Νίκος Μαστοράκης – Από κακομαθημένη πριμαντόνα… ζόμπι που δεν τρομάζει κανέναν!

Νίκος Μαστοράκης – Από κακομαθημένη πριμαντόνα… ζόμπι που δεν τρομάζει κανέναν!

Ο βίος και η πολιτεία του ανθρώπου που ήθελε πάντα κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είχε και στο τέλος τα έχασε όλα. Ακόμη και το… μυαλό του!

Στον κόσμο του θεάματος είναι κατάρα να συνεργάζεσαι με μια ξοφλημένη πριμαντόνα. Σου κάνει τον βίο… αβίωτο με τα καπρίτσια της. Θεωρεί ότι ακόμη είναι απαραίτητη. Δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι ο κύκλος της έκλεισε.

Ο Νίκος Μαστοράκης έχει πάψει εδώ και δεκαετίες να είναι κακομαθημένη πριμαντόνα, ακόμη και ξεπεσμένη. Επιμένοντας να έρχεται στην επικαιρότητα γίνεται κακός, επιθετικός, τα βάζει με όλους και με όλα, λες και φταίνε εκείνοι για τα δικά του λάθη. Είναι ίσως και μια από τις τελευταίες του προσπάθειες να κρατηθεί στην επικαιρότητα που τόσο του λείπει. Δεν εξηγείται αλλιώς. Οι τοποθετήσεις του στόχο έχουν να δημιουργήσουν θόρυβο. Οπως η επίθεση στον Κώστα Γαβρά για την τελευταία του ταινία. Ξεπέρασε ακόμη και τον εαυτό του. Από πριμαντόνα έγινε… ζόμπι που περιφέρει τον λόγο του προσπαθώντας να δείξει ότι είναι εδώ. Μόνο που απέτυχε και πάλι. Αντί για ταινία τρόμου, που τόσο τις αγαπά, το έργο εξελίσσεται σε φαρσοκωμωδία. Ολοι πλέον τον έχουν μάθει κι απλώς γελάνε με τα καπρίτσια του.

Ισως να μην μπορεί να χωνέψει πως έπειτα από 25 ταινίες ο Κώστας Γαβράς έχει κερδίσει Οσκαρ, Χρυσό Φοίνικα και Χρυσή Αρκτο ενώ ο σκηνοθέτης τον οποίο, κατά δήλωσή του, «λάτρεψε το Χόλιγουντ» περιορίστηκε σε ταινίες β΄ κατηγορίας, ο μόνος φοίνικας που είδε ήταν αυτός της χούντας και οι δικές του ταινίες ακόμη και στην Ελλάδα παίχτηκαν μόνο στα κανάλια όπου έκανε… κουμάντο. Στον Ant1 και στο Star. Εκεί χάρισαν ατελείωτες ώρες πλήξης στους τεχνικούς της ροής που, όπως λένε οι κακές γλώσσες αλλά και οι πίνακες θεαματικότητας, ήταν οι μόνοι θεατές τους.

Πριν από το «Αργά»

Οι νεότεροι τον γνώρισαν από εκπομπές τύπου «Αργά» με πρόσωπα της επικαιρότητας, όχι πάντα πρώ- της γραμμής, που συζητούσαν μαζί του. Κάνοντας επίδειξη θράσους κατάφερνε να δείξει τι σημαίνει αμερικανική τηλεόραση β΄ διαλογής. Μόνο που το ελληνικό κοινό γρήγορα βαρέθηκε. Δεν έχει και πολλά κοινά γνωρίσματα με τους τηλεθεατές των μεσοδυτικών πολιτειών που στήνονται με τις ώρες μπροστά στη μικρή οθόνη τρώγοντας χάμπουργκερ, πίνοντας μπίρα, τρίβοντας την κοιλιά τους και βρίζοντας τη γυναίκα τους…

Ο Μαστοράκης ήταν παιδί της εποχής του. Τότε που η επικοινωνία ήταν δύσκολη, το βίντεο έκανε τα πρώτα του βήματα και ένα ταξίδι στην Αμερική σε έκανε αυτόματα «γκουρού» της τηλεόρασης, ίσως και της δημοσιογραφίας.

Το ταλέντο του ήταν ότι ήξερε να φέρνει στην Ελλάδα τις τάσεις που επικρατούσαν στο εξωτερικό. Αποφάσισε να… ξεβλαχέψει τους Ελληνες πριν από τον Πέτρο Κωστόπουλο. Τους έλεγε στο ραδιόφωνο τι αμερικανικά τραγούδια να ακούνε, τους έμαθε τις προσφερόμενες εκπομπές, καθιέρωσε τη σελίδα του αυτοκινήτου που έφερνε διαφήμιση (φανερή και γκρίζα), οργάνωνε συναυλίες, όπως αυτή των Rolling Stones λίγα 24ωρα προτού έρθει η χούντα, και ήταν από τους πρώ

Με επιθέσεις και χολή εναντίον… όλων (όπως έκανε και πρόσφατα με τον Κώστα Γαβρά και τη νέα ταινία του) προσπαθεί να κρατηθεί στην επικαιρότητα αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να προκαλεί τον γέλωτα

τους που έσπευσαν στην πειραματική τηλεόραση, το 1966, διαβλέποντας ότι το μέλλον βρίσκεται στη μικρή οθόνη με τα μεγάλα περιθώρια κέρδους. Διάλεξε το κανάλι των στρατιωτικών γιατί εκεί θα μπορούσε να προβάλλει τις διαφημιστικές του εκπομπές, όπως άλλωστε έκανε και στο ραδιόφωνο.

Η χούντα ήρθε γι’ αυτόν την κατάλληλη στιγμή και για μία –και μόνη– φορά στην καριέρα του βρέθηκε στο σωστό, για εκείνον, στρατόπεδο. Κι ο ίδιος φρόντισε να καλλιεργήσει τις σχέσεις του μαζί της. Μην έχοντας εφημερίδα, αφού η Ελένη Βλάχου αποφάσισε να κλείσει με την επιβολή της χούντας τη «Μεσημβρινή» (μαζί με την «Καθημερινή»), βρήκε διέξοδο στο περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί» ώστε να διοχετεύσει την προσήλωσή του στο νέο καθεστώς.

Υμνοι για τη χούντα

Αρχισε να γράφει τους γνωστούς, πλέον, ύμνους για τη χούντα. Οι αναγνώστες δεν… τσίμπησαν. Το περιοδικό έκλεισε αφού ο Μαστοράκης δεν είχε πιάσει το μήνυμα της εποχής. Η νεολαία του 1967 ήταν ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ζητούσε λευκοί και μαύροι να έχουν ίσα δικαιώματα και οι γυναίκες να μην υστερούν των αντρών. Τα μουσικά είδωλα της εποχής ήταν ο Ντίλαν, η Μπαέζ και άλλοι που απείχαν έτη φωτός από τα πιστεύω του. Κι οι φαν της ξένης μουσικής τού γύρισαν την πλάτη ακολουθώντας τα είδωλά τους σε μια εποχή που ένα επαναστατικό τραγούδι, ένας στίχος για ελευθερία ή κοινωνική δικαιοσύνη άγγιζαν ευαίσθητες χορδές στον Ελληνα.

Την ίδια εποχή προσπαθούσε να μονιμοποιηθεί στην τηλεόραση. Λίγο έλειψε να μείνει στην προσπάθεια, τότε που τις πρώτες εκπομπές έβλεπαν ελάχιστοι κάτοχοι τηλεοπτικών συσκευών και μόνο στην Αθήνα. Οπως διαβάζουμε στην «Αθηναϊκή» (3.9.1974) στην έρευνα για τη χούντα και την τηλεόραση, το πρώτο «κόψιμο» ήρθε νωρίς, όταν ακόμη η ΥΕΝΕΔ λεγόταν ΤΕΔ (Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων) και λειτουργούσε πειραματικά. Ο διοικητής της μονάδας ανακάλυψε ότι το τηλεοπτικό αστέρι του σταθμού «χρησιμοποιούσε το όνομα της Υπηρεσίας για να “δανείζεται” αντικείμενα από μια μεγάλη εταιρεία πετρελαιοειδών».

Σημαιοφόρος της ΥΕΝΕΔ

Το 1968, στα 28 του χρόνια, αποφασίζει να υπηρετήσει τη μητέρα πατρίδα. Οπλο το ναυτικό και το… σκάφος στο οποίο παίρνει απόσπαση είναι φυσικά η ΥΕΝΕΔ, ένα καράβι που τότε ανοιγόταν στα αχαρτογράφητα νερά της ελληνικής τηλεόρασης. Ο σημαιοφόρος Ν. Μαστοράκης γρήγορα γίνεται… σημαιοφόρος του νέου καναλιού. Είναι σκηνοθέτης, παρουσιαστής, σεναριογράφος, παραγωγός, την ίδια στιγμή που ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είναι αντιβασιλιάς, πρωθυπουργός κι έχει άλλα τέσσερα πέντε υπουργεία.

Δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς. Ενας υπάλληλος του Φίνου, ο Μίλτος Σταύρου, έχει αναλάβει μυστικοσύμβουλος της Δέσποινας. Μαζί πηγαίνουν στην Αγγλία για να αγοράσουν ένα συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων που χρειαζόταν ο σταθμός. Ο Σταύρου τον γνωρίζει στη Δέσποινα κι η σύζυγος του δικτάτορα στον βιομήχανο, ιδιοκτήτη της εταιρείας παιχνιδιών El Greco Χωριανόπουλο, που του αναθέτει την παραγωγή και την παρουσίαση της προσφερόμενης εκπομπής «Μικρή οικογένεια».

Υπηρετεί τη θητεία του, παρουσιάζει εκπομπές, είναι παραγωγός σε άλλες και δείχνει να κερδίζει το παιχνίδι. Μέσα του, όμως, υπάρχει το μικρόβιο της αυτοκαταστροφής ή απληστίας, όπως παρατηρούν άνθρωποι που τον έχουν ζήσει από κοντά. Σε μια εκπομπή του, για λόγους τηλεθέασης, παρουσιάζει ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που είναι παντρεμένο κι έχει παιδί. Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος γίνεται έξαλλος. Η «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών» δεν μπορεί να δείχνει και μάλιστα από τηλεοράσεως τέτοια θέματα. Ο Μαστοράκης κόβεται κι η Δέσποινα του συνιστά να κάνει λίγη υπομονή.

Ο διοικητής της ΥΕΝΕΔ Τρύφων Αποστολόπουλος, ο άνθρωπος που έδωσε τον αέρα του καναλιού στους διαφημιστές, πρωταγωνιστεί σε ένα ιδιότυπο προξενιό. Ο Γιώργος Ράλλης είναι από τους κορυφαίους διαφημιστές, θέλει να αποκτήσει εταιρεία παραγωγής για να διοχετεύει στα σίγουρα τις διαφημίσεις του. Δεν έχει όμως μηχανισμό ούτε εγκαταστάσεις για την παραγωγή προγραμμάτων. Ο διοικητής της ΥΕΝΕΔ του εξασφαλίζει δύο συνεταίρους. Τον «Συνεργάτη χωρίς όνομα» που έχει πέσει έξω και χρωστά παντού και τον Ν. Μαστοράκη. Η τριάδα καλύπτεται από την ομπρέλα της Αστήρ TV, της εταιρείας που θα κυριαρχήσει στα τηλεοπτικά πράγματα. Από κοντά και η GTV του Μαστοράκη. Οι τρεις τους σαρώνουν την αγορά. Η Αστήρ ΤV έχει 17 ώρες την εβδομάδα δικό της πρόγραμμα στα δύο κανάλια και η GTV επτά.

Κομμένος και πάλι

Στιγμιότυπο από την περιβόητη συνέντευξη- ανάκριση με τους φοιτητές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Για πολλά χρόνια η παρουσία του στην τηλεόραση ήταν απαγορευμένη. Με τη μεταπολίτευση έδωσε κάποια σίριαλ στην ΕΡΤ, όπως «Η κραυγή των λύκων», αλλά δεν μπόρεσε να επιστρέψει όπως θα ήθελε, μετά βαΐων και κλάδων. Η συνεργασία του με τη «Βραδυνή» κράτησε μόλις μία μέρα. Εγραψε το ρεπορτάζ της άφιξης του Καραμανλή προσπαθώντας να φανεί κι ο ίδιος αντιστασιακός. Λέγεται ότι τα τηλέφωνα διαμαρτυρίας ήταν περισσότερα από αυτά των συγχαρητηρίων για την επανακυκλοφορία της εφημερίδας που είχε κλείσει τον Δεκέμβριο του 1973.

Επέστρεψε επί ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είναι τυχαίο ότι ανέλαβε να στήσει δύο τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά γρήγορα έφυγε. Στον Ant1 έχουν να λένε για το πόσο ακριβά αγόρασε ο σταθμός όλες τις ταινίες του. Στο Star το διαζύγιο ήταν ακόμη πιο ήσυχο. Λογικά το κανάλι τού πλήρωσε μέχρι τελευταίου ευρώ τα χρήματα που είχε συμφωνήσει κι ίσως κάτι παραπάνω. Ηταν φανερό πια ότι το «χρυσό παιδί» των πρώτων χρόνων της ελληνικής τηλεόρασης είχε μείνει στα παλιά. Οι εποχές άλλαζαν. Επί ΥΕΝΕΔ ήταν ο θείος από το Αμέρικα που έφερνε ιδέες που φαίνονταν φρέσκες, όπως το «Αυτή είναι η ζωή σου» ή το «Κάντιντ κάμερα», ακόμη και το «Μπίνγκο». Τώρα που τον μιμήθηκαν όλοι, οι ίδιες έμοιαζαν με… μνημόσυνο σε έγχρωμη οθόνη. Περίμενες με το τέλος της εκπομπής να βγει η κάρτα «Μας συγχωρείτε, διακοπή» η ακόμη χειρότερα να κάνει… τσα ο Γεωργαλάς και να μιλήσει για το έργο της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως.

Ο ήρωάς μας θα ήθελε να γίνει ο πρωταγωνιστής στο «Night of the living dead», αλλά στο τέλος δεν θα βρίσκει ρόλο ούτε στο «Ghostbusters»…

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter