Μίσος από κυβέρνηση και ένστολους πραιτοριανούς για τον Τύπο

Αναίτια και παράνομη προσαγωγή στη ΓΑΔΑ του φωτορεπόρτερ του Documento Μάριου Μπίκου που κάλυπτε συγκέντρωση στο κέντρο της Αθήνας

Βία, αυθαιρεσία και κατάχρηση εξουσίας. Αυτό όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα είναι το τρίπτυχο της… επιτυχημένης αστυνομίας για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία στηρίζει τα τάγματα ασφαλείας του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη επικροτώντας σιωπηλά τις αθέμιτες πρακτικές τους.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για περιστατικά αστυνομικής βίας, ενώ ακόμη περισσότερες έχει βρεθεί στο επίκεντρο της διεθνούς κατακραυγής για τις αθέμιτες πρακτικές της ΕΛΑΣ. Μάλιστα σε διάστημα μόλις δύο μηνών έχουν υπάρξει αντιδράσεις από τους Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα, το International Press Institute (IPI) και το διεθνές Κέντρο Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ) σχετικά με αυθαίρετη, προκλητική και βίαιη συμπεριφορά της ΕΛΑΣ επί ημερών Χρυσοχοΐδη απέναντι σε δημοσιογράφους. Μια απολυταρχική κυβέρνηση άλλωστε έχει ανάγκη τη σκληρή καταστολή για να επιβιώσει και αυτό είναι κάτι που η ΝΔ δεν το κρύβει, αντιθέτως επενδύει όλο και περισσότερο στις δυνάμεις ασφαλείας, μετατρέποντας έτσι μια ευνομούμενη πολιτεία σε αστυνομοκρατούμενη.

Η αυθαιρεσία της ΕΛΑΣ είναι κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη αφού εδώ και ενάμιση χρόνο έχουμε έρθει αντιμέτωποι με πράξεις και συμπεριφορές «ένστολων βασανιστών» χωρίς η κοινωνική κατακραυγή να εισακούγεται από την ηγεσία του υπουργείου. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα παρατηρείται μια στοχευμένη προσπάθεια παρεμπόδισης και φίμωσης του Τύπου.

Η πιο πρόσφατη από αυτές τις περιπτώσεις είναι του φωτορεπόρτερ του Documento Μάριου Μπίκου, που προσάχθηκε αναίτια και παράνομα από αστυνομικούς την ώρα που κάλυπτε τη συγκέντρωση αλληλεγγύης στον κρατούμενο απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα στο κέντρο της Αθήνας, παρά την επίδειξη ταυτότητας και σχετικού εγγράφου που πιστοποιούσε ότι συνεργάζεται με τον δημοσιογραφικό όμιλο. Οι άντρες της ΕΛΑΣ τον έβαλαν βίαια στο περιπολικό και τον μετέφεραν στη ΓΑΔΑ ισχυριζόμενοι ότι δεν διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα, αφήνοντας μάλιστα υπονοούμενα σχετικά με τη συγκέντρωση που ήταν σε εξέλιξη, λέγοντάς του πως για να είναι εκεί μπορεί να είναι τρομοκράτης. Παράλληλα αρνούνταν να του γνωστοποιήσουν είτε τα ονοματεπώνυμα είτε τον αριθμό μητρώου τους, με αποτέλεσμα η ταυτότητά τους να παραμένει μέχρι και σήμερα άγνωστη.

«Δεν με ενημέρωσαν καν ότι με προσάγουν»

«Ημουν στο Σύνταγμα με σκοπό να κατευθυνθώ προς τα Προπύλαια όπου και ήταν ο κύριος κορμός της συγκέντρωσης. Εκείνη την ώρα είδα μια μερίδα διαδηλωτών με ένα πανό στο μετρό του Συντάγματος και τις δυνάμεις των ΜΑΤ να τρέχουν και να επιτίθενται στους συγκεντρωμένους. Ετρεξα προς τα κει. Μπήκαν μπροστά μου και με εμπόδισαν να περάσω, πόσο μάλλον να τραβήξω φωτογραφίες. Δεν είχα καν προλάβει να σηκώσω την κάμερα. Πήγα λίγο πιο μακριά και με περικύκλωσαν. Μου είπαν να πάω με τις υπόλοιπες προσαγωγές και αρνήθηκα, τονίζοντας ότι είμαι δημοσιογράφος και όχι διαδηλωτής, δείχνοντάς τους τα απαραίτητα έγγραφα και την ταυτότητά μου. Την ώρα που προσπάθησα να επικοινωνήσω με το Μέσο με το οποίο συνεργάζομαι άρχισαν να με τραβάνε και να με σπρώχνουν να μπω στο περιπολικό. Ζητούσα επίμονα το όνομα κάποιου υπεύθυνου. Υποστήριζαν ότι δεν είχα καν ταυτότητα μαζί μου, φώναζαν και με έσπρωχναν. Δεν με ενημέρωσαν καν ότι με προσάγουν και παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις μου δεν μου είπαν ούτε ότι με πηγαίνουν για εξακρίβωση στοιχείων – τα οποία σημειώνω και πάλι ότι τους τα είχα ήδη επιδείξει» λέει ο Μάρ. Μπίκος αναφερόμενος στην αυθαιρεσία των αντρών του Μιχ. Χρυσοχοΐδη.

Τον μετέφεραν στη ΓΑΔΑ χωρίς καμία τήρηση των υγειονομικών μέτρων λόγω πανδημίας και δεν επέτρεπαν στον δικηγόρο του Documento Γιάννη Απατσίδη να μπει στο κτίριο προκειμένου να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά κατά των αστυνομικών που τον προσήγαγαν. Επειτα από αλλεπάλληλες προφάσεις από την πλευρά της ΕΛΑΣ, αυτό τελικά κατέστη δυνατό πέντε ώρες μετά την προσαγωγή του.

Η περίπτωση Μπίκου έρχεται να ενδυναμώσει τον φόβο περί καταστολής της ελευθερίας του Τύπου, αφού ακόμη και όταν απέδειξε την ιδιότητά του τον προσήγαγαν παράνομα χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό προκαλεί έντονα ερωτήματα σε σχέση με την ελευθερία κινήσεων που έχει δοθεί στους αστυνομικούς και την αίσθηση παντοδυναμίας που τους έχει δημιουργήσει η ακραία κατασταλτική πολιτική που ακολουθείται από την κυβέρνηση της ΝΔ.

Συντεταγμένη επιχείρηση φίμωσης του Τύπου

Στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, κατά τη διάρκεια της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ακόμη ένας δικός μας δημοσιογράφος (Documento, Κουτί της Πανδώρας), ο Αντώνης Ρηγόπουλος, προσάχθηκε ενώ έκανε απλώς τη δουλειά του και έφερε μαζί του τόσο τη βεβαίωση εργοδότη όσο και τη δημοσιογραφική ταυτότητα.

Ο φωτορεπόρτερ Δημήτρης Λαμπρόπουλος, επίσης την ίδια ημέρα, καλύπτοντας την άγρια επίθεση της ομάδας «Δράση» εναντίον μελών του ΚΚΕ, αφού παρεμποδίστηκε να τραβήξει φωτογραφίες, δέχτηκε επίθεση από αστυνομικό της μηχανοκίνητης ομάδας, ο οποίος στόχευσε τον φωτογραφικό του εξοπλισμό, ενώ στα Γιάννενα ο φωτορεπόρτερ του Αθηναϊκού Πρακτορείου Δημήτρης Ραπακούσης προσάχθηκε κατά τη διάρκεια «προληπτικών» προσαγωγών.

Η εχθρότητα των ένστολων κατά των δημοσιογράφων αποτυπώνεται πεντακάθαρα στην απειλή που δέχτηκε ο φωτορεπόρτερ Θοδωρής Νικολάου από αστυνομικό των ΜΑΤ, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ του είπε να προσέχει γιατί θα πάθει ό,τι η φωτορεπόρτερ Τατιάνα Μπόλαρη, η οποία τον Οκτώβριο του 2011 είχε πέσει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από μέλος των ΜΑΤ.

Πόσο νόμιμη είναι μια προσαγωγή;

Πέραν της δημοσιογραφικής ιδιότητας ωστόσο, η προσαγωγή του Μάρ. Μπίκου για υποτιθέμενη εξακρίβωση στοιχείων θα ήταν παράνομη ακόμη κι αν βρισκόταν στο σημείο ως πολίτης. Δεν ενεπλάκη σε κάποιο επεισόδιο και επέδειξε τα στοιχεία του όταν αυτό του ζητήθηκε. Συνεπώς είναι αδύνατο να θεωρείται ύποπτος τέλεσης αδικήματος την ώρα που απλώς βρισκόταν στο σημείο.

Ωστόσο το τοπίο παραμένει θολό αφού το αν κάποιος είναι ύποπτος τέλεσης αδικήματος επαφίεται στην κρίση της ΕΛΑΣ, η οποία φροντίζει με θέρμη και συνέπεια να προσάγει όποιον μη αρεστό βρίσκεται μπροστά της.

«Η προσαγωγή δεν είναι όρος ο οποίος υπάρχει στην ποινική δικονομία. Ουσιαστικά γίνεται μια άτυπη σύλληψη και παράνομη κράτηση επί ώρες στην αστυνομία, όπου ο προσαχθείς στερείται τα δικαιώματά του. Επεμβαίνει η αστυνομία με τρόπο μη νόμιμο. Είναι μια κατάσταση αρρύθμιστη, μια καταγραφή στοιχείων για την οποία ο πολίτης δεν έχει καμία δυνατότητα ελέγχου. Υπάρχει μόνο εσωτερικό έγγραφο της αστυνομίας και εκείνη γνωρίζει κάθε φορά αν κάποιος έχει προσαχθεί ξανά ή όχι. Αυτό δημιουργεί ένα άτυπο ποινικό μητρώο που δεν υπόκειται στους κανόνες του κανονικού ποινικού μητρώου. Είναι ένας άτυπος φάκελος» σημειώνει στο Documento η δικηγόρος Αννυ Παπαρρούσου και τονίζει ότι στην πραγματικότητα αυτό έχει αποτέλεσμα την αλλοίωση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου σε περίπτωση που κάποιος ο οποίος έχει προσαχθεί στο παρελθόν κάποια στιγμή συλληφθεί για αδίκημα.

«Δημιουργεί ένα μη νόμιμο πλαίσιο επιβάρυνσης του κατηγορουμένου, το οποίο δεν ρυθμίζεται από το ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία. Δεν αναγνωρίζεται δηλαδή να καταθέσει κάποιος αστυνομικός ότι ο κατηγορούμενος έχει προσαχθεί, για παράδειγμα, πέντε φορές, παρ’ όλα αυτά το βλέπουμε πολύ συχνά στις δικογραφίες» προσθέτει η δικηγόρος.

Πρόκειται για επιτομή της αυθαιρεσίας

Αναφερόμενη στη λεγόμενη «προληπτική προσαγωγή» η κ. Παπαρρούσου κάνει λόγο για επιτομή της αυθαιρεσίας, ενώ τονίζει ότι «η αστυνομία έχει δικαίωμα να κάνει προσαγωγή όταν συνδέεται με κάποιο αδίκημα που έχει συμβεί. Εχει δικαίωμα να μεταφέρει τον προσαχθέντα προκειμένου να τον ελέγξει ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και να διαπιστώσει αν συνδέεται αυτό το πρόσωπο με την τέλεση πολύ συγκεκριμένου αδικήματος το οποίο έγινε κοντά στον χρόνο και τον τόπο της προσαγωγής. Κατά τη διάρκεια της προσαγωγής έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον πολίτη για τον λόγο για τον οποίο τον προσάγει και ο εκάστοτε αστυνομικός οφείλει να γνωστοποιήσει και τα δικά του στοιχεία από τη στιγμή που δεν φέρει ευδιάκριτα διακριτικά όπως θα έπρεπε».

Ωστόσο οι παραπάνω υποχρεώσεις από την πλευρά της ΕΛΑΣ δεν τηρούνται, πρακτική που εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικής αυθαιρεσίας. Συμπερασματικά, οι προσαγωγές έχουν γίνει μια κακή συνήθεια της αστυνομίας η οποία δεν έχει κανόνες και στην πραγματικότητα δεν στηρίζονται στον νόμο.

«Είναι δύσκολο να μιλάει κανείς για την παρανομία γιατί δεν έχει κανόνες. Μόνο αφηγηματικά μπορεί να μιλήσει κάποιος» λέει η δικηγόρος και προσθέτει σχετικά με τις προσαγωγές δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ: «Πόσο πιο παράνομη μπορεί να είναι μια προσαγωγή όταν κάποιος άνθρωπος δεν τελεί αδίκημα, δεν τελείται δίπλα του κάποιο αδίκημα και φέρει τα αποδεικτικά στοιχεία ότι δουλεύει; Σε τι κανόνες αντιτίθεται; Αντιτίθεται σε όλο το σύνταγμα».

Την αυθαίρετη αυτή στάση της αστυνομίας τρέφει εδώ και χρόνια η μη απόδοση ποινικών και πειθαρχικών ευθυνών στους αστυνομικούς που ενεργούν παράνομα καταπατώντας θεμελιώδη δικαιώματα. Η ΕΛΑΣ και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είναι υπόλογοι και πολιτικά υπεύθυνοι για τη στάση των αστυνομικών, ωστόσο σχεδόν ποτέ δεν βρίσκονται προ των ευθυνών τους.

«Ανατριχιαστικό επιτελικό κράτος απόλυτης ανοχής και επιβράβευσης της αστυνομικής αυθαιρεσίας»

Γιάννης Απατσίδης – Δικηγόρος Documento

Η περίπτωση της στέρησης της ελευθερίας του φωτορεπόρτερ είναι κλασική περίπτωση αναίτιας, καταχρηστικής και παράνομης προσαγωγής πολίτη από την ΕΛΑΣ. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο επιλέχθηκε η «ακτιβιστική» δράση της άμεσης υποβολής μηνυτήριας αναφοράς. Εκεί ξεκίνησε και ο γολγοθάς αντιμετώπισης της ανεξέλεγκτης, λόγω της συνεχούς ατιμωρησίας, δράσης των αστυνομικών οργάνων, που παρακώλυαν ακόμη και την υποβολή μηνύσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 15 περ. θ’ του Π.Δ. 141/91, ο αστυνομικός «οδηγεί στο αστυνομικό κατάστημα για εξέταση άτομα τα οποία στερούνται στοιχείων αποδεικτικών της ταυτότητάς τους ή τα οποία, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους δημιουργούν υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας…».

Επειδή το φαινόμενο των παράνομων προσαγωγών είχε λάβει από παλιά τεράστιες διαστάσεις στους κόλπους της ΕΛΑΣ, ο Συνήγορος του Πολίτη (ΣτΠ) έχει επανειλημμένως στηλιτεύσει αυτές τις παράνομες πρακτικές, οι οποίες δυστυχώς έχουν λάβει πραγματικά γιγαντιαία επικίνδυνες διαστάσεις στις μέρες μας. Μάλιστα δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Χρυσοχοΐδης έχει έρθει αντιμέτωπος με το θέμα αυτό, καθόσον με πόρισμά του το 2003 ο ΣτΠ απευθύνθηκε στον ίδιο ως αρμόδιο υπουργό προκειμένου να καταγγείλει τα φαινόμενα των παράνομων προσαγωγών. Προφανώς, όμως, οι νοοτροπίες της καταστολής και του δόγματος «τάξη και ασφάλεια» δεν έχουν αλλάξει, αλλά, αντιθέτως, έπειτα από περίπου 20 χρόνια έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο, ένα ανατριχιαστικό επιτελικό κράτος απόλυτης ανοχής και επιβράβευσης της αστυνομικής αυθαιρεσίας. Συγκεκριμένα, ο ΣτΠ επιτρέπει τις προσαγωγές ατόμων μόνο κατ’ εξαίρεση και μόνο εάν η εξατομικευμένη συμπεριφορά των προσαγόμενων πολιτών κινεί υπόνοιες διάπραξης συγκεκριμένου εγκλήματος, ενώ δεν αρκούν φυσικά ο τόπος, ο χρόνος και οι περιστάσεις. Συνεπώς, στην περίπτωση του φωτορεπόρτερ η προσαγωγή του ήταν παράνομη και εκδικητική, καθόσον προσήχθη αποκλειστικά διότι είχε την ιδιότητα του φωτορεπόρτερ, που ήταν ενοχλητικός για τα όργανα της ΕΛΑΣ, τα οποία θέλουν να εφαρμόζουν την ακραία καταστολή χωρίς κάμερες, αποδεικτικά στοιχεία και πολίτες που παρατηρούν τα τεκταινόμενα. Μάλιστα, ειδικά σε αυτή την περίπτωση είχαμε παράλληλα παράνομη αφαίρεση του κινητού τηλεφώνου του προσαγόμενου ενώ δεν επρόκειτο περί σύλληψης, αλλά και ακραία άρνηση εφαρμογής του καθήκοντος εκ μέρους συγκεκριμένων αστυνομικών, οι οποίοι αρνούνταν την είσοδο του δικηγόρου στην υπηρεσία τους, αφενός για υποβολή αιτήσεως προς λήψη του Βιβλίου Αδικημάτων και Συμβάντων, αφετέρου για υποβολή μηνύσεως, που είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη.

Ετικέτες