Μόνη διέξοδος η συμμαχία κέντρου και Αριστεράς

Οι ∆ηµοκρατικοί έχουν κερδίσει την προεδρία.

Αλλά ως νίκη ανήκει στην ίδια κατηγορία µε την περίπτωση του Κόκκινου Στρατού που σταµάτησε τη Βέρµαχτ στις πύλες της Μόσχας τον ∆εκέµβριο του 1941. Τότε σώθηκαν από τον καιρό, όχι από τη δική του εφευρετικότητα, και µε βαριές απώλειες. Οταν το χιόνι λιώσει η µόνη βεβαιότητα είναι ότι ο εχθρός θα συνεχίσει την προέλασή του.

Εβδοµήντα εκατοµµύρια άνθρωποι ψήφισαν τον Τραµπ: δέκα εκατοµµύρια περισσότεροι από την προηγούµενη φορά. Η υποστήριξη των µαύρων και των ισπανόφωνων αυξήθηκε. Και παρόλο που υπήρχαν σηµαντικά κέρδη για τους ∆ηµοκρατικούς σε περιοχές όπως η Τζόρτζια, το Τέξας και η Βιρτζίνια, υπάρχει µια λωρίδα γης στην κεντρική Αµερική, από την Οκλαχόµα έως το Οχάιο, όπου η συντηρητική ψήφος ενισχύθηκε.

Οι ψηφοφόροι του Τραµπ γνώριζαν ό,τι αγνοούσαν την προηγούµενη φορά: ότι ο Τραµπ είναι ρατσιστής και µισογύνης στην πραγµατικότητα, όχι µόνο στα λόγια. Οτι θα φυλακίσει τα παιδιά µεταναστών, θα πανηγυρίσει τον πυροβολισµό δηµοσιογράφων και ότι θεωρεί πως µερικοί σε ένοπλες πολιτοφυλακές είναι «πολύ καλοί άνθρωποι». Οταν είπαν σε δηµοσκόπους «νοιάζοµαι περισσότερο για την οικονοµία παρά για τον κορονοϊό» προσυπέγραψαν ασυζητητί το ρεκόρ ανικανότητας που άφησε 230.000 νεκρούς Αµερικανούς. Ηξεραν τι έκαναν.

Εποµένως το πρόβληµα δεν είναι ο Τραµπ, αλλά ο αµερικανικός λαός. Το µόνο που έχει να κάνει η ρεπουµπλικανική ∆εξιά για να ξανακερδίσει την προεδρία το 2024 είναι να βρει έναν πιο ικανό υποψήφιο, πρόθυµο να χρησιµοποιήσει τη ρητορική της άκρας ∆εξιάς, και έναν υποψήφιο αντιπρόεδρο από τις συντηρητικές µαύρες ή ισπανόφωνες κοινότητες.

Ας είµαστε ξεκάθαροι για το τι σηµαίνει αυτό. Η στρατηγική του αµερικανικού φιλελευθερισµού να χτίσει µια συµµαχία από λευκούς προοδευτικούς, µαύρους και ισπανόφωνους ψηφοφόρους, φεµινίστριες και τη γενιά των millennials είναι νεκρή. Επί χρόνια οι ∆ηµοκρατικοί βασίζονταν στην ανάδυση µιας «νέας δηµογραφικής πλειοψηφίας» που θα τους µετέτρεπε σε ένα φυσικό κυβερνητικό κόµµα. Εξελίχτηκαν σε διαχειριστές ψήφων αντί να βγουν στον κόσµο.

Αλλά από την κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου µοντέλου το 2008 η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισµού –όπου η λογική της αγοράς καθορίζει τα πάντα– έχει εξατµιστεί. Ο Τραµπ αύξησε την υποστήριξή του γιατί είχε διαφορετική λογική: αυτήν της βίαιης εθνικής αναγέννησης.

∆υστυχώς αυτό σηµαίνει ότι η στρατηγική της Αριστεράς είναι επίσης νεκρή. Το ίδιο ισχύει για τη στρατηγική των κινηµάτων για την κλιµατική αλλαγή, το #BlackLivesMatter και το #MeToo. Η στρατηγική της Αριστεράς ήταν να πιέσει το φιλελεύθερο κατεστηµένο µέσω διαδηλώσεων και πολιτιστικής επιρροής να προχωρήσει σε ριζικές µεταρρυθµίσεις στην αστυνοµία, την ενεργειακή πολιτική και την αναδιανοµή.

Είναι µια καλά θεµελιωµένη στρατηγική: ένα µείγµα ειρηνικών και βίαιων διαδηλώσεων τη δεκαετία του ’60 ανάγκασε τους ∆ηµοκρατικούς να περάσουν τις πράξεις για τα πολιτικά και εκλογικά δικαιώµατα. Αλλά είναι τελεσφόρα µόνο όταν το φιλελεύθερο κατεστηµένο µπορεί να κερδίσει τις εκλογές.

Παρά το ότι κέρδισαν τρία εκατοµµύρια ψήφους περισσότερες από τον Τραµπ, οι ∆ηµοκρατικοί έχασαν θέσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δεν έκαναν καµία πρόοδο στη Γερουσία και έτσι ο Μπάιντεν θα αναγκαστεί να κυβερνήσει µε προεδρικά διατάγµατα. Εν τω µεταξύ, η ακροδεξιά –οι πολιτοφυλακές, οι φασιστικές οµάδες και τα δίκτυα στο διαδίκτυο– θα στήσει µια τετράχρονη αναταραχή απέναντι σε έναν πρόεδρο που θεωρούν ότι δεν έχει νοµιµοποίηση.

Τέσσερις παράγοντες συνέβαλαν στην αποτυχία των ∆ηµοκρατικών. Ο πρώτος είναι µια λευκή αντίδραση στις διαδηλώσεις των Black Lives Matter. Ο Τραµπ χρησιµοποίησε τις εικόνες της αντιρατσιστικής βίας στους δρόµους για να ανακινήσει τον πιο πρωταρχικό φόβο µιας κοινωνίας που οικοδοµήθηκε πάνω στη δουλεία και την κλοπή γης: ότι το παρελθόν θα πάρει εκδίκηση.

Σε µια κίνηση κατευθείαν από το εγχειρίδιο του Μουσολίνι επινόησε το φάντασµα του «βίαιου αντιφασισµού» µε τέτοιον τρόπο που αντιφασίστας στην Αµερική είναι το να βγαίνεις από τα όρια του αποδεκτού. Η άκρα ∆εξιά δηµιούργησε έναν σύνθετο «άλλον»: τον µαχητή της κοινωνικής δικαιοσύνης (social justice warrior), τον «ξύπνιο» (woke) µαύρο, τον φιλελεύθερο, τον αντιφασίστα. Και δέκα εκατοµµύρια συντηρητικοί, αδρανείς ψηφοφόροι τρόµαξαν τόσο που σηκώθηκαν από τον καναπέ και πήγαν να ψηφίσουν.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι ο φόβος της µεσαίας τάξης προς τον σοσιαλισµό. Για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’30 το αµερικανικό κοινό ήρθε αντιµέτωπο µε χαρισµατικούς πολιτικούς µε εξαιρετική ευφράδεια οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστές. Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, ο Μπέρνι Σάντερς, η Ρασίντα Τλάιµπ και η νεοεκλεγείσα στο Κογκρέσο Κόρι Μπους είναι αδιαπραγµάτευτα «δηµοκράτες σοσιαλιστές».

Αλλά µεγάλος αριθµός ανθρώπων στις ΗΠΑ µισεί τον σοσιαλισµό. Ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν απάντησε σε κάθε συντηρητική επίθεση του Τραµπ µε το να υπερθεµατίζει στον συντηρητισµό. Εν συντοµία, ο Μπάιντεν απονοµιµοποίησε τα µόνα άτοµα στο ψηφοδέλτιο που µπορούσαν να εµπνεύσουν.

Ο τρίτος παράγοντας ήταν η απόλυτη κενότητα που είχε ο Μπάιντεν στο πλασάρισµά του. Η εικόνα του είναι ξεκάθαρη: ένας γηραιός Αµερικανός της εργατικής τάξης που έχει περάσει προσωπικές τραγωδίες και είναι αξιόπιστος. Οµως ως προσωποποίηση του αµερικανικού φιλελευθερισµού ήταν ανίκανος να προωθήσει ένα καθαρό αφήγηµα. Ο Τραµπ τον αποκάλεσε «κοιµήση Τζο» (sleepy Joe). Στην πραγµατικότητα ήταν ο κενός Τζο (empty Joe) – όπως µάλλον θα διαπιστώσουµε τώρα.

Τέταρτον, η εκλογική στρατηγική των ∆ηµοκρατικών είχε ψεγάδια, µια και ήταν βασισµένη στη φανταστική κατηγορία των «µετριοπαθών Ρεπουµπλικάνων». Ξόδεψαν δεκάδες εκατοµµύρια δολάρια µε το Lincoln Project, που ελέγχουν αντιτραµπικοί Ρεπουµπλικάνοι, για να προσεγγίσουν µετριοπαθείς Ρεπουµπλικάνους. Το αποτέλεσµα ήταν κάποια εξαιρετικά προπαγανδιστικά βίντεο. Αλλά το αποτέλεσµα µας λέει ότι δεν υπάρχουν αρκετοί µετριοπαθείς Ρεπουµπλικάνοι.

Η πολιτική έχει εξελιχθεί σε µέτρηµα κεφαλών ανάµεσα σε προοδευτικούς και ρατσιστές – και µια ευφυής ηγεσία, ικανή να µαθαίνει σε πραγµατικό χρόνο από τις δηµοσκοπήσεις και τη δραστηριότητα στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα έπρεπε να το έχει καταλάβει.

Πού πάµε από δω και πέρα; Στο εγγύς µέλλον κάθε προσπάθεια αντιστασιακής κινητοποίησης της άκρας ∆εξιάς πρέπει να απαντηθεί µε µαζικές κινητοποιήσεις εργατών και φτωχών αστικών πληθυσµών. Οι διαδηλώσεις δεν είναι αρκετές. Η γενική απεργία είναι εκείνη που σταµάτησε το πραξικόπηµα του Καπ στη Γερµανία το 1920 και κάποια τµήµατα του εργατικού κινήµατος το συζητούν ως επιλογή.

Στο αµέσως επόµενο διάστηµα, υποθέτοντας ότι ο Μπάιντεν επιβιώνει από τις διαδηλώσεις ακροδεξιών και σχηµατίζει κυβέρνηση, η στρατηγική του φιλελευθερισµού και της Αριστεράς πρέπει να συγκλίνει γύρω από την αναγνώριση των γεγονότων. Υπάρχουν 70 εκατοµµύρια πολίτες στην Αµερική που είναι χαρούµενοι που τους κυβερνά ένας φιλοφασίστας µισογύνης. Οι ∆ηµοκρατικοί χρειάζονται µια στρατηγική, ένα αφήγηµα και µια οργανωτική δοµή που θα απαντήσουν σε αυτό το δεδοµένο.

Η Χάνα Αρεντ περιέγραψε τον φασισµό ως την «πρόσκαιρη συµµαχία της ελίτ µε τον όχλο». Τα Λαϊκά Μέτωπα στην Ισπανία και τη Γαλλία τη δεκαετία του ’30 έδειξαν ότι η µόνη αποτελεσµατική θεραπεία γι’ αυτό είναι η προσωρινή συµµαχία του κέντρου και της Αριστεράς. ∆εν θα είναι εύκολη, αλλά πρέπει να αρχίσει αύριο.

Ο Πολ Μέισον είναι Βρετανός δημοσιογράφος και αναλυτής

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.