Μια… προσευχή για τον μεγάλο ασθενή

Ξεχαρβαλωμένο σύστημα στην πρώτη βαθμίδα, αποσπάσεις χωρίς σχέδιο, ελλείψεις και επικίνδυνες πρακτικές καταγγέλλουν γιατροί, φορείς και πανεπιστημιακοί

Την ώρα που οι ίδιοι οι γιατροί κατήγγελλαν συνεχώς με αγωνιώδεις παρεμβάσεις τους ως κενό γράμμα το κυβερνητικό μήνυμα ότι όλα είναι υπό έλεγχο σε σχέση με τη λειτουργία του πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας, ζητώντας παράλληλα άμεσες λύσεις για τους ασθενείς που παραμένουν σπίτι τους, το αρμόδιο υπουργείο Υγείας διά στόματος Βασίλη Κικίλια τους «αποστόμωνε» προαναγγέλλοντας… μελλοντικές ενέργειες για την τόνωσή του.

«Φυσικά είναι καλό να υπάρξει ενίσχυση του πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας» είχε παραδεχτεί και ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Documento, επιβεβαιώνοντας εμμέσως τη σημασία της, αφού πρώτα επιχείρησε να την απαξιώσει κατηγορώντας μας ότι σκορπάμε τον φόβο.

Το ερωτήματα όμως είναι σοβαρά και πολλά από αυτά παραμένουν αναπάντητα ακόμη και μετά τις ανακοινώσεις του κ. Κικίλια σχετικά με την ενίσχυση του πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας.

Ποιες είναι οι παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν ενώ εξακολουθούν να χάσκουν επικίνδυνες τρύπες θα διαβάσετε στη συνέχεια σε σχετικό ρεπορτάζ.

Ας δούμε όμως εδώ τι λένε οι ίδιοι οι ήρωες της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στη μεγάλη έρευνα του Documento για το πού πραγματικά εστιάζεται το μεγάλο πρόβλημα, τις επιπτώσεις που μπορεί μέχρι στιγμής να έχει επιφέρει η λειτουργία ενός ξεχαρβαλωμένου συστήματος αλλά και γιατί η κυβέρνηση δυσκολεύεται ακόμη και τώρα να δει σφαιρικά το ζήτημα δίνοντας λύσεις καίριες που θα μπορούσαν να είναι και διαχρονικές.

Ο λόγος στους γιατρούς και η μέχρι τώρα κατάσταση

Τα υποστελεχωμένα κέντρα υγείας (ΚΥ) των περιφερειών αλλά και τα περιφερειακά ιατρεία (ΠΙ) ζητούν βοήθεια από το υπουργείο, οι ιδιώτες γιατροί υλικά ατομικής προστασίας για να μπορούν να δέχονται τον κόσμο, ενώ την ίδια ώρα γιατροί από την πρωτοβάθμια μετακινούνται σε νοσοκομεία αναφοράς, χωρίς να υπάρχει σχέδιο ώστε να φανούν εκεί χρήσιμοι.

«Εχουμε το εξωφρενικό από τη μια να καλούνται οι πολίτες να παραμείνουν στο σπίτι τους και να καλούν για όποιο πρόβλημα υγείας τον οικογενειακό τους γιατρό και από την άλλη οι ίδιες οι τοπικές ηγεσίες του υπουργείου Υγείας να ακυρώνουν αυτήν τη δυνατότητα, αφού αποσπούν τους οικογενειακούς γιατρούς στα νοσοκομεία» λέει ο γιατρός του ΚΥ Μηχανιώνας και του ΠΙ Επανομής Θοδωρής Ζδούκος.

Εξηγεί ότι «όλοι οι γενικοί γιατροί, παθολόγοι και παιδίατροι που υπηρετούν στα περιφερειακά ιατρεία και κέντρα υγείας είναι οι οικογενειακοί γιατροί του πληθυσμού στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές, ενώ από το 2017 και μετά έχουν δηλωθεί και επίσημα με βάση τις οδηγίες του ίδιου του υπουργείου Υγείας ως οικογενειακοί ή προσωπικοί τους γιατροί».

Με λίγα λόγια εκατοντάδες κάτοικοι στην περιοχή και χιλιάδες σε όλες τις άλλες γωνιές της Ελλάδας μένουν χωρίς γιατρό επειδή είτε τα κέντρα υγείας είναι υποστελεχωμένα είτε τα περιφερειακά ιατρεία κλείνουν για να στηρίξουν τα κέντρα υγείας είτε γιατροί των κέντρων υγείας στελεχώνουν πλέον τα κοντινά νοσοκομεία αναφοράς. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχουν υλικά ατομικής προστασίας.

Ο κ. Ζδούκος είναι γιατρός που γνωρίζει καλύτερα από όλους τη σημασία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. «Πριν από λίγες μέρες» μας λέει «μας κάλεσαν να αναστείλουμε τη λειτουργία των ΠΙ για να μαζέψουν όλο το ιατρικό προσωπικό μέσα στα ΚΥ. Την Παρασκευή 27 Μαρτίου ακολούθησε δεύτερη εντολή να παραμείνει μόνο το 20% των γιατρών σε κάθε ΚΥ και οι υπόλοιποι να πηγαίνουν εκ περιτροπής σε εβδομαδιαία βάση στα νοσοκομεία της πόλης για το πρωινό ωράριο. Μας κάλεσαν να στηρίξουμε τα νοσοκομεία της πόλης και ουσιαστικά οι γιατροί που πήγαν εκεί δεν είχαν να κάνουν τίποτε. Πήγαν για να φαίνονται πολλοί στο νοσοκομείο και τους στέρησαν από ασθενείς του τόπου τους».

Ο γιατρός εξηγεί ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι υποστελεχωμένη δίνοντας παράδειγμα τα ιατρεία στα οποία εκείνος εργάζεται, καθώς «κανονικά με βάση τον πληθυσμό θα έπρεπε να είμαστε περισσότεροι γιατροί, υπάρχουν βέβαια και οι ιδιώτες, που αυτό τον καιρό έχουν εξαφανιστεί καθώς φοβούνται και δεν έχουν τα μέσα».

Οπως επισημαίνει, το ΚΥ Μηχανιώνας καλύπτει όλο τον Δήμο Θερμαϊκού και έπρεπε να έχει 30 γιατρούς αλλά υπηρετούν έντεκα, ενώ το ΠΙ Επανομής έπρεπε να στελεχώνεται από τέσσερις γιατρούς αλλά λειτουργεί με δύο.

Χωρίς γιατρό χιλιάδες πολίτες

Αυτό όμως που έχει μεγάλη σημασία και δείχνει την έλλειψη οργάνωσης που επικρατεί είναι ότι με το κλείσιμο των περιφερειακών ιατρείων μεγάλο μέρος του πληθυσμού μένει χωρίς γιατρό.

«Το ιατρείο της Επανομής καλύπτει 10.000 κατοίκους και το ΠΙ της Περαίας καλύπτει 30.000. Τους ζητάνε να τα κλείσουν και να μαζευτούν όλοι οι γιατροί στο ΚΥ Μηχανιώνα, το οποίο δεν έχει ούτε κομπιούτερ, για να συνταγογραφήσουν όλοι οι γιατροί μαζί. Τελικά μας ζητάνε να πάμε στα νοσοκομεία τις πρωινές βάρδιες, κάτι που δεν έχει νόημα γιατί το πρωί το νοσοκομείο έχει την πλήρη δύναμη. Δεν έχει κανένα νόημα να αποστελεχώνουν την πρωτοβάθμια» λέει ο κ. Ζδούκος.

Παράλληλα οι πρωτοβάθμιες δομές έχουν μεγάλες ελλείψεις και στα υλικά ατομικής προστασίας. «Δεν υπάρχει επάρκεια σε υλικά ατομικής προστασίας. Αναμένουμε, όπως αναμένουμε και τις προσλήψεις. Αυτά έπρεπε ήδη να είχαν γίνει. Κάνουμε πατέντες και ράβουν οι συγγενείς μας μάσκες για να είμαστε καλυμμένοι» καταλήγει.

Μεγάλο κομμάτι πληθυσμού αφημένο στην τύχη του

Για την κατάσταση που επικρατεί στη Θεσσαλονίκη μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές σχετικά με την άντληση του προσωπικού από την πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας για να στελεχωθούν τα νοσοκομεία μίλησε στο Documento και η πρόεδρος της Ενωσης Νοσοκομειακών Γιατρών Θεσσαλονίκης Δάφνη Κατσίμπα, χαρακτηρίζοντας αυτές τις αποφάσεις επικίνδυνες.

«Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στον συνωστισμό που επικρατεί στα νοσοκομεία, θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανίχνευση των κρουσμάτων, ωστόσο βλέπουμε σήμερα ότι αποτελεί δεξαμενή άντλησης προσωπικού, το οποίο είναι λειψό και για την καθημερινή λειτουργία του κέντρου υγείας. Δεν είμαστε στην τρίτη φάση που πρέπει όλοι να βοηθήσουν στη λειτουργία του νοσοκομείου. Είμαστε σε φάση που είναι ανεπίτρεπτο να αφήνουν τον υπόλοιπο πληθυσμό στην τύχη του αλλά και τα κρούσματα, που αντί να τους λέμε “πηγαίνετε στον γιατρό να σας δει”, λέμε “μείνετε σπίτι και κάντε προσευχές”» σημειώνει.

Μας έλεγαν ότι λειτουργούσαν όλα ρολόι

Την ώρα που εκατοντάδες γιατροί ενώνουν τις φωνές τους και ζητούν προσλήψεις για να αντιμετωπίσουν την πανδημία αλλά και να στηρίξουν την πρωτοβάθμια φροντίδας υγείας ο υφυπουργός Βασίλης Κοντοζαμάνης σε ακόμη μια ερώτηση που είχε δεχτεί για τη λειτουργία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας είχε απαντήσει: «Ολες οι δομές λειτουργούν κανονικά, όλες οι ειδικότητες είναι στα νοσοκομεία, όλα τα κέντρα υγείας λειτουργούν και δέχονται κόσμο τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία, είτε είναι ύποπτο κρούσμα είτε όχι, και κάποιος λαμβάνει τις υπηρεσίες υγείας τις οποίες έχει ανάγκη».

Οι ανακοινώσεις όμως των νοσοκομειακών γιατρών μιλούν για τρομερές ελλείψεις τόσο σε προσωπικό όσο και σε υλικά ατομικής προστασίας. Χαρακτηριστική της κατάστασης είναι η ανακοίνωση του Σωματείου Εργαζομένων Τομέα Υγείας Ν. Κυκλάδων. Τα νούμερα του ιατρικού προσωπικού αλλά και η έλλειψη υλικών που παρουσιάζει είναι ανησυχητικά.

«Εκτός από τις τραγικές ελλείψεις σε αναγκαίο εξοπλισμό για την αντιμετώπιση του κορονοϊού δεν έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να δημιουργηθούν οι υποδομές, αφού είναι σίγουρο ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα ΚΥ θα κληθούν ακόμη και να νοσηλεύσουν ασθενείς με τη νόσο. Οι Κυκλάδες κατοικούνται από Ελληνες πολίτες που αξιώνουν από την πολιτεία ισονομία, ισοπολιτεία και το κυριότερο ίσα δικαιώματα στο κυρίαρχο αγαθό, στις υπηρεσίες υγείας για ΟΛΟΥΣ» αναφέρει η ανακοίνωση των εργαζομένων.

Οι τηλεφωνικές διαγνώσεις είναι επικίνδυνες

Υπάρχουν όρια στην εξ αποστάσεως διαχείριση πιθανών κρουσμάτων

Τι γίνεται όμως με τις τηλεφωνικές οδηγίες και διαγνώσεις; Οπως ξεκαθαρίζει στο Documento o γενικός γραμματέας του ΠΙΣ δρ Γιώργος Ελευθερίου, «η τηλεφωνική επικοινωνία με τον ασθενή είναι τακτική η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια πρώτη συμβουλή αλλά έχει ένα όριο, γιατί διάγνωση του κορονοϊού δεν μπορεί να βγει ούτε από το τηλέφωνο ούτε από διαδικασίες τηλεϊατρικής που έχουν αρχίσει να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Η διάγνωση μιας πιθανής πνευμονίας γίνεται με εξέταση και με εργαστηριακό έλεγχο ή τουλάχιστον θα έπρεπε να μπορεί ο γιατρός να βάλει ένα ακουστικό, να κάνει μια γενική αίματος και να πάρει έναν κορεσμό οξυγόνου. Συνεπώς η διαχείριση των πιθανών κρουσμάτων με ένα απλό τηλεφώνημα έχει ένα όριο».

Η τηλεϊατρική δεν είναι για όλες τις παθήσεις

Στις 26 Μαρτίου ο υφυπουργός Β. Κοντοζαμάνης δέχεται ακόμη μια ερώτηση σχετικά με την επιτήρηση της υγείας των ασθενών που μένουν σπίτι ενώ δεν υπάρχει οικογενειακός γιατρός.

Ο υφυπουργός ανέφερε μεταξύ άλλων: «Θα υπάρξει και συνεργασία με τους ιατρικούς συλλόγους της χώρας και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο τηλεϊατρικής, όπου θα μπορούν να απευθύνονται οι πολίτες σε περίπτωση που έχουν συμπτώματα».

Την ίδια ημέρα ο ΠΙΣ απάντησε με επιστολή του: «Στο πλαίσιο αυτό η τηλεϊατρική, παρά την ανυπαρξία νομοθετικού πλαισίου για αυτή, μπορεί να αποδειχθεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την παρακολούθηση των ασθενών, αλλά ανησυχούμε βαθύτατα για την αποκλειστική χρήση της καθώς δεν υπάρχει εξοικείωση σε αυτήν ούτε για τους ιατρούς ούτε για τους ασθενείς και είναι σαφές ότι δεν υποκαθιστά και δεν είναι ανάλογη της κλινικής πράξης».

Ο κ. Ελευθερίου είναι κατηγορηματικός: «Η τηλεϊατρική δεν είναι για όλες τις παθήσεις. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μια συνεδρία ψυχοθεραπείας, αλλά διάγνωση πνευμονίας πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει μέσω τηλεϊατρικής. Τίθεται θέμα αστικής ευθύνης γιατί αν όλα πάνε καλά με τη διάγνωση, πήγαν καλά· αν όχι, όμως, τότε την αποκλειστική ευθύνη έχει ο γιατρός που δίνει οδηγίες και ενδεχομένως και η πλατφόρμα».