Με την «ευλογία» του ΣτΕ το σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ ομοφύλων ζευγαριών

Με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας τα ομόφυλα ζευγάρια μπορούν να συνάπτουν σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, καθώς σήμερα απορρίφθηκαν ως αβάσιμες και απαράδεκτες οι αιτήσεις Μητροπολιτών, ιερέων, κ.λπ.

Με τις αιτήσεις αυτές ζητούσαν να ακυρωθεί το νομοθετικό πλαίσιο του 2015 που έδωσε την δυνατότητα και στα ομόφυλα ζευγάρια να υπογράφουν σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης.

Στο ΣτΕ είχαν προσφύγει οι Ιερές Μητροπόλεις Πειραιώς, Κυθήρων και Γόρτυνος, καθώς και οι Μητροπολίτες αυτών, η Εστία Πατερικών Μελετών-Μη κυβερνητική οργάνωση, όπως και πλέον των 160 μοναχών, πολιτών, δικηγόρων, κ.λπ. Όλοι στρέφονται ουσιαστικά κατά του σκέλους εκείνου του νόμου 4356/2015 που επεκτείνει το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Σύμφωνα με την αυξημένη, 7μελή, σύνθεση του Γ΄ Τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (πρόεδρος η Αικατερίνη Συγγούνα και εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας Αναστασία Παπαδημητρίου) η επέκταση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια που υλοποιήθηκε με το νόμο 4356/2015 είναι συνταγματική, σύμφωνη με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πλευρά της εκκλησίας

Η Εκκλησία υποστήριζε, μεταξύ των άλλων, ότι το νομοθετικό πλαίσιο για την επέκταση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια προσβάλλει τα κρατούντα στην Ελλάδα χρηστά ήθη, όπως αυτά καταγράφονται στα άρθρα 2 και 5 του Συντάγματος. Ακόμη, υποστήριζε ότι πλήττονται οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας και τα κρατούντα στην χώρα μας χρηστά ήθη και αντιλήψεις.

«Το σύμφωνο συμβίωσης δεν ανταγωνίζεται τον γάμο»

Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών, σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας, δεν ανταγωνίζεται το θεσμό του γάμου και δεν θίγει με οποιονδήποτε τρόπο την δια του γάμου ιδρυόμενη και συνταγματικώς προστατευόμενη οικογένεια.

Ούτε όμως υπάρχει αντίθεση του συμφώνου προς τους δογματικούς κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Θρησκείας, ούτε θίγονται με τρόπο οι ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των Ορθοδόξων Χριστιανών πολιτών εγγάμων γονέων και μη και τέλος δεν στοιχειοθετείται βλάβη στις Μητροπόλεις, κ.λπ.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας, με τις υπ΄ αριθμ. 2003 και 2004/2018 αποφάσεις του απέρριψε όλες τις αιτήσεις ακύρωσης των Μητροπόλεων, κ.λπ., επισημαίνοντας ότι από τις συνταγματικές επιταγές συνάγεται «η κατοχύρωση του απαραβίαστου της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, στον πυρήνα της οποίας ανήκει η ερωτική ζωή και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, ο οποίος ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητας και της ελευθερίας αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, πρέπει σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία να είναι απολύτως σεβαστός και να μην αποτελεί αιτία διακρίσεων από την πλευρά της κρατικής εξουσίας».

Από το Σύνταγμα «ο γάμος και η οικογένεια έχουν αναχθεί σε συνταγματικώς προστατευόμενους θεσμούς, αλλά η προστασία αυτή δεν έχει συγκεκριμένο πάντοτε περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της καθορίζονται από το νομοθέτη», αναφέρεται στις δικαστικές αποφάσεις οι οποίες προσθέτουν:

«Ο νομοθέτης δεν κωλύεται από τις συνταγματικές επιταγές να τροποποιεί τις ρυθμίσεις περί των τρόπων σύστασης της οικογένειας ή να αναγνωρίζει στα πλαίσια των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ισότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, άλλες εναλλακτικές προς το γάμο μορφές συμβίωσης και δια αυτών ίδρυση οικογενειακών δεσμών, δεδομένου ότι η συνταγματική προστασία της οικογένειας δεν αφορά αποκλειστικά στην δια γάμου ιδρυόμενη και από τη φύση του υφίσταται κατ΄ ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά την διαδρομή του χρόνου υποκείμενες σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς».

«Η θέσπιση της εναλλακτικής μορφής συμβίωσης δεν θίγει τον συνταγματικώς προστατευόμενο θεσμό του γάμου από τον οποίο διαφοροποιείται σημαντικά, δεδομένου ότι στοχεύει στην κάλυψη διαφορετικών κοινωνικών αναγκών και συγκεκριμένα στην αναγνώριση και προστασία de facto συντροφικών σχέσεων, που ενώ αποτελούν μέρος της σύγχρονης πραγματικότητας παραμένουν εκτός των πλαισίων της έννομης τάξης», υπογραμμίζει το ΣτΕ.