Θεσσαλονίκη

Μνήμη καπνού στην πόλη

H αρχιτεκτονική κληρονομιά στο μεγαλύτερο κέντρο καπνεμπορίου στα μέσα του 20ού αιώνα

Το περίφημο μαγικό φυτό των Ινδιάνων που έφερε ο Κολόμβος από τον Νέο Κόσμο το οποίο κατέκτησε την Ευρώπη και κυριάρχησε με εκπληκτική ταχύτητα για την εποχή έφτασε και στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 16ου αιώνα, «εις τα περίχωρα της οποίας εκαλλιέργησαν το πρώτο φυτό δυο Γάλλοι έμποροι», όπως αναφέρει στα ταξιδιωτικά του συγγράμματα ο διπλωμάτης, περιηγητής και ιστοριογράφος Φραγκίσκος Κάρολος Πουκεβίλ.

Με την πάροδο των αιώνων η «νικοτιανή» ή «tobacco», όπως διαδόθηκε στην γηραιά ήπειρο το πανάρχαιο ινδιάνικο φυτό, αποτέλεσε για την Ελλάδα γεωργικό προϊόν μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας και η ιστορία του στη χώρα είναι παλαιότερη της σύστασης του ελληνικού κράτους. Στις αρχές του 19ου αιώνα «ελληνικό» καπνό καλλιεργούσαν μεταξύ άλλων στις περιφέρειες του Αργους, της Καλαμάτας, της Λιβαδειάς, του Αγρινίου, αλλά και στη Μακεδονία, επαρχία τότε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου οι καπνοκαλλιέργειες καταλάμβαναν ήδη μεγάλες εκτάσεις.

Οι ειδικές μάλιστα κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της περιοχής –όπως και στη γειτονική Θράκη, στα παράλια της Μικράς Ασίας, τα νησιά του Αιγαίου και σε άλλες περιοχές των νοτίων Βαλκανίων– ευνόησαν την ανάπτυξη του φυτού και ο αμερικανικός σπόρος σε αυτά τα εδάφη ανέπτυξε περίφημες ποικιλίες, τα λεγόμενα ανατολικά καπνά, που μονοπώλησαν τις προτιμήσεις των καπνιστών ανά τον κόσμο, καθιστώντας σταδιακά την Ελλάδα μια από τις σημαντικότερες καπνοπαραγωγικές χώρες και το εμπόριο του καπνού ισχυρό ρυθμιστικό παράγοντα της οικονομίας της.

Καπναποθήκη Ιταλικής Εταιρείας Καπνών Ανατολής (1959), Β. Ολγας & Φλέμινγκ (φωτογραφικό αρχείο Σοφίας Γκαβούση – Σπυρίδωνος Ταβλίκου)

Χρυσή εποχή

Η Θεσσαλονίκη συνδέθηκε άρρηκτα με τον καπνό τον 20ό αιώνα. Πρόκειται για μακρόχρονη σχέση που ωφέλησε την κοινωνική ευημερία της πόλης, μια σχέση που ξεκίνησε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με την εκβιομηχάνισή της και την καθιέρωσε σταδιακά ως ένα από τα σημαντικότερα καπνεμπορικά κέντρα της Ελλάδας. Η καπνική δραστηριότητα, τόσο με τις καλλιέργειες στην ευρύτερη ύπαιθρο όσο κυρίως με την εμπορία και επεξεργασία φύλλων καπνού εντός του αστικού ιστού, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της και έναν από τους πιο παλιούς και δυναμικούς κλάδους της οικονομίας της.

Αδιαμφισβήτητους μάρτυρες του πολιτισμού του καπνού στη Θεσσαλονίκη αποτελούν τα κτίρια των καπναποθηκών της, όπου μέχρι την αυγή της νέας χιλιετίας λάμβανε χώρα το καπνεμπόριο στην πόλη, το δεύτερο κατά σειρά στάδιο μετά την παραγωγή στη διαδικασία μεταποίησης του καπνού σε προϊόντα. Τα κτίρια αυτά άρχισαν να χτίζονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών που τα περιέβαλλαν και φυσικά στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς που άφησε η χρυσή εποχή του καπνού στη Θεσσαλονίκη. Το πλήθος και το μέγεθος των κτιρίων που διατηρούν το στίγμα τους ως σήμερα αποτελούν απόδειξη του ένδοξου παρελθόντος. Ανάμεσα στους μεγάλων διαστάσεων τοίχους τους (όσων εξ αυτών έχουν απομείνει ακόμη όρθιοι) ή στα θεμέλια όσων άλλαξαν χρήση κρύβεται η ιστορία μιας ακμάζουσας εποχής που διήρκεσε περισσότερο από έναν αιώνα. Πόσοι γνωρίζουμε σήμερα ποιες ήταν οι καπναποθήκες της Θεσσαλονίκης –μάλιστα πολλές από αυτές στο κέντρο της πόλης– και ποιος ήταν ο ουσιαστικός ρόλος που διαδραμάτισαν στην ιστορία της πόλης;

Διασχίζοντας την Τσιμισκή λίγο πριν από τη συμβολή της με την Αριστοτέλους, «μέχρι χθες ο τόπος εδώ μύριζε καπνό» περιγράφουν μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι της πόλης. Στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της πόλης, στα σημεία Τσιμισκή 43 και Β. Ηρακλείου 38, όπου σήμερα περιβάλλεται το εμπορικό συγκρότημα γνωστό στους νεότερους ως «Πλατεία», από το 1928 μέχρι τα τέλη το 1995 λειτούργησε η καπναποθήκη της Αυστροελληνικής Εταιρείας Καπνών ΑΕ. Σήμερα, που η μυρωδιά έχει πλέον χαθεί, τη μνήμη του παρελθόντος διασώζουν μόνο οι προσόψεις των αρχικών κτισμάτων. Αν κοιτάξεις ψηλά θα παρατηρήσεις ότι διατηρούνται, γεγονός που αποτέλεσε «πρωτόγνωρη εμπειρία για τον τεχνικό κόσμο, δημιουργώντας προηγούμενο για παρόμοιες επεμβάσεις που υλοποιήθηκαν μετέπειτα σε κτίρια του κέντρου της πόλης», όπως διαβάζουμε στο βιβλίο των αρχιτεκτόνων Σοφίας Γκαβούση και Σπύρου Ταβλίκου «Οι καπναποθήκες της Θεσσαλονίκης. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά του καπνού στον 20ό αιώνα».

Ξεφυλλίζοντας τη νέα αυτή έκδοση, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press σε συνεργασία με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Βιομηχανιών Μεταποίησης και Εταιρειών Εμπορίας Καπνού, ακολουθούμε τη διαδρομή της πολυετούς έρευνας των δυο συγγραφέων που είχε κύριο αντικείμενο τον εντοπισμό, την καταγραφή και την ταξινόμηση των καπναποθηκών της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για αρχιτεκτονική μελέτη που πραγματοποιείται για πρώτη φορά για τα κτίρια αυτά, η οποία παράλληλα αναλύει το μέγεθος και την αίγλη του καπνεμπορίου στην πόλη, αναζητώντας στοιχεία της καπνικής δραστηριότητας που φιλοξενούσαν εντός τους.

Το φαινόμενο της ανάπτυξης του καπνεμπορίου στη Θεσσαλονίκη εξελίσσεται προπολεμικά και κορυφώνεται τη δεκαετία του 1950, ενώ μέχρι το τέλος της χιλιετίας συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της πόλης, αναδεικνύοντάς τη στο κυριότερο εξαγωγικό κέντρο της χώρας τον 20ό αιώνα και μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές για τα καπνά της Ανατολής μαζί με τη Δρέσδη και το Αμβούργο.

Καπναποθήκη Γρ. Καραμανλή (1963), Σοφοκλέους & Καπετάν Αγρα – Σταυρούπολη (φωτογραφικό αρχείο Σοφίας Γκαβούση – Σπυρίδωνος Ταβλίκου)

Τα κτίρια που έμειναν

Ηδη προπολεμικά η χωρική συγκέντρωση των καπνοθηκών στη Θεσσαλονίκη αυξήθηκε τόσο ώστε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο του αστικού της ιστού και στη συνέχεια στα προάστιά της είχαν αποκλειστική χρήση καπναποθήκης, ενώ εκατοντάδες εργάτες στο εμπόριο και στην επεξεργασία καπνού κατέκλυζαν την περιοχή κατά τη μετακίνησή τους. Το καπνεμπόριο περνά μια δύσκολη περίοδο από το 1930 στο πλαίσιο της ευρύτερης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ενώ στα χρόνια που ακολουθούν από τη δεκαετία του ’50 και έπειτα η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται σταδιακά στο κυριότερο εξαγωγικό κέντρο της Ελλάδας, εκτοπίζοντας μάλιστα την Καβάλα σε δεύτερη θέση.

Σύμφωνα με τους ερευνητές-συγγραφείς, οι τεκμηριωμένα γνωστές καπναποθήκες της Θεσσαλονίκης που ανεγέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι οποίες παρουσιάζονται στην έκδοση, είναι 88. Πενήντα έξι εξ αυτών των κτιρίων υφίστανται έως σήμερα και πολλά από αυτά ήταν παντελώς άγνωστα στην επιστημονική κοινότητα, όπως σημειώνουν. Από αυτά, μόνο τα τέσσερα εξακολουθούν να βρίσκονται σε λειτουργία ως καπναποθήκες (μόνο για αποθήκευση και όχι πλέον για επεξεργασία), ενώ 23 βρίσκονται χωρίς χρήση και κάποια έχουν λεηλατηθεί πλήρως.

Οσον αφορά τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά αυτών των κτιρίων, χωρίζονται σε δύο βασικές περιόδους. Προπολεμικά ανέθεταν την κατασκευή τους σε αρχιτέκτονες και οι όψεις τους φέρουν αστικά πρότυπα και περίτεχνο διάκοσμο, προβάλλοντας κυρίως το κύρος των καπνεμπορικών εταιρειών, που ήταν το κυρίαρχο αίτημα της εποχής. Στη μεταπολεμική περίοδο οι αρχές του φονξιοναλισμού επιβάλλονται στα κτίρια, σύμφωνα με τους μελετητές τους, ενώ, όπως τονίζουν, «οι πολιτικοί μηχανικοί είναι αυτοί που κυρίως αναλαμβάνουν τον σχεδιασμό και την κατασκευή τους απλοποιώντας τις μορφές τους με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τον μεγάλο όγκο των κτιρίων με τα επαναλαμβανόμενα μικρά ανοίγματα». Πρόκειται για τα περισσότερο αναγνωρίσιμα σε μας σήμερα κτίρια που συναντούμε στην περιοχή της Σταυρούπολης δυτικά της Θεσσαλονίκης.

Καπναποθήκη Αυστροελληνικής ΑΕ (1929), Τσιμισκή & Βασιλέως Ηρακλείου (φωτογραφικό αρχείο Σοφίας Γκαβούση – Σπυρίδωνος Ταβλίκου

Μεταξύ των στόχων της έκδοσης αυτού του βιβλίου, όπως αναφέρουν οι συγγραφείς του, «είναι η ευαισθητοποίηση των φορέων για τη διάσωση των κτιρίων και της μνήμης που αυτά μεταφέρουν στις επόμενες γενιές», τονίζοντας επίσης ότι «όταν αναφερόμαστε σε καπναποθήκες δεν αναφερόμαστε μόνο στην καθαυτή κτιριακή εγκατάσταση αλλά στη γενικότερη συνεισφορά των κτιρίων στη διαμόρφωση του κοινωνικού – αστικού ιστού της πόλης και την αλληλεπίδρασή του με τους πολίτες ως παράγοντας προσφοράς εργασίας και οικονομικής στήριξης της κοινωνίας». 

Καπναποθήκη Ν. Ναξιάδη (1924), Διοικητηρίου 5-7 (ιδιωτικό αρχείο Μ. Ναξιάδη)
Καπναποθήκη Ν. Γλεούδη Καπνά εις Φύλλα (1937, 1958), Φράγκων & Δωδεκανήσου (ιδιωτικό αρχείο Κ. Γλεούδη)

Η έκδοση αποτελεί αναμφίβολα χρήσιμο εργαλείο για έναν ερευνητή, όμως –γραμμένο με τρόπο κατανοητό– το βιβλίο απευθύνεται και στο ευρύ κοινό, ενώ παρουσιάζει πλήθος αδημοσίευτου έως τώρα φωτογραφικού υλικού χαρτογραφώντας ένα σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, βιομηχανικής και πολιτιστικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

«Οι καπναποθήκες της Θεσσαλονίκης, Η αρχιτεκτονική κληρονομιά του καπνού στον 20ό αιώνα» Σοφία Γκαβούση – Σπυρίδων Ταβλίκος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

University Studio Press

ISBN: 978-960-12-2398-8

ΣΕΛ.: 456

ΤΙΜΗ: €46

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.