξέρεις τι µου ’κανες µόνο; Πεθύµησα πάλι, ύστερα από πολλούς µήνες, να ξανανάψω τσιγάρο. 

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.