Μπογδάνωση

Άνωση στη φυσική είναι η δύναμη που δέχεται ένα σώμα όταν βυθίζεται σε υγρό, με φορά αντίθετη προς το βάρος του. Άλλη είναι η άνωση στο νερό και άλλη στον βόθρο, όπως επίσης είναι γνωστό από τη φυσική. Άντε τώρα να εξηγήσεις τι είναι η μπογδάνωση.

Ο «Μπογδάνος» επιπλέει με τρόπο εντυπωσιακό στον δημόσιο χώρο και αυτό έχει σημασία. Δεν τον ενδιαφέρει αν θα τον χαρακτηρίσουν φελλό, αν θα του καταλογίσουν ότι η ικανότητά του οφείλεται στο λειψό ειδικό βάρος του ή στο αβαρές της επιπολαιότητάς του, αλλά ότι επιπλέει. 

Για να επιπλεύσει μπορεί να πει τον πρωθυπουργό τρομοκράτη, μπορεί να βρίσει, να αποκαλέσει τον θύμα θύτη, τον θύτη ήρωα και τη μάνα του Φύσσα σκύλα. Οφείλει να προκαλέσει για να απολαύσει τα κύματα της αναταραχής που προκαλεί, τις περισσότερες φορές μέσα στα πηχτά λύματα του περιβάλλοντός του. Γιατί, όπως στην άνωση έτσι και στην μπογδάνωση, στον βόθρο επιπλέεις καλύτερα απ’ ό,τι στο νερό. Ο Μπογδάνος, οι Μπογδάνοι, δεν είναι πρόσωπα αλλά σύμβολα και δημιουργήματα των καιρών.

Στα χρόνια των μνημονίων δημιουργήθηκε μια ράτσα δημοσιολόγων που αποτελούν διασταύρωση του κυνισμού, του αμοραλισμού και της προσωπικής φιλοδοξίας. Επικράτησαν ως Ηρόστρατοι στην καθημερινότητα, πυρπολώντας την κοινή λογική και καταστρέφοντας τη σχέση του απλού ανθρώπου με τις ανάγκες. Ενοχοποίησαν τον συνταξιούχο, έδειξαν ως εχθρό της κοινωνίας την κοινωνική πρόνοια, παρακολούθησαν σεμινάρια του ΔΝΤ για τη μαζική χειραγώγηση και, το χειρότερο, τα εφάρμοσαν χωρίς έλεος στις πλάτες του κόσμου που υπέφερε. Επέβαλαν την αφήγησή τους ως πραγματικότητα χρησιμοποιώντας τη δύναμη πυρός των μέσων ενημέρωσης που τους πλήρωναν γι’ αυτό. Φυσικά από τα δανεικά και αγύριστα των τραπεζών.

Δεν ήταν οι απλοί υποτακτικοί που παλιά γάβγιζαν για τα αφεντικά και τα συμφέροντά τους. Τώρα έπρεπε να δαγκώσουν, να επιτεθούν, να δείξουν τη σημαντικότητά τους σε έναν πόλεμο που η έντασή του απειλούσε να τους εξαλείψει.

Κατασκεύασαν με επιμονή επίθετα για τους εχθρούς τους και πάλεψαν να τα κάνουν αποδεκτά από τους γύρω τους. «Λαϊκιστές», «ανθέλληνες», «επικίνδυνοι», «ψεύτες» και πολλά άλλα. Εφτυσαν γύρω τους, κόπρισαν, αφαίρεσαν από τον δημόσιο λόγο το ήθος και το μέτρο για να επιπλεύσουν με ασφάλεια μέσω της μπογδάνωσης.

Κάτω από τις φιλελεύθερες προφάσεις τους ξεπρόβαλε η ακροδεξιά ρητορική, τα πιο ακραία ένστικτα, η αναθεώρηση της ίδιας της ιστορίας. Δεν επιτέθηκαν μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνησή του. Έγιναν Γεωργαλάδες και νεο-Παττακοί που αμφισβήτησαν όσα έγιναν στο Πολυτεχνείο, πόσο αξίζει η εθνική ανεξαρτησία, εάν έχει δικαίωμα η Αριστερά να υπάρχει και πολύ περισσότερο να κυβερνά.

Ετσι, απελευθερωμένοι από τους τύπους που απαιτεί η δημοκρατία, παρήγαγαν τους ρύπους της μιντιακής και πολιτικής αθλιότητας. Δημοσιογράφοι τζουκ μποξ, συγγραφείς των δημοσίων σχέσεων, καλλιτέχνες της αρπαχτής, δημοσιολόγοι τζημερικού τύπου, οργάνωσαν το πνευματικό μέτωπο της υποταγής σε όσα απαιτούνται.

Οσο πιο δύσκολα γίνονταν τα πράγματα τόσο περισσότερο δάγκωναν. Οσο απομακρύνονταν από την εξουσία τόσο ούρλιαζαν και νόμιζαν ότι είναι λύκοι που θα καταφέρουν να καταβροχθίσουν τον εχθρό.

Πλημμύρισαν τις τηλεοράσεις, αναρριχήθηκαν στα πρωτοσέλιδα των υπερχρεωμένων εφημερίδων, έγιναν τηλε-ιεροκήρυκες της αντίδρασης και της επιβολής. Ήταν πάντα οι χορτάτοι που έλεγαν στους πεινασμένους για τις καλύτερες μέρες που θα ’ρθουν αν κάνουν θυσίες για να τους ταΐσουν.

Η νέα γενιά υποτακτικών, αν και –όπως όλοι οι υποτακτικοί– έδειχνε υποταγή, είχε την αυταπάτη της εξουσίας. Η κοινή απειλή υπαγόρευε τη συμπόρευση με τους ισχυρούς, που με τη σειρά της έφτιαχνε την παρανόηση ότι είναι και οι ίδιοι τέτοιοι.

Οπως θα μπορούσε ίσως να πει ο ποιητής Μπογδάνος αν δεν το είχε πει ο κινηματογραφικός Τιμολέων Φανφάρας «μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια» που έπεφταν με νύχια γαμψά και δόντια γυαλισμένα.

Η μπογδάνωση, απέλπιδα προσπάθεια να επιπλεύσουν καλοταϊσμένοι, έχει φυσικά και την επικινδυνότητά της. Όπως συνέβαινε και στην ιστορία την οποία προσπαθούν να αναθεωρήσουν, όταν οι ναζί υποχωρούσαν από την κατεστραμμένη Ελλάδα σκότωναν πρώτα τους συνεργάτες τους. Τώρα αν πέσει και κανένας τηλεοπτικός αστέρας του Σκάι, προφανώς πρόκειται για παράπλευρη απώλεια. Ή για τρέλα του αφεντικού που κάποιες φορές δεν αντέχει τον σκύλο να γαβγίζει περισσότερο από όσο ανέχεται.