Μυρσίνη Ζορμπά: Η έκθεση Πισσαρίδη και ο επικείμενος Αρμαγεδδώνας στον πολιτισμό

Harue Koga

Η τέως υπουργός Πολιτισμού, Μυρσίνη Ζορμπά, γράφει στο Docville για το πόρισμα της επιτροπής των «σοφών» που δίνει το έναυσμα για την πανωλεθρία που έρχεται στον χώρο του πολιτισμού.

Ο κόσµος του πολιτισµού στέλνει τον τελευταίο καιρό µε κάθε τρόπο το µήνυµα ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα πολιτισµικό New Deal που θα αποδείξει την πολιτική της δέσµευση να θέσει τον πολιτισµό στην καρδιά του ευρωπαϊκού οικοδοµήµατος. Η µεγάλη ευκαιρία γι’ αυτό είναι το «Σχέδιο ανάκαµψης και ανθεκτικότητας», που στα καθ’ ηµάς φαίνεται ότι θα πατήσει πάνω στον καµβά της έκθεσης Πισσαρίδη.

Μια µηχανική όσο και µονοµερής προσέγγιση

Προκειµένου να υπάρξει αποτελεσµατική σύνδεση πολιτισµού και οικονοµίας σε ένα σχέδιο ανάπτυξης απαιτείται µια βασική προϋπόθεση, την οποία υιοθετούν παγκόσµιοι οργανισµοί όπως η UNESCO και ο ΟΟΣΑ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και η διεθνής βιβλιογραφία. Αυτή δεν είναι άλλη από την αξιακή αυτονοµία του πολιτισµού που σχετίζεται µε την κοινωνική πρόοδο και συνοχή προκειµένου να σχεδιαστεί το νέο, ιδιαίτερο και ξεχωριστό πεδίο της σύνδεσής του µε την οικονοµία. Εάν αυτή η αυτονοµία δεν εξασφαλιστεί –πράγµα που σηµαίνει την αναγνώριση της αξίας του αυτής καθαυτήν, της δηµιουργικότητας, ως κεντρικού πυρήνα ενσωµατωµένου στην κοινωνία, την παιδεία και την καθηµερινή ζωή, στη συµµετοχή και στις στάσεις των πολιτών– και αν ο πολιτισµός αντιµετωπιστεί υστερόβουλα ως εξωτερικό δάνειο, ως «εργαλείο ανάπτυξης», τότε κανένα σχέδιο δεν µπορεί να έχει επιτυχία και, το κυριότερο, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.

Κατά συνέπεια, θα µπορούσε το πεδίο του πολιτισµού να επωφεληθεί αλλά και να συµβάλει σε ένα «σχέδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας» µέσα από µια αµφίδροµη σχέση. Θα µπορούσε ένα τέτοιο σχέδιο να υποστηρίζει σε πρώτο επίπεδο τους κλάδους, τους καλλιτέχνες, τους δηµιουργούς, τους εργαζόµενους και τη δηµιουργική οικονοµία της χώρας συνολικότερα. Θα µπορούσε να ανανεώσει το πολιτισµικό κεφάλαιο της χώρας, δηµόσιο και ιδιωτικό. Σίγουρα ναι, ιδιαίτερα σε µια εποχή που οι καλλιτεχνικοί κλάδοι (ως δηµόσιοι και ιδιωτικοί παραγωγοί αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών) έχουν πληγεί σκληρά, προκειµένου να επιβιώσουν αρχικά από τη σχεδόν δεκαετή οικονοµική κρίση και τα µνηµόνια και στη συνέχεια από την πανδηµία και την απαγόρευση εργασίας και λειτουργίας τους τον τελευταίο χρόνο µε ελάχιστη στήριξη από την πολιτεία.

Είναι απογοητευτικό συνεπώς που η έκθεση Πισσαρίδη αφιερώνει σε αυτήν τη θεµελιώδη παραδοχή µία και µοναδική φειδωλή πρόταση: «Ο πολιτισµός έχει, ασφαλώς, αυτοτελή σηµασία για µια κοινωνία», ενώ σπεύδει να κινηθεί βιαστικά στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Μην έχοντας ούτε έναν σύµβουλο –από τους τόσους που απασχόλησε– µε εξειδίκευση στον πολιτισµό, καταλήγει γρήγορα σε παλιά κλισέ και αποτυχηµένες πολιτικές περασµένων δεκαετιών. Στραµµένη µε εµφανή µονοµέρεια στην πολιτιστική κληρονοµιά ως σανίδα σωτηρίας για την αύξηση των εσόδων, η έκθεση εκφράζει αµηχανία και σαφή υποτίµηση απέναντι στο σύγχρονο καλλιτεχνικό και πολιτιστικό δυναµικό της χώρας και συνδέει µηχανικά τον πολιτισµό µε τον τουρισµό αδυνατώντας να υπαινιχθεί καν άλλες εναλλακτικές επιλογές.

Με αυτά τα δεδοµένα όταν η έκθεση φτάνει στα συµπεράσµατα περιορίζεται, όπως πολλοί πριν από αυτή ήδη από τη δεκαετία του 1950, στο γνωστό συµπέρασµα που θέλει τη χώρα «να εστιάζει στην ποιοτική ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονοµιάς»

Μάλιστα το κάνει εξαιρετικά βεβιασµένα, χωρίς καµία ανάλυση της ιδιαίτερης διάρθρωσης του πεδίου, των τάσεων, των προοπτικών και των λόγων που οδηγούν σε αυτήν τη µονόδροµη επιλογή. Μάλιστα, µόνο εκ των υστέρων και έχοντας ήδη δροµολογήσει τον άξονα πολιτισµού – τουρισµού, η έκθεση αναφέρεται στη χαρτογράφηση του κλάδου στην ενότητα «Προκλήσεις και προοπτικές», βάζοντας έτσι εµφανώς το κάρο πριν από το άλογο. Μια σειρά από κλισέ έρχονται έτσι να συµπληρώσουν την εικόνα µε λίγα στοιχεία από την επισκεψιµότητα και τα έσοδα αρχαιολογικών χώρων και µουσείων, τον αριθµό και το µέγεθος των επιχειρήσεων, τον κύκλο εργασιών τους, τον αριθµό των απασχολουµένων, έναν δυο ετήσιους προϋπολογισµούς και κρατικές δαπάνες, καθώς και επιλεκτικές στατιστικές και ευρωπαϊκές συγκρίσεις.

Με αυτά τα δεδοµένα όταν η έκθεση φτάνει στα συµπεράσµατα περιορίζεται, όπως πολλοί πριν από αυτή ήδη από τη δεκαετία του 1950, στο γνωστό συµπέρασµα που θέλει τη χώρα «να εστιάζει στην ποιοτική ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής κληρονοµιάς» µε την τυπική, άνευ αντικρίσµατος όµως, προσθήκη της σύγχρονης πολιτιστικής δηµιουργίας. Τόσο απλά, τόσο βαθυστόχαστα, τόσο καινοτόµα, τόσο αναπτυξιακά εντέλει. Η αποθέωση του ευχολόγιου και της κοινοτοπίας.

Η κοινωνική συνοχή και ο «ασηµένιος» τουρισµός

Αυτά συµβαίνουν την ίδια ώρα που ζούµε µε δραµατικό τρόπο την πανδηµία και ο διόλου ευαίσθητος και διόλου κουλτουριάρης ΟΟΣΑ κάνει λόγο στην έκθεσή του για «πολιτισµικό σοκ» στον πολιτιστικό και δηµιουργικό τοµέα, παροτρύνοντας τις κυβερνήσεις να λάβουν µέτρα υποστήριξης, καθώς η διάρκεια των επιπτώσεων θα είναι µεγάλη, η ευθραυστότητα των κλάδων αυξηµένη, οι υβριδικές εργασιακές σχέσεις του τοµέα σε καµπή. Μάλιστα ο ΟΟΣΑ συνδέει τον πολιτισµό µε την εκπαίδευση και την υγεία ως αλληλένδετους παράγοντες που ανέδειξε η πανδηµία και πρέπει να ληφθούν υπόψη ως σύνολο για τις στρατηγικές που θα αναπτυχθούν από δω και µπρος σε αναφορά προς την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική ευηµερία.

Θα µπορούσε ένα τέτοιο σχέδιο να υποστηρίζει σε πρώτο επίπεδο τους κλάδους, τους καλλιτέχνες, τους δηµιουργούς, τους εργαζόµενους και τη δηµιουργική οικονοµία της χώρας συνολικότερα.

Η έκθεση Πισσαρίδη ωστόσο αποτελεί τον βασικό καµβά, προοιωνίζοντας τις κατευθύνσεις που θα έχει το «Σχέδιο ανάκαµψης και ανθεκτικότητας». Με αυτή την έννοια συνδέεται στενά µε τις προτεραιότητες της κυβέρνησης όσον αφορά την κατανοµή των ευρωπαϊκών πόρων των 32 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας. Τα έργα που θα ενταχθούν θα µπορούσαν πραγµατικά να φέρουν τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης και να αναζωογονήσουν την κοινωνία µε όχηµα τον πολιτισµό, την παιδεία και την υγεία όλων. Θα περίµενε εποµένως κάποιος οι εξαγγελίες για τον πολιτισµό να κινούνται γύρω από τον σχεδιασµό ενός απόλυτης προτεραιότητας αναπτυξιακού περιφερειακού πολιτιστικού προγράµµατος για τη µείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, την αναζωογόνηση των πόλεων και την ενδυνάµωση των καλλιτεχνών και της δηµιουργικής οικονοµίας. Ένα τέτοιο πρόγραµµα θα ήταν ιδιαιτέρως σηµαντικό, µαζί µε µια σειρά από παράλληλες δράσεις αναφορικά µε την καλλιτεχνική παιδεία, την ανασυγκρότηση των γερασµένων πολιτιστικών οργανισµών, τη στρατηγική µουσείων και πολιτιστικής κληρονοµιάς, βιβλιοθηκών και κέντρων τεκµηρίωσης, το ρυθµιστικό πλαίσιο που αφορά τα ιδιωτικά ιδρύµατα και συµπράξεις, τα δικαιώµατα πνευµατικής ιδιοκτησίας για δηµιουργούς και καλλιτέχνες.

Αντί γι’ αυτά, η παράγραφος που αφιερώνεται στον πολιτισµό στο «Σχέδιο ανασυγκρότησης» αρχίζει µε την εξής πρόταση: «Στον πολιτισµό, προωθείται µια φιλόδοξη µεταρρύθµιση των φορολογικών και εργασιακών πρακτικών για τη µείωση της φοροδιαφυγής, αλλά και για την καλύτερη προστασία των εργαζοµένων». Απορεί κανείς πώς µπόρεσε να σκεφτεί κάποιος ότι αυτό είναι το κεντρικό πρόβληµα, η πρωταρχική πολιτιστική προτεραιότητα για τον πολιτισµό σήµερα.

Στη συνέχεια διαβάζουµε: «Είναι σηµαντικό ο πολιτισµός να λειτουργεί ως κινητήριος µοχλός της οικονοµικής και της στρατηγικής ανάπτυξης των πολιτιστικών και δηµιουργικών βιοµηχανιών. Οι πολιτιστικές και δηµιουργικές βιοµηχανίες απαιτούν επίσης επενδύσεις για την ανάπτυξη δεξιοτήτων των επαγγελµατιών του τοµέα». ∆ύσκολο και εδώ να καταλάβει κάποιος τις προθέσεις του συντάκτη, εφόσον διατυπώνει απλώς αυτονόητες διαπιστώσεις και δεν υπάρχει καµία αναφορά σε προγράµµατα χρηµατοδότησης. Στη δεύτερη βέβαια πρόταση µπορεί κάποιος να φανταστεί ότι τα χρήµατα θα δοθούν σε επαγγελµατικές καταρτίσεις, όπου επικεντρώνεται κυρίως η εµµονή του υπουργείου Πολιτισµού.

Φτάνοντας στο τέλος, διαπιστώνουµε τη διασωλήνωση του πολιτισµού µε τον τουρισµό, που είναι και ο µόνος στόχος: «Επιπλέον, προωθούνται δράσεις για την υποστήριξη της κοινωνικής συνοχής µέσω της σύνδεσης του πολιτισµού µε τον τουρισµό και τον “ασηµένιο” τουρισµό. Με σκοπό τη διαφοροποίηση του ελληνικού τουριστικού χαρτοφυλακίου, τη µείωση της εποχικότητας και την αύξηση των εσόδων γίνεται επίσης µια συστηµατική προώθηση θεµατικών και εναλλακτικών µορφών τουρισµού όπως ο ορεινός, ο θρησκευτικός και ο θαλάσσιος τουρισµός και ενισχύονται οι δράσεις για προσβάσιµες υποδοµές».

Μένει κανείς άφωνος µε την αχαλίνωτη φαντασία του εγκεφάλου που διανοήθηκε να θεωρήσει πως η κοινωνική συνοχή θα υποστηριχτεί µέσω της σύνδεσης του πολιτισµού µε τον τουρισµό και µάλιστα µε τον «ασηµένιο». Περιοριζόµαστε να πούµε πως είναι προφανές ότι θα πρέπει να ξαναγραφτεί µε µεγαλύτερη σοβαρότητα και γνώση το «Σχέδιο ανάκαµψης» που αφορά τον πολιτισµό. Γιατί αν µείνουµε στο παραπάνω «επίσηµο» κείµενο, το πολιτισµικό σοκ που ζούµε θα µετατραπεί σε πολιτισµική πανωλεθρία για τη χώρα.