Νίκος Θεοδοσίου: «Το τελευταίο ταξίδι»

Adrián Metasboc @ metasboc

Αναζήτηση του πρώτου και έσχατου έρωτα σε συνθήκες καραντίνας και αφόρητης αστυνομικής επίβλεψης

Για πρώτη φορά από τη µέρα που χρειάστηκε να µπει εσπευσµένα στο χειρουργείο γιατί η καρδιά του πήγε να του πει αντίο ευλόγησε τη στιγµή εκείνη. Ακραίο παράδοξο, θα πείτε. Ναι, αλλά το εξιτήριο του νοσοκοµείου που φύλαγε µε µεγάλη ευλάβεια ήταν σήµερα πολύτιµο. Αυτό το ταπεινό χαρτί τού επέτρεπε να κυκλοφορεί στους δρόµους για την επιβεβληµένη «σωµατική άσκηση», τη στιγµή που οι άλλοι ήταν υποχρεωµένοι, υπό το βάρος διαταγµάτων, να παραµένουν κλεισµένοι στα σπίτια τους.

«Καραντίνα» το έλεγαν, χρησιµοποιώντας µια λέξη ξενική και βάρβαρη που προκαλούσε µεγαλύτερο τρόµο κι από τη λέξη «ιός» και είχε τη δύναµη να επιβάλλει µια άνευ όρων υποταγή στις αστυνοµικές διαταγές.

Βέβαια άκουσε πάλι την καρδιά του να χτυπά άσχηµα όταν έβαλε το κλειδί στην ενδεδειγµένη οπή της εξώπορτας για να ανοίξει. Λες και έκανε κάτι παράνοµο. Κοίταξε αριστερά δεξιά στον έρηµο δρόµο και µπήκε γρήγορα µέσα. Σαν κλέφτης δηλαδή.

Μέχρι ν’ ανάψει ένα φως σκόνταψε σε τουλάχιστον πέντε χαρτόκουτα που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά του διαδρόµου και άφηναν πλέον µόνο ένα στενό πέρασµα. Κάποτε σκεφτόταν ότι αυτή η µονοκατοικία των αρχών του 20ού αιώνα θα µπορούσε να γίνει µουσείο. Ψηλοτάβανο µε υπέροχη γύψινη διακόσµηση στην οροφή και περίτεχνα πλακάκια. Τώρα ήταν απλώς ένα θλιβερό µαυσωλείο. Χώρος νεκρών αναµνήσεων!

Αφού ξεπέρασε και τα επόµενα εµπόδια, κάτι κάδρα µε φωτογραφίες παππούδων και πινακίδες παλαιών θεατρικών παραστάσεων, κατευθύνθηκε στο τελευταίο δωµάτιο. Το «στρατηγείο» του. Φορτωµένο µε ασύµµετρες βιβλιοθήκες και ντουλάπια, βουνά από έντυπα και φακέλους, βιβλία, κασέτες ήχου και εικόνας, βινύλια, µποµπίνες φιλµ, αντικείµενα απροσδιόριστα, κάδρα κι αφίσες που δεν άφηναν ανάσα στους τοίχους και δυο γραφεία µε υπολογιστές.

Κανονικά θα έπρεπε να κάτσει στο γραφείο δεξιά, να βγάλει από το σακίδιο που κουβαλούσε µόνιµα τη φωτογραφική µηχανή, να αποσπάσει την κάρτα µνήµης και να την τοποθετήσει στον υπολογιστή. Να επιλέξει τις φωτογραφίες της σηµερινής συγκοµιδής και να τις ανεβάσει στα κοινωνικά δίκτυα.

Αλλωστε έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Πόσο καιρό πριν; ∆εν θυµόταν. Θυµόταν µόνο πως οι φωτογραφίες του άρχισαν ξαφνικά να έχουν πολλούς θαυµαστές. Τις περίµεναν κάθε µέρα µε ανυποµονησία. Στην αρχή αιφνιδιάστηκε γιατί δεν επρόκειτο για φωτογραφικά αριστουργήµατα. Αλλωστε τι αριστουργήµατα να βγάλεις κυκλοφορώντας στα άθλια σοκάκια του σταθµού Λαρίσης;

Οµως αυτές οι εικόνες της καθηµερινής ύπαρξης που «έκλεβε» ο φακός του αποχτούσαν για τους έγκλειστους τώρα άλλο νόηµα. Ηταν τα µάτια τους στον εξωτερικό κόσµο. Αυτόν που τα κανάλια αποστρέφονταν επιδεικτικά γιατί πρόβαλλαν µόνο την ασχήµια και τον θάνατο. Τα δέντρα άνθιζαν κι έδιναν καρπούς, λουλούδια φύτρωναν στους γκρεµισµένους σοβάδες των σπιτιών, αδέσποτα γατιά λιάζονταν νωχελικά, µετανάστες κάπνιζαν νοσταλγικά στις ανοιχτές πόρτες των ηµιυπόγειων µαγαζιών που χρησιµοποιούσαν για κατάλυµα. Ανοιξη ήταν!

Συνάµα οι φωτογραφίες του γίνονταν µέσο επικοινωνίας. Οι άνθρωποι των διαµερισµάτων µάθαιναν τις επιθυµίες των υπολοίπων καθώς κάποιοι τολµηροί, παρά τις απαγορεύσεις, έβγαιναν κρυφά και σε απόµερους δρόµους έγραφαν σε τοίχους αυτό που τους βασάνιζε: «Θέλω να πάω στα Τρίκαλα» ο ένας, «Να δω τα δυο σου µάτια µόνο» ο άλλος.

Στο µεταξύ, αυτές οι ηµερήσιες περιπλανήσεις έφεραν κάτι άλλο. ∆ίπλα στους κάδους απορριµµάτων οι έγκλειστοι εναπόθεταν πράµατα που δεν χρειάζονταν ή υπό τις παρούσες συνθήκες θεωρούσαν ότι καταλάµβαναν πολύτιµο χώρο. Παλιά έγγραφα, φωτογραφίες, βιβλία. Το καθένα όµως έκρυβε µια ολόκληρη ιστορία. Την ιστορία µας!

Η αίτηση των συγγενών του ∆ηµ. Λούπη που εκτελέστηκε από τους Γερµανούς στις 24 Απριλίου 1944 και τώρα (1961) εκλιπαρούσαν µια αποζηµίωση.

Το αγωνιώδες γράµµα του Σ. Καραδήµα στον αδερφό του, πολιτικό κρατούµενο στις φυλακές της Αίγινας, που περίµενε τη δίκη του αρχές του 1947.

Ο φάκελος των εγγράφων του ηλικιωµένου οµογενή Μιχάλη Τσαρούπογλου, διωγµένου από την Κωνσταντινούπολη που παρακαλούσε για µια σύνταξη καθώς δεν είχε κανέναν πόρο.

Τα αρνητικά φωτογραφιών από την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου το 1974, τη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο Καραϊσκάκη και πολλά άλλα.

Ετσι συγκροτήθηκε αυτό το µαυσωλείο µε τις χάρτινες κούτες, τα βιβλία, τα κάδρα και τα άλλα. Σ’ αυτά αφιέρωνε ώρες ατέλειωτες σε µια απέλπιδα προσπάθεια ταξινόµησης του διάσπαρτου υλικού. Να τα κατατάξει σε κατηγορίες και θεµατικές ενότητες: ιστορίες του δρόµου, του πολέµου, της επαρχίας, ιστορίες βιβλίων, ιστορίες κινηµατογράφων. Κατηγορίες όµως που συνεχώς πολλαπλασιάζονταν και διευρύνονταν, λες και αυτή η ιστορία των ανθρώπων που βάλθηκε να σώσει ήταν µια άβυσσος.

Οταν κουραζόταν ή έφτανε σε αδιέξοδο κατευθυνόταν στο διπλανό δωµάτιο που υπήρχε η όρθια γυάλινη βιτρίνα µε οπτικά παιχνίδια. Σε κάθε ράφι κι ένα θέαµα. Στο ένα το θαυµατοτόπιο, στο άλλο το ζωοτρόπιο, στο τρίτο το πραξινοσκόπιο. Ηταν κάτι σαν τα µούλτιπλεξ που υπήρχαν πριν από την κρίση. Του άρεσε περισσότερο το τελευταίο. Εβαζε στο εσωτερικό του κυλίνδρου µια ζωγραφιστή λωρίδα χαρτιού και τον γύριζε. Ενα γαϊτανάκι πολύχρωµων κινούµενων εικόνων ξεκούραζε τα µάτια και το µυαλό.

Σήµερα όµως δεν πήγε ούτε στο γραφείο ούτε στο «µούλτιπλεξ». ∆εν είχε όρεξη να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι. Είχε δει στον δρόµο να χτυπούν αλύπητα οι αστυνοµικοί µια νεαρή µαύρη γυναίκα. Παρότι τους έδειχνε το sms από το 13033, παρότι τους έδειχνε την αστυνοµική ταυτότητα γιατί ήταν Ελληνίδα. Η κατάσταση είχε ξεφύγει.

Πήγε στο ράφι µε τα ξεχωριστά ντοσιέ. Αυτά είχαν στη ράχη τους γραµµένα ονόµατα. Ονόµατα ξεχασµένα που σε πολλούς δεν έλεγαν τίποτε: Γιώργης Ζιούτος, Γιώργος Βιτσώρης, Ροβήρος Μανθούλης, Αλέξανδρος Πανταζής, ∆ηµήτριος Μήτσουρας κ.λπ. Τελευταίο ήταν ένα ντοσιέ που έγραφε «Ο τελευταίος έρωτας».

Αυτό είχε χρόνια να το αγγίξει. Αλλά ήξερε πολύ καλά το περιεχόµενο. Φωτογραφίες και κείµενα. Ηξερε για κάθε φωτογραφία την ώρα και τη µέρα που τραβήχτηκε. Αλλά ήταν ένας φάκελος ηµιτελής. Ελειπε µια φράση που δεν πρόλαβε να της πει. Πως ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος έρωτάς του. Κι αυτό γιατί όλα µια µέρα γύρισαν ανάποδα. Χάθηκε. Χάθηκαν. Με έναν τρόπο που δεν είχε λογική ερµηνεία. Και πέρασαν χρόνια.

Είχε αποφασίσει να πάει να τη βρει. Ηταν το τελευταίο κοµµάτι στο παζλ µιας ζωής που συρρικνωνόταν πλέον επικίνδυνα. Επρεπε οπωσδήποτε να συµπληρωθεί. Πήρε το τελευταίο ντοσιέ και το ’χωσε στο σακίδιο. Πρόσθεσε ένα µπουκάλι νερό και λίγα τρόφιµα.

Για να φτάσει όµως ως αυτή έπρεπε να διασχίσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Να αποφύγει τα αµέτρητα µπλόκα της αστυνοµίας. Ηταν αδύνατο όµως να τα παρακάµψει όλα. Ιδίως όταν ήταν αναγκασµένος να διασχίσει µεγάλες πόλεις. Γι’ αυτό έκανε χρήση της εµπειρίας του παρελθόντος. Είχε φτιάξει πλαστά χαρτιά κατοικίας που αντιστοιχούσαν σε κάθε τόπο. Η πλαστογραφία ήταν µια δουλειά που είχε µάθει να κάνει καλά στην παρανοµία τον καιρό της χούντας.

Εχωσε τα χαρτιά στις τσέπες, έβαλε γάντια, φόρεσε µια µάσκα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε. ∆εν την κλείδωσε όπως έκανε τις άλλες φορές.

Απρίλης του 2020

Ο Νίκου Θεοδοσίου είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.