Διαστρεβλώνεται η αλήθεια για τις πολύ σημαντικές αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου

Διαστρεβλώνεται η αλήθεια για τις πολύ σημαντικές αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου

Άρθρο της πρώην Γενικής Γραμματέα του ΥΠΠΟΑ που απαντά σημείο προς σημείο στις δηλώσεις της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη

Για μια ακόμη φορά, με την απάντηση της υπουργού Πολιτισμού κ. Λίνας Μενδώνη σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΜέΡΑ 25 κ. Κρίτωνα Αρσένη (η οποία αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΥΠΠΟΑ στις 21.9.2020) διαστρεβλώνεται η αλήθεια για τις πολύ σημαντικές αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου στο Μετρό Θεσσαλονίκης και δημιουργούνται εντελώς λανθασμένες εντυπώσεις προκειμένου να υποστηριχθεί πάση θυσία η εξαγγελία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ στις 7.9.2019 για απόσπαση των πολύ σημαντικών αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου και επιστροφή στην περίοδο πριν από το 2015.

Ξεκινώντας από τη δήλωσή της ότι «η απρόσκοπτη συνέχιση του έργου του μετρό διαταράχθηκε εξαιτίας της ανατροπής κατά την περίοδο 2015-2019», υπενθυμίζω ότι οι εργασίες στο μετρό είχαν σταματήσει σταδιακά από τον Μάρτιο του 2013 έως τον Μάρτιο του 2016 λόγω προβλημάτων του αναδόχου. Και αν από το 2006 έως το 2014 είχε παραχθεί το 30% του έργου, κατά το διάστημα Απριλίου 2016 – Ιουλίου 2019 το ποσοστό ανέβηκε θεαματικά στο 75% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου.

Προχωρώντας στη δήλωση ότι «το Σεπτέμβρη του 2015, η αναπομπή του θέματος στο ΚΑΣ, ενός θέματος, το οποίο απασχολούσε το υπουργείο τουλάχιστον τρία χρόνια, γίνεται από την υπηρεσιακή υπουργό Πολιτισμού», επισημαίνω τα εξής:

Στην αναπομπή του θέματος προέβη ο αν. υπουργός Πολιτισμού κ. Νίκος Ξυδάκης στις 30 Ιουνίου 2015 μετά από νέο αίτημα του Δήμου Θεσσαλονίκης για ανάδειξη των αρχαιοτήτων στην περιοχή Βενιζέλου με την κατά χώραν διατήρησή τους, αίτημα που συνοδευόταν από σχετική πρόταση. Κατόπιν του νέου αυτού στοιχείου ο υπουργός, στις 30 Ιουνίου 2015, ζήτησε από τις αρμόδιες Διευθύνσεις του υπουργείου να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εξεταστεί το θέμα από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Οι υπηρεσίες ετοίμασαν τις εισηγήσεις τους και όταν το θέμα εξετάστηκε στις 15.9.2015, είχε έρθει η υπηρεσιακή υπουργός κ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Την ιστορική απόφαση υπέγραψε ο νέος υπουργός κ. Αριστείδης Μπαλτάς στις 6.10.2015, με την οπαία εγκρίθηκε η πρόταση του Δήμου όσον αφορά στην κατά χώραν διατήρηση των αρχαιοτήτων καθώς αυτή «κρίνεται αναγκαία για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που συνίστανται στη διαφύλαξη και προστασία της αυθεντικότητας του μοναδικού αυτού μνημειακού συνόλου για την παγκόσμια κληρονομιά». Στην ίδια απόφαση ζητείται από τον Δήμο Θεσσαλονίκης η σύνταξη πλήρους αρχιτεκτονικής μελέτης σε συνεργασία με το ΥΠΠΟΑ και την «Αττικό Μετρό» «ανεξάρτητα από την κατασκευή ή όχι του σταθμού». Την απόφαση αυτή χαιρέτησε με ενθουσιασμό και ανακούφιση ο επιστημονικός κόσμος και ο κόσμος της Θεσσαλονίκης -που αντιδρούσε στην αποδόμηση των αρχαιοτήτων.

Στην αναφορά ότι «η απόσπαση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου είχε εγκριθεί ήδη από το 2004 πριν αρχίσουν οι ανασκαφές – καθώς οι αρχαιολόγοι γνώριζαν τι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί», αντιπαρατίθεται η ίδια η απόφαση του υφυπουργού κ. Πέτρου Τατούλη στις 29.12.2004 με την οποία εγκρίνεται η μελέτη χάραξης του έργου κατασκευής του μετρό Θεσσαλονίκης, με όρους ότι: «σε περίπτωση που κατά την ανασκαφική έρευνα αποκαλυφθούν αρχαιότητες το θέμα της καθαίρεσής τους και απόδοσης του χώρου, ή της καθ’ οιονδήποτε τρόπο διατήρησής τους, θα αποφασίζεται ύστερα από γνωμοδότηση του ΚΑΣ». Επίσης ότι: «στις δαπάνες θα συμπεριληφθεί και το κόστος για την πιθανή διατήρηση αρχαιοτήτων σε κατάχωση ή ως ορατών και επισκέψιμων μνημείων, για την πιθανή απόσπαση αρχιτεκτονικών στοιχείων και τοποθέτησής τους σε επιλεγμένες θέσεις καθώς και για την πιθανή τροποποίηση σε ορισμένα σημεία των επιμέρους έργων». Επομένως, η απόσπαση των αρχαιοτήτων του σταθμού των Βενιζέλου ΔΕΝ είχε εγκριθεί από το 2004! Ούτε θα μπορούσε να εγκριθεί καμία διαχείριση αρχαιολογικών καταλοίπων άδηλων, ατεκμηρίωτων, μη ανεσκαμμένων, ακόμη κι αν με εντυπωσιακή ακρίβεια είχαν προβλεφθεί, καθώς δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί σε τι κατάσταση θα ανευρίσκονταν. Η άριστη κατάσταση διατήρησης, η ακεραιότητα, η μεγάλη έκταση και η μνημειακή κλίμακα αποτέλεσαν παράγοντες που συνέτειναν στη σπουδαιότητα και μοναδικότητα του ευρήματος και συνακόλουθα στην υποχρέωση διατήρησης.

Σε σχέση με την απόφαση του ΣτΕ του 2016 και τη δήλωση ότι «παρά την απόφαση του ανωτάτου Δικαστηρίου, η τότε Κυβέρνηση κατά τρόπο αβάσιμο αποφάσισε την αλλαγή του σχεδιασμού» η κ. υπουργός γνωρίζει πολύ καλά ότι: α) η απόφαση αλλαγής σχεδιασμού έγινε το 2015, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της απόφασης του ΣτΕ τον Δεκέμβριο του 2016 και β) η απόφαση του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως με δεδομένο ότι δεν υπήρχε άλλη εφικτή τεχνική λύση, όπως το 2014 διατεινόταν το ΥΠΠΟΑ προκειμένου να υπερβεί τον σκόπελο του αρχαιολογικού νόμου, ο οποίος ρητά προβλέπει μετακίνηση αρχαίου μνημείου κατ’ εξαίρεση και μόνο: «Η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνον όταν μετά από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του».

Το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν μπορεί να μπει στην ουσία των επιστημονικών και τεχνικών θεμάτων παρά μόνο να ασκήσει ακυρωτικό έλεγχο. Εξάλλου, το 2013 το ΣτΕ είχε αναστείλει την πρώτη απόφαση για απόσπαση και απομάκρυνση των αρχαιοτήτων προκειμένου να βρεθεί τεχνική λύση. Έτσι, το 2014 η «Αττικό Μετρό» και το ΥΠΠΟΑ προέβαλαν ως μοναδική λύση την απόσπαση και επανατοποθέτηση, μετά από γνωμοδότηση του ΚΑΣ με οριακή πλειοψηφία, σε μια ολονύχτια, θυελλώδη συνεδρίαση. Όμως τεχνική λύση διατήρησης κατά χώραν των αρχαιοτήτων και ταυτόχρονης λειτουργίας του σταθμού βρέθηκε τελικά από την ίδια την «Αττικό Μετρό», αφού με την απόφαση του 2015 προτάχθηκε η σωτηρία του μνημειακού συνόλου για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Με την απόφαση της υπουργού κ. Λυδίας Κονιόρδου το 2017 τέθηκαν σε αρμονική συνύπαρξη τα δύο αγαθά, η προστασία του μνημειακού συνόλου και το τεχνικό έργο του μετρό. Τα αγαθά αυτά το 2013 και 2014 αλλά και με την ντροπιαστική γνωμοδότηση του Δεκεμβρίου 2019 και επακολουθήσασα απόφαση της υπουργού κ. Λίνας Μενδώνη έχουν τεθεί σε σύγκρουση, υποτιμώντας το μνημείο, με μια ρεβανσιστική κίνηση.

Ακρωτηριάζονται σπουδαία ευρήματα

Η κ. υπουργός έκανε λόγο για τη σπουδαιότητα των αρχαιοτήτων στον σταθμό Αγίας Σοφίας. Βεβαίως πρόκειται για πολύ σημαντικές αρχαιότητες και έγινε μεγάλη προσπάθεια να διατηρηθούν στη θέση τους. Με την συνεργασία όλων, της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης και των κεντρικών Διευθύνσεων του ΥΠΠΟΑ, κατορθώθηκε να παραμείνει στη θέση της όλη σχεδόν η βόρεια ανασκαφή με τη μεσοβυζαντινή εγκατάσταση, μειώνοντας πολύ την έκταση της βόρειας εισόδου του σταθμού. Κάτι τέτοιο δεν νομίζω κανείς να το αποτολμούσε πριν από το 2015, με τρανταχτό παράδειγμα τον κεντρικό, μαρμαρόστρωτο δρόμο στο ίδιο σημείο, ο οποίος αφαιρέθηκε το 2012 με τον όρο ότι θα επανατοποθετηθεί εντός του σταθμού, ενώ αποδείχθηκε ότι δεν χωρούσε. Μετά από αυτόν τον ακρωτηριασμό του κεντρικού τμήματος των αρχαιοτήτων του σταθμού Αγίας Σοφίας και το κατόρθωμα της διατήρησης του βόρειου τμήματος, τολμά κανείς να πει γιατί κατορθώσαμε ακόμη και άλλες αποκομμένες αρχαιότητες στον σταθμό αυτό να αποσπασθούν και επανατοποθετηθούν, και να συγκρίνει το γεγονός αυτό με το εξαιρετικά διατηρημένο μέχρι σήμερα μνημειακό σύνολο του σταθμού Βενιζέλου;

Σε σχέση με τη μελέτη που συντάχθηκε σύμφωνα με την υπουργική απόφαση του 2017 και τη δήλωση ότι «η προηγούμενη διοίκηση του Μετρό, και όχι η διοίκηση την οποία διόρισε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έβγαλε ακατάλληλη τη μελέτη την οποία κάποια στιγμή προσκόμισε ο ανάδοχος» έχει επανειλημμένα λεχθεί δημοσίως ότι: η προηγούμενη διοίκηση της «Αττικό Μετρό» δεν έβγαλε ακατάλληλη τη μελέτη, αλλά έκανε παρατηρήσεις επ’ αυτής, πράγμα απολύτως σύνηθες σε τεχνικά έργα τέτοιας κλίμακας. Οι έγκαιρες απαντήσεις που έστειλε ο μελετητής κ. Παναγιώτης Βέττας ουδέποτε προωθήθηκαν στην «Αττικό Μετρό» από την ανάδοχο κοινοπραξία. Η εταιρεία με τη νέα διοίκησή της, κατόπιν της πρωθυπουργικής εξαγγελίας, ανέστειλε την εκπόνηση μελετών και κατασκευών στον σταθμό Βενιζέλου και ακύρωσε τον ήδη αναλωθέντα χρόνο και ό,τι είχε έως τότε συντελεστεί και σε επίπεδο μελετητικό και σε επίπεδο κατασκευαστικό για να επιστρέψει τελικά στην επιλογή του 2014. Πώς μπορεί να γίνεται λόγος για μη εφικτότητα μιας μελέτης όταν αυτή δεν παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση του ΚΑΣ του περασμένου Δεκεμβρίου, όταν δεν κλήθηκε ο μελετητής της, όταν δεν εξετάστηκε, όπως τότε είχε ζητηθεί από τον δομοστατικό καθηγητή κ. Βλ. Κουμούση, το μόνο μέλος του ΚΑΣ η θητεία του οποίου δεν ανανεώθηκε στη συνέχεια γιατί μειοψήφισε κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση; Τελικά, η «ανύπαρκτη» και «ανυπόγραφη» μελέτη του γραφείου Βέττα παρουσιάστηκε ενώπιον του κοινού στις αρχές του 2020 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Προσφυγές στο ΣτΕ και λειτουργία του μετρό

Στις αρχές Νοεμβρίου πρόκειται να εκδικαστούν από το ΣτΕ τρεις προσφυγές για το θέμα της απόσπασης των μοναδικών αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου. Γίνεται λόγος ότι οι προσφεύγοντες καθυστερούν τις εργασίες στον σταθμό. Το είπε και ο πρωθυπουργός φέτος στη ΔΕΘ σε απάντησή του προς δημοσιογράφο, προσθέτοντας συγκρατημένα ότι η παράδοση του μετρό το 2023 είναι μεν φιλόδοξη αλλά εφικτή. Τι έχουν να πουν για τους τρεις μήνες που χρειάστηκαν μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της απόσπασης και επανατοποθέτησης, και για το γεγονός ότι πέρασε ολόκληρος χρόνος για να έρθει στο ΚΑΣ για εξέταση η μελέτη απόσπασης; Τι έχουν να πουν για τον πολύ χρόνο που θα χρειαστεί για να λειτουργήσει το μετρό με τη μέθοδο που έχει εγκριθεί, η οποία αποκλείει τη δυνατότητα κίνησης των συρμών και επομένως λειτουργίας του μετρό στο σύνολό του, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση του έργου κατασκευής του σταθμού Βενιζέλου; Ενώ με τη μελέτη του κ. Βέττα είχε προγραμματιστεί ότι το μετρό θα μπορούσε να λειτουργεί πολύ νωρίτερα, για ένα διάστημα χωρίς να σταματά στη Βενιζέλου. Αυτό, άλλωστε, που συμβαίνει και στο μετρό της Αθήνας, που προστίθενται σταθμοί σταδιακά χωρίς να εμποδίζεται η λειτουργία του μετρό συνολικά.

Επίσης, όλοι ξέρουν καλά ότι οι βαθύτερες αρχαιότητες που σήμερα προστατεύονται κάτω από το μνημειακό σύνολο και πρόκειται να αποκαλυφθούν κατά τις ανασκαφές που θα ξεκινήσουν στον σταθμό Βενιζέλου –εάν υλοποιηθεί η απόσπαση– δεν είναι προβλέψιμες ούτε σε διάρκεια ούτε βέβαια σε σπουδαιότητα. Ας προστεθεί εδώ και ο χρόνος αναγκαστικής απόσπασης και αυτών (!). Και ο χρόνος επανατοποθέτησης του μνημειακού συνόλου ως παζλ με τα όσα προβλήματα συνεπάγεται; Πρόκειται δηλαδή για μια πλέον χρονοβόρα και κοστοβόρα λύση από κάθε άποψη. Άδικα θυσιάζονται οι αρχαιότητες για την υποτιθέμενη επίτευξη ενός στόχου τον Απρίλιο 2023. Για τη συνολική χρονική καθυστέρηση της ολοκλήρωσης κατασκευής της βασικής γραμμής του μετρό, μήκους 9,6 χιλιομέτρων, δεν ευθύνεται ο σταθμός Βενιζέλου, αλλά χρησιμοποιείται ως ατυχές πρόσχημα για την καθυστέρηση.

Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα διεθνώς αλλά και η πλειονότητα του κόσμου, σύμφωνα με τις σφυγμομετρήσεις, δηλώνουν την πλήρη αντίθεσή τους στην απόσπαση του μοναδικού μνημειακού συνόλου του σταθμού Βενιζέλου. Τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι ενταγμένα στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Τμήμα του κεντρικού δρόμου που τα ένωνε, άριστα διατηρημένο, βρέθηκε στον σταθμό Βενιζέλου και εντάσσεται στο ίδιο σύνολο. Δεν αναλογίζεται κανείς ότι έτσι καταστρέφεται η αυθεντικότητα και ακεραιότητα του μνημείου –βασικές αρχές της UNESCO–, όταν υπάρχει λύση να διασωθεί;

Η Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη είναι επίτιμη Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, πρώην Γενική Γραμματέας ΥΠΠΟΑ

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter